Υπάρχει μια χαρακτηριστική νεύρωση της εποχής μας, που δεν έχει ακόμη βρει το όνομά της στα εγχειρίδια: η πεποίθηση ότι κάθε αξία μπορεί αλλα και και πρέπει να μετατραπεί σε ποσοστό. Ένα πρόσφατο άρθρο σε εκπαιδευτικό ιστότοπο, γραμμένο μάλιστα από «ακαδημαϊκά υπεύθυνο προγραμμάτων ΑΙ», αποτελεί υποδειγματική περίπτωση αυτής της νεύρωσης: είκοσι και πλέον αναφορές στη λέξη «οικοσύστημα» συνοδευόμενες από μια ασταμάτητη παράθεση ποσοστών (62,7%, 31,9%, 75%, 4,8%), σαν το ποσοστό να είναι η ίδια η εξήγηση, όχι απλώς το σύμπτωμα. Ο συγγραφέας θρηνεί ότι η Ελλάδα «υποχωρεί» στην 51η θέση ενός διεθνούς πίνακα κατάταξης νεοφυών επιχειρήσεων. Δεν αναρωτιέται στιγμή αν αυτός ο πίνακας μετράει κάτι που αξίζει να μετρηθεί.
Οικοσύστημα δίχως βιολόγο
Ας σταθούμε λίγο στη λέξη που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί καμιά εικοσαριά φορές, σαν να είναι κλειδι πασπαρτου που ανοιγει ολες τις κλειδωμενες πορτες : «οικοσύστημα». Κανένας βιολόγος δεν θα ανεχόταν τέτοια κατάχρηση. Ένα οικοσύστημα, στην αυστηρή του σημασία, είναι δίκτυο αλληλεξαρτώμενων οργανισμών με ενεργειακές ροές, τροφικές αλυσίδες, ισορροπίες θηρευτή-θηράματος — κάτι που δημιουργείται, ρυθμίζεται και καταρρέει μέσα σε χρόνο βιολογικό, όχι εντός ενός φορολογικού έτους. Όταν η λέξη μεταφέρεται ασύστολα σε νεοφυείς επιχειρήσεις, σβήνεται κάθε βιολογικό της περιεχόμενο και μένει μόνο το κέλυφος — μια λέξη-γόης που δίνει την ψευδαίσθηση οργανικότητας σε κάτι που είναι, στην πραγματικότητα, χρηματοοικονομικός μηχανισμός με δείκτες, funding rounds και exits. Το «οικοσύστημα» δεν μεγαλώνει όπως ένα δάσος· «αναπτύσσεται» όπως ένα χαρτοφυλάκιο. Η μεταφορά δεν είναι αθώα αλλα δανείζεται το κύρος της φύσης για να νομιμοποιήσει κάτι που δεν έχει καμία σχέση με αυτήν.
Η αριθμολαγνεία ως άρνηση του Μέτρου
Εδώ βρίσκεται η ανθρωπολογική ειρωνεία: η λέξη «μέτρο» χρησιμοποιείται από τους θιασώτες της κατάταξης με την πιο πτωχευμένη της σημασία δηλαδη ως μονάδα μέτρησης, ως αριθμός σε πίνακα. Ενώ η αρχαία ελληνική σκέψη, από το Κοσμικόν Μέτρον του Ηρακλείτου έως το αριστοτελικό Μέτρον στα Ηθικα Νικομαχεια , εννοούσε κάτι εντελώς διαφορετικό: όχι ποσότητα, αλλά ισορροπία· όχι αύξηση, αλλά ορθή αναλογία ανάμεσα σε ελλειψη και υπερβολή. Η αρετή, για τον Αριστοτέλη, δεν είναι μεγιστοποίηση αλλα η Φρόνηση, η ικανότητα να ξέρεις πόσο, πότε, πως και για ποιο σκοπό.
Μια νεοφυής επιχείρηση που πράγματι καινοτομεί δεν αποδεικνύει την αξία της με τον ρυθμό αύξησής της, όπως δεν αποδεικνύει κανείς τη φρόνησή του με το πόσο γρήγορα μιλάει. Η καινοτομία, αν είναι πραγματική, χρειάζεται Φειδώ , την ικανότητα να μη σπαταλάς και να μην σοαταλιεσαι , να περιμένεις τη σωστή στιγμή, να μετράς την πρόοδο με άλλα κριτήρια από το ταχύτερο ποσοστό. Η αριθμολαγνεία αυτή δεν είναι μόνο μεθοδολογικό λάθος· είναι η ίδια η άρνηση του Μέτρου που υποτίθεται ότι επικαλείται όταν λέει «μετράμε».
Ο τυφλοσούρτης της αριθμομανίας
Όλες αυτές οι εταιρείες δεδομένων — StartupBlink και οι όμοιές της — που μετρούν οικοσυστήματα, συγκρίνουν χώρες, κατατάσσουν πόλεις σε πίνακες, δεν είναι παρά τυφλοσούρτες: οδηγοί που δεν βλέπουν, αλλά υπόσχονται όραση σε όποιον τους ακολουθεί τυφλά. Ο συγγραφέας του άρθρου δεν αναρωτιέται στιγμή αν ο πίνακας μετράει κάτι πραγματικό· τον ακολουθεί σαν τυφλός, πεπεισμένος ότι η θέση 51 είναι γεγονός και όχι κατασκευή. Κι έτσι μια χώρα καλείται να προσανατολιστεί, να «βρει τον δρόμο της», ακολουθώντας τον τυφλοσούρτη άλλων τυφλών : εταιρειών που μετρούν αριθμούς άλλων εταιρειών που μετρούν αριθμούς, σε μια αλυσίδα χωρίς κανέναν στο τέλος της να βλέπει πραγματικά τι μετράει.
Η αγωνία του υστερούντος
Το άρθρο διαπνέεται από μια βαθιά αγωνία σύγκρισης : η Ελλάδα «χάνει έδαφος», «υστερεί», ενώ η Κύπρος, η Τουρκία, τα Βαλκάνια «ανεβάζουν ταχύτητα». Είναι η γλώσσα του αγώνα δρόμου, όχι της σκέψης. Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το ανθρωπολογικό ερώτημα: τι είδους πολιτισμό παράγει μια κοινωνία που μαθαίνει να αξιολογεί τον εαυτό της αποκλειστικά μέσα από τη θέση της σε έναν πίνακα φτιαγμένο από μια αμερικανική εταιρεία δεδομένων;
Ο συγγραφέας επικαλείται τον Θεμιστοκλή και τα «ξύλινα τείχη» — αλλά ξεχνά ότι ο Θεμιστοκλής δεν κέρδισε στη Σαλαμίνα μετρώντας πλοία σε πίνακα κατάταξης. Κέρδισε επειδή κατάλαβε τι σήμαινε το «τείχος», πέρα από την κυριολεξία του , δηλαδή επειδή άσκησε ακριβώς αυτό που ο ίδιος ο συγγραφέας παραλείπει σε όλο το κείμενό του: Φρόνηση, όχι αριθμητική.
Βαλκανιάδα με χρονόμετρο
Κι έτσι φτάνουμε στην ουτοπία που υπόσχονται όλες αυτές οι μετρήσεις: έναν κόσμο-στάδιο, όπου τα έθνη τρέχουν σε διαδρόμους με αριθμημένες θέσεις, ο εκφωνητής ανακοινώνει ποσοστά σαν χρόνους 100άρι, και ένας φωτεινός πίνακας στο βάθος αναβοσβήνει «Βόρεια Μακεδονία +75%!» σαν να έσπασε ρεκόρ Βαλκανιονικίου. Η Κωνσταντινούπολη στριφογυρίζει στον διάδρομο 38, η Λεμεσός κάνει θριαμβευτικό γύρο τιμής στον διάδρομο 34, κι η Ελλάδα, λαχανιασμένη στον διάδρομο 51, ακούει τον προπονητή-ακαδημαϊκό να της φωνάζει από την εξέδρα να «τρέξει πιο γρήγορα το οικοσύστημά της». Κανείς δεν ρωτάει προς τα πού τρέχουν, ούτε γιατί το τρέξιμο θεωρήθηκε αρετή· αρκεί το χρονόμετρο να δείχνει βελτίωση, κι ας μην έχει απομείνει κανείς για να χειροκροτήσει στο τέρμα, αφού όλοι είναι στον στίβο, κοιτάζοντας μόνο το δικό τους νούμερο. Ο Ηράκλειτος, κάπου στις κερκίδες, θα γελούσε πικρά με το Μέτρον του κατεβασμένο στα μπόι ενός στοιχηματικού ταμπλό.
ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΣΓΟΥΝΗΣ
ΔΡ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΣΟΡΒΟΝΝΗΣ