Το αμερικανικό πείραμα των Alpha Schools, όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη αναλαμβάνει σημαντικό μέρος της μαθησιακής διαδικασίας, προκαλεί εύλογο προβληματισμό, όπως φαίνεται και από το άρθρο του Alfavita «Μπορεί ένας αλγόριθμος να αντικαταστήσει τον εκπαιδευτικό;». Το ερώτημα είναι σοβαρό, αλλά η απάντησή του δεν μπορεί να στηρίζεται στην εκ των προτέρων παραδοχή ότι ο άνθρωπος υπερέχει πάντοτε της μηχανής. Η ανθρώπινη ιδιότητα δεν εγγυάται από μόνη της την ποιότητα της διδασκαλίας.
Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που εμπνέουν τους μαθητές τους, αλλά και άλλοι που περιορίζονται στην τυπική εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Σε συγκεκριμένες λειτουργίες, όπως η επανάληψη, η εξάσκηση, η προσαρμογή των ασκήσεων και η άμεση ανατροφοδότηση, η ΤΝ μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικότερη από έναν αδιάφορο ή ανεπαρκώς προετοιμασμένο διδάσκοντα.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η τεχνική αποτελεσματικότητα ισοδυναμεί με παιδαγωγική υπεροχή. Η Παιδεία δεν εξαντλείται στη μετάδοση πληροφοριών, στην απόκτηση δεξιοτήτων ή στη βελτίωση των επιδόσεων. Αφορά τη συνολική καλλιέργεια του ανθρώπου, την ανάπτυξη της κρίσης και της αυτονομίας του, τη δυνατότητά του να συμμετέχει υπεύθυνα στην κοινωνική ζωή, να αναζητά νόημα και να αναγνωρίζει τον Άλλον ως πρόσωπο. Οι διαστάσεις αυτές δεν αποτιμώνται πλήρως με δείκτες απόδοσης ούτε μπορούν να αναχθούν σε μετρήσιμα μαθησιακά αποτελέσματα.
Δεν αμφισβητείται, επομένως, η αξία του εκπαιδευτικού ως ανθρώπου ούτε η σημασία της προσωπικής σχέσης του με τον μαθητή. Αμφισβητείται η άνευ όρων παραδοχή ότι η ανθρώπινη παρουσία υπερέχει αυτομάτως κάθε τεχνολογικής δυνατότητας.
Μια τέτοια παραδοχή δεν αποτελεί συμπέρασμα παιδαγωγικής διερεύνησης, αλλά προκαταβολική κρίση. Αν θέλουμε να εξετάσουμε σοβαρά τη θέση της ΤΝ στην εκπαίδευση, οφείλουμε να αξιολογήσουμε τόσο τις δυνατότητές της όσο και τους περιορισμούς της, χωρίς να εξιδανικεύουμε ούτε τον άνθρωπο ούτε την τεχνολογία.
Η ανθρώπινη παρουσία μέσα στην τάξη δεν εγγυάται από μόνη της μια ουσιαστική εκπαιδευτική σχέση. Ορισμένοι εκπαιδευτικοί κατορθώνουν να κινητοποιήσουν την περιέργεια των μαθητών, να καλλιεργήσουν την κριτική σκέψη και να δημιουργήσουν συνθήκες εμπιστοσύνης. Άλλοι, όμως, αντιμετωπίζουν τη διδασκαλία ως διεκπεραίωση μιας υποχρέωσης, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για τις μαθησιακές ανάγκες των παιδιών. Η διάκριση αυτή δεν είναι αμελητέα. Μας υποχρεώνει να εξετάσουμε την πραγματική ποιότητα της εκπαιδευτικής πράξης και όχι να θεωρούμε ότι αυτή προκύπτει αυτομάτως από την ιδιότητα του διδάσκοντος.
Η ανθρώπινη ιδιότητα δεν αποτελεί πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας. Το ίδιο ισχύει, βέβαια, και για την τεχνολογική υπεροχή σε ορισμένες λειτουργίες: η δυνατότητα ενός συστήματος να εκτελεί αποτελεσματικά συγκεκριμένες εργασίες δεν το καθιστά αυτομάτως κατάλληλο για κάθε εκπαιδευτικό σκοπό. Η ΤΝ ούτε πρέπει να εξιδανικεύεται ούτε να απορρίπτεται εκ των προτέρων. Χρειάζεται να εξετάζουμε την καταλληλότητα, την αξιοπιστία, την προσαρμοστικότητα και τα σφάλματά της, καθώς και τις προκαταλήψεις που ενδέχεται να ενσωματώνει. Άλλωστε, τα συστήματα αυτά σχεδιάζονται και χρησιμοποιούνται από ανθρώπους και θεσμούς, με συγκεκριμένους στόχους και προτεραιότητες, οι οποίοι επίσης χρειάζονται κριτική αξιολόγηση.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα τη διδασκαλία των Μαθηματικών. Ένας υπομονετικός και ικανός εκπαιδευτικός μπορεί να εξηγήσει μια έννοια με διαφορετικούς τρόπους, να αντιληφθεί τη δυσκολία του μαθητή και να αναζητήσει μια προσέγγιση που θα τον βοηθήσει να την κατανοήσει. Μια εφαρμογή ΤΝ μπορεί, από την πλευρά της, να επαναλάβει την εξήγηση, να προσφέρει πρόσθετα παραδείγματα, να προσαρμόσει τις ασκήσεις στο επίπεδο του μαθητή και να του επιτρέψει να εξασκηθεί χωρίς τον φόβο της δημόσιας αποτυχίας. Σε αυτές τις συγκεκριμένες λειτουργίες μπορεί να υπερτερεί ενός εκπαιδευτικού που δεν διαθέτει την απαιτούμενη υπομονή ή διάθεση. Η διαπίστωση αυτή, όμως, αφορά συγκεκριμένες πλευρές της διδασκαλίας και όχι το σύνολο της Παιδαγωγικής.
Χρειάζεται, συνεπώς, να διακρίνουμε τη μετάδοση πληροφοριών από τη μάθηση και τη μάθηση από την Παιδαγωγική. Η μετάδοση μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς τρόπους, ενώ η μάθηση προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή του μαθητή και την οικοδόμηση μιας ουσιαστικής σχέσης με τη γνώση. Η Παιδαγωγική αφορά ευρύτερα τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η σχέση του παιδιού με τη γνώση, με τον εαυτό του και με τους άλλους. Δεν είναι απλώς ένα σύνολο τεχνικών για την επίτευξη προκαθορισμένων αποτελεσμάτων. Η Παιδεία, ως υπέρτατος σκοπός, δίνει νόημα και κατεύθυνση στην Παιδαγωγική και δεν μπορεί να ταυτιστεί με την τεχνική αποτελεσματικότητα των μέσων της.
Υπάρχουν, άλλωστε, και περιορισμοί στην ίδια τη λειτουργία της ΤΝ. Οι έτοιμες απαντήσεις μπορεί να διευκολύνουν τον μαθητή, αλλά ενδέχεται επίσης να ενισχύσουν την εξάρτησή του από το σύστημα, εάν δεν συνοδεύονται από ενεργό προβληματισμό και προσωπική προσπάθεια. Η μέτρηση της επίδοσης μπορεί να προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες, αλλά δεν αποτυπώνει όλες τις διαστάσεις της μάθησης. Το γεγονός ότι μια διαδικασία είναι μετρήσιμη δεν σημαίνει ότι όσα έχουν παιδαγωγική αξία περιορίζονται σε αυτήν. Χρειάζεται, επομένως, να εξετάζουμε όχι μόνο τι επιτυγχάνει ένα σύστημα, αλλά και ποιες μαθησιακές συνήθειες καλλιεργεί και ποιες ενδέχεται να αποδυναμώνει.
Ούτε, βέβαια, η ανθρώπινη σχέση είναι από μόνη της αλάνθαστη. Μπορεί να είναι αδιάφορη, αυταρχική ή ακόμη και ταπεινωτική. Η παρουσία ενός ανθρώπου αποκτά παιδαγωγική αξία όταν συνοδεύεται από κατανόηση, υπευθυνότητα και σεβασμό στην ετερότητα του μαθητή. Το παιδί δεν είναι απλώς αποδέκτης πληροφοριών ούτε αντικείμενο μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας· είναι πρόσωπο με τη δική του πορεία, τις δυνατότητες, τις δυσκολίες και την αυτονομία του. Η ΤΝ μπορεί να υποστηρίξει τη μάθησή του, αλλά η εκπαιδευτική κοινότητα δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη να προστατεύει την αξιοπρέπειά του και να καλλιεργεί την ελευθερία της σκέψης του.
Γι’ αυτό, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η ΤΝ μπορεί να αντικαταστήσει τον εκπαιδευτικό, αλλά υπό ποιες συνθήκες μπορεί να ενταχθεί στην Παιδεία και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη χρήση της. Χρειάζεται να εξετάσουμε τόσο τις δυνατότητες υποστήριξης του διδάσκοντος όσο και τις παιδαγωγικές παραδοχές που ενσωματώνουν τα ίδια τα συστήματα.
Οι αδυναμίες του διδάσκοντος δεν οφείλονται πάντοτε σε προσωπική ανεπάρκεια. Μπορεί να συνδέονται με υπερπληθείς τάξεις, διοικητικές υποχρεώσεις, επαγγελματική εξουθένωση ή ανεπαρκή επιμόρφωση. Σε αυτές τις συνθήκες, η ΤΝ μπορεί να τον υποστηρίξει πρακτικά, διευκολύνοντας την προετοιμασία του μαθήματος, προτείνοντας εναλλακτικές διδακτικές προσεγγίσεις, δημιουργώντας πρόσθετα παραδείγματα και προσαρμόζοντας το υλικό στις διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες. Προϋπόθεση είναι ο εκπαιδευτικός να γνωρίζει πώς να αξιοποιεί τις δυνατότητές της και να ελέγχει κριτικά τις προτάσεις της. Υποστήριξη σημαίνει διεύρυνση των δικών του δυνατοτήτων· υποκατάσταση σημαίνει εκχώρηση στο σύστημα της επιλογής των διδακτικών στόχων, της ερμηνείας των αναγκών των μαθητών και του καθορισμού των κριτηρίων επιτυχίας. Η ΤΝ μπορεί να διευκολύνει τα μέσα της διδασκαλίας, όχι να αποφασίζει τους σκοπούς της Παιδείας.
Η διάκριση ανάμεσα στην υποστήριξη και την υποκατάσταση θέτει ένα ακόμη ερώτημα: ποιοι καθορίζουν τους στόχους και τις προτεραιότητες των συστημάτων ΤΝ που εισέρχονται στο σχολείο; Προγραμματιστές και ερευνητές της πληροφορικής τα σχεδιάζουν, ενώ οι εταιρείες και οι θεσμοί που τα αναπτύσσουν επηρεάζουν τις επιλογές και τα κριτήρια λειτουργίας τους. Διαθέτουν όλοι την αναγκαία γνώση της εκπαιδευτικής πράξης και συνεργάζονται με ειδικούς της Παιδαγωγικής; Κάθε σύστημα ενσωματώνει, ρητά ή άρρητα, παραδοχές για τον άνθρωπο, τη γνώση και τη μάθηση. Γι’ αυτό, η αξιολόγησή του δεν μπορεί να περιορίζεται στην τεχνική αποτελεσματικότητα: πρέπει να εξετάζει αν ο σχεδιασμός του υπηρετεί την Παιδεία ως υπέρτατο σκοπό, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ελεύθερων και αυτόνομων προσώπων που σκέφτονται κριτικά και αναγνωρίζουν τον Άλλον ως ισότιμο υποκείμενο. Δεν είναι η Παιδεία που πρέπει να προσαρμοστεί στη λογική του αλγορίθμου· είναι ο αλγόριθμος που πρέπει να αξιολογείται με βάση τις απαιτήσεις της Παιδείας.
Η Εναρμόνιση της Τεχνητής Νοημοσύνης με την Παιδαγωγική δεν είναι ούτε αφηρημένο θεωρητικό κατασκεύασμα ούτε λύση που εφαρμόζεται αμετάβλητη σε κάθε εκπαιδευτικό περιβάλλον. Είναι δυναμική πρόταση εν δράσει: δοκιμάζεται στην εκπαιδευτική πρακτική και αναθεωρείται υπό το φως της εμπειρίας και των συνεπειών της. Απαιτεί να αξιοποιούμε τις δυνατότητες της ΤΝ χωρίς να υποτάσσουμε την Παιδαγωγική στις απαιτήσεις της τεχνικής αποτελεσματικότητας. Η Εναρμόνιση δεν υπόσχεται τελειότητα· προϋποθέτει συνεχή κρίση, εμπειρία και αναθεώρηση, χωρίς εγκατάλειψη της ανθρώπινης ευθύνης.
Η Παιδεία δεν μπορεί να περιοριστεί σε όσα είναι δυνατόν να υπολογιστούν. Το αποφασιστικό ζήτημα δεν είναι να τελειοποιήσουμε τον αλγόριθμο, αλλά να διασφαλίσουμε ότι η χρήση του παραμένει στην υπηρεσία της ανθρώπινης καλλιέργειας.
ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΣΓΟΥΝΗΣ
Δρ. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΣΟΡΒΟΝΝΗΣ