Η γραφή με πένα δεν τελείωνε μόλις ο μαθητής έβαζε τελεία. Το μελάνι χρειαζόταν χρόνο για να στεγνώσει και μια βιαστική κίνηση μπορούσε να μουτζουρώσει όλη τη σελίδα.
Γι’ αυτό υπήρχε το στυπόχαρτο: ένα παχύ, απορροφητικό χαρτί που τραβούσε το μελάνι που περίσσευε. Ο μαθητής το ακουμπούσε προσεκτικά πάνω στο γραπτό και το σήκωνε χωρίς να το σύρει. Με τον καιρό, το στυπόχαρτο γέμιζε κηλίδες και ανάποδα αποτυπώματα λέξεων, σαν μικρό αρχείο της σχολικής του δουλειάς.
Και το μελανοδοχείο είχε μια άλλη ονομασία: καλαμάρι. Από αυτό προέρχεται η λέξη «καλαμαράδες» για όσους εργάζονταν με την πένα και το χαρτί, όπως δάσκαλοι, υπάλληλοι και λόγιοι. Η λέξη μπορούσε να χρησιμοποιείται και πειρακτικά από ανθρώπους που έκαναν χειρωνακτική εργασία.
Πένα, καλαμάρι και στυπόχαρτο έχουν σχεδόν χαθεί από τη σχολική τσάντα. Έμειναν όμως στη γλώσσα μας και στις συλλογές των μουσείων, θυμίζοντας την εποχή που ακόμη και το στέγνωμα μιας λέξης απαιτούσε προσοχή.
* Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης