Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος.
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς) (αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο.
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Μήνυση Διευθυντή σε 4 εκπαιδευτικούς: Το σχολείο μπροστά σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι!
Επίδομα 300 ευρώ: Διευρύνονται οι δικαιούχοι – Πότε πληρώνεται και ποιοι το λαμβάνουν
Alfavita Newsroom