Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος.
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς) (αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο.
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ηλεία: Νεκρός ο 13χρονος μαθητής που οδηγούσε πατίνι και συγκρούστηκε με αυτοκίνητο
ΑΣΕΠ 1ΕΑ/2025 και 4ΕΑ/2025: Οι οριστικοί πίνακες εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής
Alfavita Newsroom