Με επιστολή της προς τον Υπουργό Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, η Ένωση Υπαλλήλων Περιφερειακών Υπηρεσιών ΥΠΕΠΘ Μακεδονίας-Θράκης θέτει εκ νέου το ζήτημα της ειδικής εισφοράς 2% που παρακρατείται από τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, ζητώντας την άμεση κατάργησή της.
Η εισφορά επιβλήθηκε το 2011, σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης, με σκοπό την ενίσχυση των πόρων για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων απασχόλησης και την καταπολέμηση της ανεργίας. Η κυβέρνηση είχε συνδέσει την κατάργησή της με την υποχώρηση της ανεργίας κάτω από το 10% - όριο που, όπως επισημαίνεται, έχει πλέον ξεπεραστεί, καθώς η ανεργία βρίσκεται σε μονοψήφια ποσοστά. Παρά ταύτα, η κράτηση παραμένει.
Στην επιστολή τίθεται ένα απλό, αλλά καίριο ερώτημα «αφού η ανεργία έπεσε κάτω από το όριο που είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την κατάργηση της εισφοράς, γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεχίζουν να την πληρώνουν;».
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται:
- Σε ετήσια βάση, οι εισπράξεις από την ειδική εισφορά υπολογίζονται περίπου στα 270-275 εκατομμύρια ευρώ.
- Το συνολικό ποσό από την επιβολή της εκτιμάται ότι φτάνει περίπου τα 3,9 δισεκατομμύρια ευρώ.
Πού καταλήγουν τα χρήματα
Όπως τονίζεται, παρά την ονομασία της, η ειδική εισφορά δεν καταλήγει σε αυτοτελή λογαριασμό της ΔΥΠΑ:
| Περίοδος | Καταγραφή εσόδων |
|---|---|
| Έως το 2018 | ΚΑΕ 0828 |
| Από το 2019 | Αναλυτικός Λογαριασμός Εσόδων 1150106001 του Κρατικού Προϋπολογισμού |
Με άλλα λόγια, τα ποσά εντάσσονται στα γενικά έσοδα του κράτους και δεν αποδίδονται απευθείας στη ΔΥΠΑ ως ξεχωριστή εισφορά. Από αυτό προκύπτει και το δεύτερο αναπάντητο ερώτημα: «Πώς ακριβώς αξιοποιούνται τα δισεκατομμύρια που παρακρατούνται από τους δημοσίους υπαλλήλους στο όνομα της καταπολέμησης της ανεργίας;»
Η σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα
Ένα ακόμη ζήτημα που προκαλεί αντιδράσεις είναι η σύγκριση με τις εισφορές υπέρ ανεργίας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα:
| Κατηγορία | Ποσοστό εισφοράς | Ανταποδοτικότητα |
|---|---|---|
| Δημόσιοι υπάλληλοι | 2% | Μη ανταποδοτική – Δεν θεμελιώνει δικαίωμα σε επίδομα ανεργίας |
| Ιδιωτικός τομέας | 1,20% | Ανταποδοτική – Συνδέεται με επιδόματα ανεργίας και προγράμματα απασχόλησης |
Όπως επισημαίνεται, η ειδική εισφορά 2% των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι ανταποδοτική με την άμεση έννοια, καθώς οι ίδιοι δεν αποκτούν, μέσω αυτής της κράτησης, αντίστοιχο δικαίωμα σε επίδομα ανεργίας ή άλλες παροχές. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα καταβάλλουν εισφορές υπέρ ανεργίας, οι οποίες συνδέονται με παροχές όπως τα επιδόματα ανεργίας και με προγράμματα απασχόλησης και κατάρτισης. Παράλληλα, η εργατική συμμετοχή στην αντίστοιχη εισφορά του ιδιωτικού τομέα ανέρχεται σε 1,20%, ποσοστό χαμηλότερο από το 2% που επιβαρύνει τους δημοσίους υπαλλήλους.
Το αίτημα προς τον κ. Πιερρακάκη
Με βάση τα παραπάνω, η Ένωση καλεί τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «να προχωρήσετε στην άμεση κατάργηση της Ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας. Η συνέχιση αυτής της παρακράτησης επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την οικονομική πραγματικότητα του κόσμου του Δημοσίου σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια συντρίβει την αγοραστική μας δύναμη και υπονομεύει με τρόπο απόλυτο την καθημερινότητά μας.»
Η Ένωση τονίζει ότι η εισφορά «έχει πάψει προ πολλού να εξυπηρετεί τον “έκτακτο” χαρακτήρα για τον οποίο θεσπίστηκε» και διαμηνύει ότι θα συνεχίσει να αγωνίζεται «για να αποκατασταθεί μία κοινωνική αδικία», προασπίζοντας τα δικαιώματα των συναδέλφων της.
Καταλήγοντας, σημειώνει «οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να συνεχίσουν να σηκώνουν το βάρος μιας “προσωρινής” εισφοράς που έχει εξελιχθεί σε μόνιμη παρακράτηση χωρίς καμία ανταποδοτικότητα.»
Η επιστολή
Προς: Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κ. Πιερρακάκη Κυριάκο
Κ. Υπουργέ,
Από το 2011, οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνουν μια ειδική εισφορά 2% επί των τακτικών αποδοχών, των πρόσθετων αμοιβών και των αποζημιώσεών τους, με σκοπό την ενίσχυση των πόρων για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων απασχόλησης και την καταπολέμηση της ανεργίας. Μια εισφορά που επιβλήθηκε σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης, αλλά εξακολουθεί να παρακρατείται από τους μισθούς των εργαζομένων του Δημοσίου, ακόμη και σήμερα. Η κυβέρνηση είχε συνδέσει την κατάργησή της με την υποχώρηση της ανεργίας κάτω από το 10%. Το όριο αυτό έχει πλέον ξεπεραστεί, καθώς η ανεργία έχει υποχωρήσει σε μονοψήφια ποσοστά.
Το ερώτημα είναι απλό:
Αφού η ανεργία έπεσε κάτω από το όριο που είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την κατάργηση της εισφοράς, γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεχίζουν να την πληρώνουν;
Τα ποσά που έχουν συγκεντρωθεί όλα αυτά τα χρόνια προκαλούν ίλιγγο. Σε ετήσια βάση, οι εισπράξεις από την ειδική εισφορά υπολογίζονται περίπου στα 270–275 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το συνολικό ποσό από την επιβολή της εκτιμάται ότι φτάνει περίπου τα 3.9 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που αφαιρούνται συστηματικά από τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, χρόνο με τον χρόνο, χωρίς η κράτηση να έχει καταργηθεί, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας.
Παρά την ονομασία της, η ειδική εισφορά δεν καταλήγει σε έναν αυτοτελή λογαριασμό της ΔΥΠΑ. Έως το 2018, τα σχετικά έσοδα καταγράφονταν στον ΚΑΕ 0828, ενώ από το 2019 καταγράφονται στον Αναλυτικό Λογαριασμό Εσόδων 1150106001 του Κρατικού Προϋπολογισμού. Με άλλα λόγια, τα ποσά εντάσσονται στα γενικά έσοδα του κράτους και δεν αποδίδονται απευθείας στη ΔΥΠΑ ως ξεχωριστή εισφορά.
Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη εύλογο πλην όμως αναπάντητο ερώτημα:
Πώς ακριβώς αξιοποιούνται τα δισεκατομμύρια που παρακρατούνται από τους δημοσίους υπαλλήλους στο όνομα της καταπολέμησης της ανεργίας;
Ένα ακόμη ζήτημα που προκαλεί αντιδράσεις είναι η σύγκριση με τις εισφορές υπέρ ανεργίας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Η ειδική εισφορά 2% των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι ανταποδοτική με την άμεση έννοια. Οι ίδιοι δεν αποκτούν, μέσω αυτής της κράτησης, αντίστοιχο δικαίωμα σε επίδομα ανεργίας ή άλλες παροχές που συνδέονται με το ασφαλιστικό σύστημα ανεργίας. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα καταβάλλουν εισφορές υπέρ ανεργίας, οι οποίες συνδέονται με παροχές όπως τα επιδόματα ανεργίας και με προγράμματα απασχόλησης και κατάρτισης. Παράλληλα, η εργατική συμμετοχή στην αντίστοιχη εισφορά του ιδιωτικού τομέα ανέρχεται σε 1,20%, ποσοστό χαμηλότερο από το 2% που επιβαρύνει τους δημοσίους υπαλλήλους.
Η σύγκριση αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης και της ανταποδοτικότητας των κρατήσεων.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την επιβολή της, η ειδική εισφορά 2% εξακολουθεί να αποτελεί μια σταθερή μισθολογική επιβάρυνση για τους δημοσίους υπαλλήλους. Με την ανεργία να έχει υποχωρήσει κάτω από το 10%, με δισεκατομμύρια ευρώ να έχουν συγκεντρωθεί και με τα έσοδα να καταγράφονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό, το αίτημα για κατάργηση της εισφοράς επανέρχεται επιτακτικά. Οι δημόσιοι υπάλληλοι εξακολουθούν να πληρώνουν για την καταπολέμηση της ανεργίας, χωρίς να γνωρίζουν με σαφήνεια πότε θα σταματήσει αυτή η κράτηση.
Το ερώτημα παραμένει: Τι περιμένει η κυβέρνηση για να καταργήσει επιτέλους την εισφορά;
Με βάση τα παραπάνω, σας καλούμε:
Να προχωρήσετε στην άμεση κατάργηση της Ειδικής εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας. Η συνέχιση αυτής της παρακράτησης επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την οικονομική πραγματικότητα του κόσμου του Δημοσίου σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια συντρίβει την αγοραστική μας δύναμη και υπονομεύει με τρόπο απόλυτο την καθημερινότητά μας. Είναι συνεπώς επιτακτική η ανάγκη για άμεση κατάργηση της εν λόγω εισφοράς, η οποία έχει πάψει προ πολλού να εξυπηρετεί τον «έκτακτο» χαρακτήρα για τον οποίο θεσπίστηκε.
Ως Ένωση, όση κρατική αδιαφορία κι αν συναντήσουμε, όσο δύσκολες κι αν είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες αγωνιζόμαστε, θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για να αποκατασταθεί μία κοινωνική αδικία, δε θα σταματήσουμε πέρα από τις προσπάθειες που καταβάλλουμε καθημερινά για την επίλυση των κλαδικών μας αιτημάτων να παρεμβαίνουμε για να προασπίζουμε τα δικαιώματα των συναδέλφων μας σε κάθε θέμα που άπτεται των συνθηκών διαβίωσης και την καλυτέρευση της καθημερινότητας.
Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να συνεχίσουν να σηκώνουν το βάρος μιας "προσωρινής" εισφοράς που έχει εξελιχθεί σε μόνιμη παρακράτηση χωρίς καμία ανταποδοτικότητα.
Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης
Ο Πρόεδρος Ο Γ. Γραμματέας
Νεκτάριος Α. Παπαδάκης Παναγιώτης Στεφανόπουλος»