Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος.
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς) (αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο.
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τι σημαίνει η λέξη «φανφάρα» και από πού προέρχεται
Εκπαιδευτικοί: Πότε θα πιστωθεί στο λογαριασμό τους η μισθοδοσία
Μειώσεις στη στρατιωτική θητεία: Πόσους μήνες θα υπηρετούν οι φαντάροι με τον νέο νόμο
Alfavita Newsroom