Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος.
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς) (αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο.
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Γιατί οι Έλληνες με προθεσμιακές καταθέσεις είναι «μεγάλοι χαμένοι»;
Ποια γνωστή ηθοποιός παράτησε την τηλεόραση και έγινε δασκάλα σε χωριό της Αρκαδίας
Γιατί δεν πρέπει να ξεφορτώνεστε τα γρατζουνισμένα πιάτα σας
Alfavita Newsroom