Κάποιος προπονητής είπε στους παίκτες της ομάδας: “Παίζουμε με το χώρο και όχι τη μπάλα”. Δεν εννοoύσε βέβαια να σταματήσουν να παίζουν με τη μπάλα, εννοούσε να μην μένουν στατικοί περιμένοντας κάποια μεταβίβαση που διευκολύνει την αντίπαλη άμυνα, αλλά να κινούνται δημιουργώντας ρωγμές στο χώρο που αυξάνουν την κινητική ενέργεια της επίθεσης.
Απο την άλλη μεριά, στη μεγάλη βραζιλιάνικη σχολή, η αρχή είναι (ακόμα;) «η μπάλα τρέχει και όχι τόσο ο παίκτης”. Μια αρχή που στηριζόταν στην υψηλή τεχνική κατάρτιση, στη φαντασία και στην έμπνευση, ιδιότητες που ναι μεν δεν απαιτούσαν διαρκή κίνηση, αλλά από την άλλη υπήρχε η τέλεια αξιοποίηση του ελεύθερου χώρου, σε σημείο που ακόμη παραμένει ανεξήγητη η πάσα που έδωσε ο πελε με την πλάτη γυρισμένη, στον επερχόμενο Kάρλος Aλμπέρτο στο Mουντιάλ του 70.
Στην εναλλακτική σχολή ποδοσφαίρου της Mπαρτσελόνα, ο χώρος του γηπέδου καλύπτεται κυριαρχικά απο ένα συνεχές passing game που κούραζε την αντίπαλη αμυντική γραμμή, πριν μετατραπεί σε ξαφνική επιταχυνόμενη κίνηση υψηλής τέχνης, που αποδιοργάνωνε την εξαντλημένη γραμμή άμυνας.
Και τι να πει κανείς για τον Άγιαξ του Κρόιφ που η κίνηση έφτανε στο ακρότατο σημείο, οι θέσεις εναλλάσσονταν, δεν υπήρχαν καν σταθερές θέσεις και ένας συνδυασμός, τεχνικής, κίνησης και συνδυασμών, έδινε μια εικόνα όπου ο χώρος έχει μετασχηματιστεί σε ένα πεδίο ενεργειών υψηλού ρυθμού.
Μιλάμε για ρυθμό στο ποδόσφαιρο, του οποίου η στάθμη καθόριζε εν πολλοίς την ποιότητα του παιχνιδιού, αλλά τί άλλο είναι ο ρυθμός παρά συντονισμένες κινήσεις που «κανονικοποιούσαν» το χώρο και το χρόνο του αγώνα, απέναντι σε ασυντόνιστες ενέργειες, διαρκείς διακοπές και αδυναμία συνδυαστικών ενεργειών.
Οι παραπάνω απόψεις καθοδηγούνται από μια αντίληψη του παιχνιδιού που δεν είναι μόνο αποτελέσματα και θεματικές ατομικές κινήσεις με τη μπάλα. Αλλά κάτι που μπορεί να οργανωθεί με ορθολογικούς σχεδιασμούς, ανοικτούς στην καινοτομία και στην πρωτοτυπία.
Ένας σχολιαστής ποδοσφαιρικού αγώνα είπε: «Η ομάδα αυτή έχει διαβάσει καλά το παιχνίδι της άλλης». Πρόκειται εδώ για την αντίληψη του ποδοσφαίρου που διαβάζεται ως κείμενο, έχοντας τη δική του γλώσσα, το συντακτικό και τη γραμματική σχεδίων για την στρατηγική και την τακτική, για το χώρο και το χρόνο του αθλήματος.
Ερχόμαστε στο σημείο να βλέπουμε το κάθε παιχνίδι με τη ματιά του λεγόμενου «ποδοσφαιρικού γραμματισμού». Στον οποίο βασική διάσταση είναι οι αθλητικές ενέργειες, αλλά επίσης και άλλες όπως οι πολιτισμικές, αφού τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές είναι από τα βασικό κριτήρια του αθλήματος.
Ασφαλώς δεν ξεχνάμε την οικονομική διάσταση, αφού εντός ενός μηνός συσσωρεύονται πολλά δις ευρώ απο πολλές πηγές και κυρίως απο τα τηλεοπτικά δικαιώματα. Με τον τρόπο αυτό, εκδηλώσεις όπως το μουντιάλ επιβεβαιώνουν την αξιοποίηση του ποδοσφαίρου ως εμπορευματικού τηλεοπτικού προιόντος σε παγκόσμια κλίμακα. Είμαστε πολύ μακριά απο τον αγώνα για την φανέλα, που ιδρώνει όπως λέγεται, αλλά για ποιούς και απο ποιους- το ερώτημα αυτό σπάνια τίθεται. Και όμως ο γκαλεάνο μας έχει προειδοποιήσει «για τη θλιβερή ιστορία του ποδοσφαίρου από την ομορφιά στο καθήκον».
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα τραμπικό περιβάλλον υποβάθμισης του συλλογικού και κοινωνικού, εν μέσω δύο πολέμων που αιμορραγούν και δεν λένε να κλείσουν απο αδηφάγες και επεκτατικές βλέψεις.
Αυτή είναι μια ματιά του ποδοσφαιρικού γραμματισμού που περιλαμβάνει τις αθλητικές, πολιτισμικές και οικονομικές διαστάσεις.
Και αν αντικρίζουμε το μουντιάλ σαν παγκόσμιο κείμενο, μια οικουμενική γλώσσα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την απόλαυση που φέρνει το κειμενικό είδος στον αναγνώστη. Η απόλαυση του κειμένου είναι πιο έντονη, έχει γράψει ο ρολάν μπαρτ όταν τα περιεχομένα ανατρέπουν καθιερωμένα πρότυπα και βεβαιότητες. Συμπληρώνει ο λατούρ, αυτή η απόλαυση έρχεται ως αναζήτηση και ζητούμενο αντί ως κάτι στατικό και ξεπερασμένο.
Αλλά αυτή η μορφή θεάματος, χρειάζεται άλλου επιπέδου ηγεσίες και όχι απλά αρχηγούς και οπαδούς, ιδέες και πρακτικές συνεργασιών και εμπιστοσύνης.
Σαν επιμύθιο, προτείνουμε μια φράση του γκαλεάνο: «Tο ποδόσφαιρο είναι μια γιορτή που τελείται στα σύνορα της τραγωδίας». Δεν μας μένει άλλο παρά να την βιώσουμε.