Η λέξη "επιμηκυνομένης" προέρχεται από το ρήμα "επιμηκύνω", που σημαίνει παρατείνω ή κάνω κάτι να διαρκεί περισσότερο ή να αποκτά μεγαλύτερο μήκος.
Τι σημαίνει
Επιμηκυνομένης είναι η μετοχή της παθητικής φωνής σε γενική πτώση. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που βρίσκεται στη διαδικασία του να παρατείνεται ή να αυξάνεται σε μήκος.
Παράδειγμα
Κατά τη διάρκεια της επιμηκυνομένης νύχτας του χειμώνα, το σκοτάδι κυριαρχεί για περισσότερες ώρες.
(Η νύχτα γίνεται μεγαλύτερη σε διάρκεια.)
Ετυμολογία
- "επι-": πρόθεση που δηλώνει επίταση ή προσθήκη.
- "μηκύνω": αυξάνω το μήκος.
Συνδυαστικά, δηλώνει κάτι που παρατείνεται ή αυξάνεται.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom