Με τη θεσμοθέτηση του άρθρου 62 του νόμου 4808/2021, ρυθμίστηκε και τυπικά το καθεστώς της άδειας άνευ αποδοχών, ένας θεσμός που έως τότε εφαρμοζόταν άτυπα στην ελληνική αγορά εργασίας. Κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής, η σύμβαση εργασίας τίθεται σε αναστολή, γεγονός που σημαίνει ότι ο μισθωτός απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής εργασίας, ενώ ο εργοδότης δεν καταβάλλει μισθό και ασφαλιστικές εισφορές στον e-ΕΦΚΑ.
Ωστόσο, η εργασιακή σχέση δεν λύεται και με τη λήξη της περιόδου η σύμβαση επανενεργοποιείται πλήρως. Η χορήγηση προϋποθέτει έγγραφη συμφωνία μεταξύ των δύο μερών και υποχρεωτική δήλωση στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, με τη μέγιστη διάρκεια να ορίζεται στο ένα (1) έτος, διατηρώντας τη δυνατότητα ανανέωσης. Παρότι ο εργοδότης διατηρεί καταρχήν το δικαίωμα άρνησης του αιτήματος, η σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου ορίζει ότι η αρνητική αυτή στάση μπορεί να κριθεί καταχρηστική, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες του εργαζομένου.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι προστατευτικές διατάξεις που διασφαλίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του προσωπικού, αποτρέποντας την απώλεια κεκτημένων κατά τη διάρκεια της απουσίας του. Συγκεκριμένα, ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών προσμετράται κανονικά ως χρόνος υπηρεσίας για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, σύμφωνα με την πάγια δικαστηριακή νομολογία. Επιπλέον, ο ίδιος χρόνος λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση των δικαιούμενων ημερών της ετήσιας κανονικής άδειας αναψυχής, διασφαλίζοντας ότι ο εργαζόμενος δεν θα υποστεί δυσμενείς συνέπειες στην υπηρεσιακή του εξέλιξη.
Οι ασφαλιστικές και νομοθετικές αυτές εγγυήσεις κρίθηκαν απαραίτητες προκειμένου να παρέχεται ευελιξία στο δυνατικό της επιχείρησης, χωρίς παράλληλα να αποθαρρύνονται οι εργαζόμενοι από τη χρήση του συγκεκριμένου δικαιώματος.