Η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας ανακοίνωσε ότι «αυξάνουμε τις θέσεις στην προσχολική αγωγή» και κάνουμε πιο «ευέλικτη» τη λειτουργία των βρεφονηπιακών σταθμών. Ωραία ακούγονται αυτά, αλλά όταν διαβάσει κανείς τη νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση (21882/2026, ΦΕΚ Β΄ 6093/7.10.2026), βλέπει κάτι πολύ διαφορετικό: περισσότερα παιδιά με χαμηλότερες απαιτήσεις σε χώρους και υποδομές. Η απόφαση αφορά βρεφικούς, παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς που λειτουργούν από φορείς ιδιωτικού δικαίου, κερδοσκοπικούς ή μη. Δεν αλλάζει δηλαδή τον κανονισμό των δημοτικών σταθμών, αλλά αφορά τα πρώτα χρόνια της ζωής παιδιών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2024 στην Ελλάδα συμμετείχε σε οργανωμένη προσχολική φροντίδα και εκπαίδευση το 28,9% των παιδιών κάτω των τριών ετών, έναντι 39,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ανάγκη των οικογενειών είναι πολύ μεγάλη, η λύση όμως δεν μπορεί να είναι να μετράμε πόσα ακόμη παιδιά χωρούν στο ίδιο κτίριο, χωρίς να ρωτάμε πώς θα ζουν εκεί.
Η πιο σοβαρή αλλαγή κρύβεται σε έναν αριθμό: από τα δυόμισι χρόνια, το όριο μετάβασης από τη βρεφική στη νηπιακή κατηγορία κατεβαίνει στα δύο. Στα βρεφικά τμήματα η ελάχιστη πρόβλεψη είναι ένας βρεφονηπιοκόμος για έως οκτώ βρέφη. Στα νηπιακά, για συνολική δυναμικότητα έως 25 παιδιών προβλέπεται τουλάχιστον ένας νηπιαγωγός. Το δεύτερο όριο υπήρχε αλλά τώρα αφορά και παιδιά μόλις 24 μηνών.
Από πότε όμως ένα παιδί χρειάζεται λιγότερους ανθρώπους δίπλα του επειδή έκλεισε τα δύο του χρόνια; Ένα δίχρονο μπορεί ακόμη να χρειάζεται βοήθεια στο φαγητό, στην τουαλέτα, στον ύπνο. Μπορεί να φοβάται τον αποχωρισμό, να δυσκολεύεται να μιλήσει, να χρειάζεται παρηγοριά. Αυτά δεν ρυθμίζονται με μια αλλαγή ηλικιακής κατηγορίας στο ΦΕΚ.
Στους δημοτικούς σταθμούς για βρεφικό τμήμα έως δώδεκα παιδιών μέχρι δυόμισι ετών, προς το παρόν, προβλέπονται δύο παιδαγωγοί και ένας βοηθός. Γιατί άραγε οι ελάχιστες εγγυήσεις για παιδιά ίδιας ηλικίας να διαφέρουν τόσο;
Και δεν είναι μόνο η νέα ρύθμιση για το προσωπικό. Η ίδια απόφαση επιτρέπει υπέρβαση της δυναμικότητας έως 15% στην Αττική και στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης. Μειώνει την απαίτηση υπαίθριου χώρου για παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς από 4,5 σε 3,5 τετραγωνικά μέτρα ανά παιδί, και στα 3 στις δύο αυτές περιοχές. Προβλέπει μία θέση αλλαγής για εννέα αντί έξι βρέφη και μία θέση ύπνου ανά δύο βρέφη. Το τελευταίο δεν σημαίνει κοινό κρεβάτι για δύο παιδιά την ίδια στιγμή, σημαίνει ωστόσο λιγότερες υποχρεωτικές θέσεις ανάπαυσης. Ποιος θα εγγυηθεί ότι κάθε παιδί θα ξεκουράζεται όταν το έχει ανάγκη;
Ας δούμε τι ισχύει αλλού. Στη Νορβηγία προβλέπεται τουλάχιστον ένας εργαζόμενος ανά τρία παιδιά κάτω των τριών ετών. Στη Φινλανδία ένας κατάλληλα καταρτισμένος εργαζόμενος ανά τέσσερα. Πρόκειται για διαφορετικά συστήματα, με άλλον τρόπο μέτρησης του προσωπικού. Δεν προτείνω να μεταφέρουμε μηχανικά τους αριθμούς στην Ελλάδα, μπορούμε να δούμε όμως μια κοινή αρχή, ότι τα μικρότερα παιδιά απαιτούν περισσότερη φροντίδα, όχι λιγότερη.
Αυτό άλλωστε λέει η Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2019: οι αναλογίες ενηλίκων και παιδιών και το μέγεθος των ομάδων πρέπει να προσαρμόζονται στην ηλικία τους.
Όταν η προσχολική αγωγή αντιμετωπίζεται κυρίως ως ατομική αναζήτηση θέσης, η οικογένεια που έχει χρήματα και επιλογές μπορεί να αναζητήσει καλύτερη λύση. Εκείνη που δυσκολεύεται οικονομικά συχνά αναγκάζεται να δεχθεί ό,τι υπάρχει. Έτσι κινδυνεύει η ποιοτική φροντίδα να γίνει προνόμιο αντί για δικαίωμα.
Η απάντηση στην έλλειψη θέσεων δεν μπορεί να είναι η υποχώρηση των παιδαγωγικών προδιαγραφών. Χρειάζεται ένα σταθερό σχέδιο για περισσότερες δημόσιες, δωρεάν δομές, με μόνιμο προσωπικό, κατάλληλους χώρους και ίση πρόσβαση για κάθε οικογένεια. Γιατί η προσχολική αγωγή είναι κοινωνικό δικαίωμα, όχι αποθήκη παιδιών ούτε μια υπηρεσία που πρέπει πρώτα απ' όλα να ΄΄βγαίνει οικονομικά΄΄.
Χρειαζόμαστε μια θέση για κάθε παιδί, που να σέβεται την ηλικία, τις ανάγκες και τα δικαιώματά του.