Η λέξη «φλεξάρω» έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής τα τελευταία χρόνια, κυρίως μέσα από τα social media και τη νεανική αργκό. Πρόκειται για έναν όρο που προέρχεται από το αγγλικό flex, το οποίο χρησιμοποιείται με την έννοια του «επιδεικνύω» ή «δείχνω κάτι με υπερηφάνεια», και προσαρμόστηκε στα ελληνικά με την κατάληξη -άρω.
Τι σημαίνει όμως όταν λέμε ότι κάποιος «φλεξάρει»; Στην ελληνική καθημερινή γλώσσα, η λέξη χρησιμοποιείται όταν κάποιος επιδεικνύει κάτι που έχει ή έχει πετύχει, θέλοντας να τραβήξει την προσοχή ή να δείξει την αξία του. Μπορεί να αφορά ένα ακριβό αντικείμενο, ένα επίτευγμα, την εμφάνιση, τις διακοπές ή ακόμη και μια προσωπική επιτυχία.
Ανάλογα με τα συμφραζόμενα, το «φλεξάρω» μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά ως «επιδεικνύω», «καυχιέμαι», «κομπάζω» ή «υπερηφανεύομαι». Η διαφορά είναι ότι το «φλεξάρω» έχει πιο έντονο το στοιχείο της επίδειξης και της προσπάθειας να προσέξουν οι άλλοι αυτό που παρουσιάζουμε.
Για παράδειγμα, όταν κάποιος ανεβάζει στα social media μια φωτογραφία με ένα καινούργιο αυτοκίνητο, ένα ακριβό ρολόι ή ένα σημαντικό προσωπικό επίτευγμα, μπορεί να πει κανείς ότι «φλεξάρει». Η λέξη, επομένως, δεν περιγράφει απλώς την παρουσίαση ενός πράγματος, αλλά και την πρόθεση να προβληθεί και να εντυπωσιάσει.
Το «φλεξάρω» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ελληνική γλώσσα ενσωματώνει ξένες λέξεις και τις προσαρμόζει στη δική της γραμματική και καθημερινή χρήση. Από το αγγλικό flex δημιουργήθηκε ένα ρήμα που πλέον ακούγεται όλο και συχνότερα στην ελληνική αργκό.