Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος.
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς) (αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο.
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Πώς λέγεται το «βίντεο» στα ελληνικά;
Επιστροφή ενοικίου: Ποιοι εκπαιδευτικοί εισπράττουν έως 2.850 ευρώ χωρίς αίτηση
Λογαριασμοί ρεύματος 2026: Πώς θα πάρετε έκπτωση έως 70% με μία αίτηση
Alfavita Newsroom