Τι σημαίνει
Το "σελαγίζω" σημαίνει λάμπω, ακτινοβολώ, εκπέμπω έντονο και ζωηρό φως. Χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει φαινόμενα της φύσης, όπως την αστραπή ή την αντανάκλαση του φωτός πάνω στη θάλασσα.
"Καθώς πλησίαζε η καταιγίδα, οι αστραπές σελαγίζαν στον ουρανό, φωτίζοντας για λίγες στιγμές τις κορυφές των βουνών".