Κάθε σοβαρό ή ατυχές περιστατικό σε μια σχολική μονάδα γεννά εύλογα ερωτήματα. Τι συνέβη; Θα μπορούσε να είχε προληφθεί; Τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες; Υπήρξαν παραλείψεις; Ποιος είχε την ευθύνη και τι πρέπει να αλλάξει ώστε να μην επαναληφθεί;
Είναι ερωτήματα απολύτως θεμιτά. Το ζήτημα αρχίζει όταν η απάντηση σε αυτά αναζητείται βιαστικά, πριν ακόμη αποσαφηνιστούν τα πραγματικά περιστατικά. Όταν, δηλαδή, η αναζήτηση ευθύνης μετατρέπεται σχεδόν αυτόματα σε αναζήτηση ενός προσώπου που θα την επωμιστεί. Στη δημόσια συζήτηση για το σχολείο, το πρόσωπο αυτό είναι συχνά ο εκπαιδευτικός ή ο Διευθυντής. Ένα περιστατικό μπορεί να πάρει γρήγορα διαστάσεις, να προηγηθεί η δημόσια καταδίκη της πλήρους διερεύνησης και ένα σύνθετο πρόβλημα να εμφανιστεί τελικά σαν αποτέλεσμα μιας και μόνης πράξης ή παράλειψης.
Δεν υποστηρίζω ότι οι εκπαιδευτικοί και οι Διευθυντές δεν πρέπει να ελέγχονται. Το αντίθετο. Η άσκηση δημόσιου λειτουργήματος συνεπάγεται ευθύνη και λογοδοσία. Αλλά η λογοδοσία για να είναι δίκαιη πρέπει να στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά, στις αρμοδιότητες του καθενός και στις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες κλήθηκε να ενεργήσει.
Το σχολείο δεν είναι εργαστήριο
Η καθημερινότητα μιας σχολικής μονάδας απέχει αρκετά από την καθαρή και τακτοποιημένη εικόνα ενός καθηκοντολογίου. Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να έχει ταυτόχρονα υπό την εποπτεία του μεγάλο αριθμό μαθητών, σε έναν χώρο με ιδιαιτερότητες, πολλαπλές εισόδους και εξόδους, αυλές, σκάλες, κοινόχρηστους χώρους και εγκαταστάσεις που δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στις σημερινές ανάγκες. Την ίδια στιγμή, το σχολείο καλείται να διαχειριστεί απουσίες, συμπεριφορές, μαθησιακές δυσκολίες, οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα, ζητήματα ασφάλειας και περιστατικά που απαιτούν τη συνεργασία διαφορετικών υπηρεσιών.
Αυτό είναι το πραγματικό σχολείο.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ευθύνη του εκπαιδευτικού είναι δεδομένη, αλλά δεν μπορεί να θεωρείται απεριόριστη. Δεν είναι δυνατόν κάθε κίνδυνος που εκδηλώνεται στον σχολικό χώρο να αποδίδεται αυτομάτως σε πλημμελή άσκηση των καθηκόντων εκείνου που βρέθηκε εκείνη τη στιγμή στον χώρο. Η ασφάλεια μιας σχολικής μονάδας δεν εξαρτάται από έναν άνθρωπο. Εξαρτάται από την εποπτεία, την οργάνωση της σχολικής ζωής, την επάρκεια του προσωπικού, την κατάσταση των υποδομών, τη συντήρηση των εγκαταστάσεων και, κυρίως, από το αν κάθε αρμόδιος φορέας κάνει αυτό που του αναλογεί. Αν ένας από αυτούς τους κρίκους δεν λειτουργεί, η αναζήτηση ενός και μοναδικού υπευθύνου μπορεί να είναι εύκολη. Δεν είναι όμως πάντοτε και δίκαιη.
Ποια είναι η ευθύνη του Διευθυντή και ποια του αρμόδιου φορέα;
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα της σχολικής διοίκησης: η σχέση ανάμεσα στην ευθύνη και την αρμοδιότητα. Ο Διευθυντής έχει ευθύνη για την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία της σχολικής μονάδας, μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί. Αυτό σημαίνει ότι, όταν διαπιστώνει ένα πρόβλημα, οφείλει να το καταγράψει, να ενημερώσει τον αρμόδιο φορέα, να ζητήσει τις αναγκαίες ενέργειες και να λάβει, όπου μπορεί, τα μέτρα που εμπίπτουν στη δική του αρμοδιότητα.
Μέχρι εκεί όμως.
Ο Διευθυντής δεν είναι τεχνική υπηρεσία. Δεν έχει την αρμοδιότητα να υποκαταστήσει τον φορέα που είναι υπεύθυνος για τον τεχνικό έλεγχο, τη συντήρηση ή την αποκατάσταση μιας υποδομής. Δεν έχει, επίσης, τον προϋπολογισμό ούτε τα μέσα για να εκτελέσει εργασίες που ανήκουν σε άλλο επίπεδο διοίκησης. Δεν απαλλάσσεται η σχολική διοίκηση από την υποχρέωση να επισημαίνει εγκαίρως τον κίνδυνο και να παρακολουθεί, στο μέτρο του δυνατού, την εξέλιξη μιας υπόθεσης. Είναι όμως διαφορετικό πράγμα η υποχρέωση να αναφέρεις ένα πρόβλημα και διαφορετικό η αρμοδιότητα να το λύσεις τεχνικά.
Το ίδιο ισχύει και για τον εκπαιδευτικό. Έχει καθήκον εποπτείας και πρόληψης, αλλά ασκεί αυτό το καθήκον μέσα στις πραγματικές συνθήκες της σχολικής ζωής. Δεν μπορεί να αποτρέψει κάθε περιστατικό που ενδέχεται να συμβεί. Γι’ αυτό, όταν διερευνάται ένα συμβάν, δεν αρκεί να εξετάζεται μόνο τι έκανε ή δεν έκανε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Χρειάζεται να εξετάζεται και το πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασε: ποιες ήταν οι αρμοδιότητές του, ποια μέσα διέθετε, ποιες ενέργειες είχαν προηγηθεί και, όπου απαιτείται, αν ανταποκρίθηκαν εγκαίρως οι αρμόδιοι φορείς.
Η λογοδοσία έχει νόημα όταν είναι συγκεκριμένη. Και για να είναι συγκεκριμένη, πρέπει πρώτα να ξέρουμε ποιος είχε ποια αρμοδιότητα.
Όταν η ποινική διαδικασία συναντά το σχολείο
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί: η σχέση της καθημερινής σχολικής λειτουργίας με την ποινική διαδικασία. Φυσικά, κάθε ενδεχόμενη αξιόποινη πράξη πρέπει να διερευνάται από τις αρμόδιες αρχές. Το σχολείο δεν αποτελεί εξαίρεση από το κράτος δικαίου και οι εκπαιδευτικοί δεν είναι υπεράνω του νόμου.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού.
Χρειάζεται να διακρίνουμε την πραγματική τέλεση μιας αξιόποινης πράξης από ένα δύσκολο παιδαγωγικό ή υπηρεσιακό περιστατικό. Να διακρίνουμε επίσης τη νόμιμη διερεύνηση μιας καταγγελίας από την προκαταβολική αντιμετώπιση ενός ανθρώπου ως υπαιτίου πριν ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη διαδικασία.
Αυτό αφορά όλους τους πολίτες και, φυσικά, και τους εκπαιδευτικούς.
Υπάρχει όμως και μια ιδιαιτερότητα της σχολικής λειτουργίας που δεν πρέπει να παραβλέπεται. Αν ένας Διευθυντής ή ένας εκπαιδευτικός απομακρυνθεί από τη σχολική μονάδα κατά τη διάρκεια του ωραρίου του, η συνέπεια δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Μπορεί να επηρεάσει άμεσα την οργάνωση της ημέρας, την εποπτεία των μαθητών και την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να δημιουργηθεί ένα καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης για τους εκπαιδευτικούς. Είναι να διαμορφωθούν διαδικασίες που να προστατεύουν ταυτόχρονα το κράτος δικαίου και την ομαλή λειτουργία της σχολικής μονάδας.
Από την αναζήτηση του υπευθύνου στην αναζήτηση της αιτίας
Ίσως εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης. Μετά από ένα σοβαρό περιστατικό, είναι φυσικό να αναζητούμε ευθύνες. Δεν θα έπρεπε όμως να σταματάμε εκεί.
Χρειάζεται να ρωτάμε τι ακριβώς συνέβη, ποιοι παράγοντες συνέβαλαν, ποια μέτρα είχαν ληφθεί, ποια μέτρα δεν λειτούργησαν και τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά την επόμενη φορά.
Αυτή η προσέγγιση δεν σημαίνει επιείκεια. Σημαίνει πρόληψη.
Αν ένα σχολικό κτίριο παρουσιάζει πρόβλημα, χρειάζεται να εξεταστεί όχι μόνο ποιος το διαπίστωσε αλλά και ποιος έχει την αρμοδιότητα να το αποκαταστήσει. Αν υπάρχει έλλειψη προσωπικού, πρέπει να εξεταστεί πώς επηρεάζει την εποπτεία. Αν ένα περιστατικό επαναλαμβάνεται, πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες και όχι μόνο ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας. Μόνο έτσι η διερεύνηση ενός περιστατικού μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική βελτίωση.
Ο εκπαιδευτικός δεν είναι ούτε υπεράνω ελέγχου ούτε ο εύκολος ένοχος
Οι εκπαιδευτικοί δεν χρειάζονται ασυλία. Χρειάζονται σαφείς κανόνες, σαφείς αρμοδιότητες και ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους χωρίς να θεωρούνται εκ προοιμίου υπεύθυνοι για κάθε δυσλειτουργία του συστήματος.
Το ίδιο ισχύει και για τον Διευθυντή.
Οφείλει να κάνει όσα του αναλογούν. Να αναφέρει, να οργανώνει, να εποπτεύει, να παρεμβαίνει όπου μπορεί και να τεκμηριώνει τις ενέργειές του. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να του αποδίδεται ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα άλλων φορέων. Η ασφάλεια και η εύρυθμη λειτουργία του σχολείου είναι υπόθεση πολλών. Εκπαιδευτικών, Διευθυντών, στελεχών εκπαίδευσης, Δήμων, υπηρεσιών και Πολιτείας. Κάθε επίπεδο έχει τον δικό του ρόλο και τη δική του ευθύνη. Γι' αυτό και μετά από ένα δύσκολο περιστατικό ίσως αξίζει να κάνουμε ένα βήμα πίσω πριν αναζητήσουμε τον άνθρωπο που θα βρεθεί στο επίκεντρο.
- Να δούμε πρώτα τα πραγματικά περιστατικά.
- Να ξεχωρίσουμε την ευθύνη από την αρμοδιότητα.
- Να δούμε τι μπορούσε πράγματι να κάνει ο καθένας και τι δεν μπορούσε.
- Και, τελικά, να αναρωτηθούμε όχι μόνο ποιος πρέπει να ελεγχθεί, αλλά και τι πρέπει να αλλάξει.
Γιατί ένα ασφαλές και λειτουργικό δημόσιο σχολείο δεν οικοδομείται με τον φόβο. Ούτε όμως με την απουσία λογοδοσίας. Οικοδομείται όταν οι κανόνες είναι σαφείς, οι αρμοδιότητες πραγματικές, τα μέσα επαρκή και η ευθύνη αποδίδεται εκεί όπου πράγματι ανήκει.
Η Μαίρη Πλέσσα είναι Φιλόλογος-Ιστορικός, Μ.Α., M.Ed., Διευθύντρια του 3ου ΓΕΛ Κορυδαλλού «Μελίνα Μερκούρη» και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ένωσης Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.