Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος.
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς) (αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο.
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Προσλήψεις εκπαιδευτικών – ΟΠΣΥΔ: Τα 6 βήματα για σωστά δικαιολογητικά και φάκελο
Πανελλήνιες 2026: Το έγγραφο «κλειδί» για την είσοδο στα εξεταστικά κέντρα
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Alfavita Newsroom