Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος.
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς) (αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο.
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Αλλάζουν όλα στους μισθούς λόγω ΑΜΚΑ: Ποιες ηλικίες θα δουν αυξήσεις
«Έβλεπα τον γιο μου να καταρρέει και δεν ήξερα το γιατί»: Η μάχη μιας εκπαιδευτικού με τη δυσλεξία
Πώς τα χρήματά σας «φεύγουν» αθόρυβα από τον τραπεζικό σας λογαριασμό
Σπίτι με 50 ευρώ το μήνα για δημόσιους υπαλλήλους: Το νέο πρόγραμμα που αλλάζει τα δεδομένα
Alfavita Newsroom