Ένα παιδί έχει ολοκληρώσει την άσκηση και περιμένει, ένα δεύτερο δεν έχει καταλάβει την εκφώνηση, ένα τρίτο γνωρίζει την απάντηση αλλά διστάζει να μιλήσει, ενώ κάποιο άλλο προσπαθεί ακόμη να καλύψει κενά από προηγούμενα μαθήματα. Αυτή η συνηθισμένη εικόνα μιας σχολικής τάξης εξηγεί γιατί η ίδια διδακτική κίνηση δεν βοηθά πάντοτε όλους τους μαθητές με τον ίδιο τρόπο.
Η διαφοροποιημένη διδασκαλία επιχειρεί να απαντήσει σε αυτή την πραγματικότητα, προσαρμόζοντας τη μαθησιακή διαδικασία στις ανάγκες των παιδιών. Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά τις προϋποθέσεις της εφαρμογής της: τι μπορεί να οργανώσει ένας εκπαιδευτικός όταν έχει απέναντί του 25 ή 27 μαθητές, περιορισμένο χρόνο και την υποχρέωση να προχωρήσει σε απαιτητική ύλη;
Σο έργο της Carol Ann Tomlinson, η στρατηγική «Teaching Up» συνδέει την πρόσβαση σε απαιτητική μάθηση με την κατάλληλη υποστήριξη κάθε μαθητή. Ήδη σε άρθρο της το 2012, η παιδαγωγός περιέγραφε τη σημασία των υψηλών προσδοκιών, της παρακολούθησης της προόδου και της προσαρμογής της βοήθειας. Πρόκειται για μακρόχρονη κατεύθυνση της σκέψης της, όχι για πρόσφατη εγκατάλειψη της διαφοροποίησης.
Η παιδαγωγική σημασία αυτής της προσέγγισης γίνεται κατανοητή σε ένα απλό παράδειγμα. Σε ένα μάθημα κατανόησης κειμένου, όλοι μπορούν να εργαστούν πάνω στο ερώτημα ποιο είναι το βασικό επιχείρημα του συγγραφέα. Ένας μαθητής ίσως χρειάζεται προηγουμένως να διευκρινίσει άγνωστες λέξεις, ένας άλλος να εντοπίσει τις προτάσεις που στηρίζουν το επιχείρημα, ενώ ένας τρίτος μπορεί να συγκρίνει το κείμενο με μια αντίθετη άποψη.
Αυτό είναι ένα ενδεικτικό σχέδιο κοινής εργασίας με διαφορετική υποστήριξη. Για να λειτουργήσει, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να γνωρίζει τις δυσκολίες των παιδιών, να έχει προετοιμάσει το υλικό και να παρακολουθεί τι αλλάζει κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Η ουσιαστική προσαρμογή απαιτεί παρατήρηση και κρίση, στοιχεία που δεν αντικαθίστανται από τον αριθμό των διαθέσιμων φύλλων εργασίας.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η μόνιμη κατάταξη των μαθητών. Όταν ένα παιδί λαμβάνει συνεχώς τις ευκολότερες ασκήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να περιορίζονται οι ευκαιρίες του να δοκιμαστεί σε πιο σύνθετες απαιτήσεις. Η βοήθεια πρέπει να ανοίγει τον δρόμο προς την επόμενη κατάκτηση, με τακτική επανεξέταση των αναγκών και δυνατότητα αλλαγής δραστηριότητας ή ομάδας
Στις πολυπληθείς τάξεις, όμως, η παρακολούθηση αυτή δυσκολεύει. Ο χρόνος που αφιερώνεται σε ένα παιδί πρέπει να συνδυαστεί με τη διατήρηση της συμμετοχής των υπολοίπων, την ανατροφοδότηση και τη διαχείριση της τάξης. Όσο περισσότερες παράλληλες ανάγκες υπάρχουν, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η απαίτηση για προετοιμασία και συντονισμό.
Εδώ αναδεικνύεται η ευθύνη της εκπαιδευτικής πολιτικής. Η απαίτηση για εξατομικευμένη στήριξη χρειάζεται να συνοδεύεται από διαχειρίσιμο αριθμό μαθητών, χρόνο συνεργασίας των διδασκόντων, κατάλληλο υλικό και πρακτική επιμόρφωση. Όπου χρειάζεται συνδιδασκαλία, η παρουσία δεύτερου εκπαιδευτικού πρέπει να συνδέεται με κοινό σχεδιασμό και σαφή κατανομή ευθυνών.
Εξίσου σημαντικό είναι το κλίμα της αίθουσας. Ο μαθητής πρέπει να μπορεί να παραδεχθεί ότι δεν κατάλαβε, να ζητήσει μια εξήγηση και να κάνει λάθος χωρίς να φοβάται ότι θα εκτεθεί. Η αποδοχή δημιουργεί χώρο για συμμετοχή, ενώ η συστηματική ανατροφοδότηση βοηθά το παιδί να αναγνωρίσει το επόμενο βήμα του.
Η διαφοροποιημένη διδασκαλία αποκτά περιεχόμενο όταν προσφέρει στον εκπαιδευτικό πραγματικές δυνατότητες να ανταποκριθεί στις διαφορές της τάξης. Αν περιοριστεί σε μια πρόσθετη απαίτηση μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες, κινδυνεύει να γίνει ακόμη μία πηγή εξάντλησης. Το ζητούμενο είναι ένα σχολείο όπου η προσοχή στο κάθε παιδί θα στηρίζεται στην οργάνωση και στους πόρους του συστήματος, ώστε να αποτελεί καθημερινή δυνατότητα για όλους.