Για να αντιληφθούμε τη σημασία της μαζικής επικοινωνίας στην κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, αρκεί να αναλογιστούμε ότι στις μέρες μας τα ΜΜΕ και κυρίως η τηλεόραση μεταδίδουν στα παιδιά πολύ περισσότερες πληροφορίες από ότι η οικογένεια και το σχολείο. Προσφέρουν ενημέρωση, γνώσεις, ψυχαγωγία αλλά και αξίες, τρόπους ζωής και συμπεριφοράς, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό αποφασιστικά στην κοινωνικοποίησή τους.
Η τηλεόραση διαμεσολαβεί ανάμεσα στο παιδί και την πραγματικότητα δημιουργώντας έτσι έναν κόσμο παράλληλο με τον πραγματικό. Χρησιμοποιεί ορισμένα στοιχεία της πραγματικότητας και τα αναμειγνύει με φανταστικά, κατασκευάζοντας μια ψεύτικη αίσθηση πραγματικότητας. Παρέχει μια μάζα ετερόκλητων πληροφοριών για των έξω κόσμο, χωρίς να λογαριάζει την ιδιαιτερότητα του παιδιού, το γνωστικό και ηλικιακό του επίπεδο, χωρίς να εξηγεί τις αιτίες και τα αποτελέσματα των γεγονότων που καθίστανται με αυτόν τον τρόπο θέαμα.
Σύμφωνα με τον Γάλλο ψυχαναλυτή-ψυχίατρο Serge Tisseron, τα παιδιά δεν πρέπει να βλέπουν καθόλου τηλεόραση πριν από τα τρία χρόνια, καθόλου παιχνίδια σε κονσόλα πριν από τα έξι χρόνια, καθόλου internet πριν από τα εννέα και καθόλου social media πριν από τα δώδεκα έτη. Ο κανόνας αυτός ονομάζεται «3-6-9-12» και το 2011 έγινε αποδεκτός από τη Γαλλική Ένωση Παιδιάτρων.
Γιατί εστιάζουμε στην τηλεόραση και στα παιδιά;
Στις μέρες μας συνηθίζουμε να αντικαθιστούμε τη συζήτηση περί τηλεόρασης με τον όρο «κουλτούρα της οθόνης», ώστε να αναγνωρίζουμε την τάση σύγκλισης των διάφορων μέσων που έχουν οθόνη, όπως η τηλεόραση, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, το διαδίκτυο, ο κινηματογράφος και τα κινητά τηλέφωνα. Όλα είναι σημαντικά οπτικοακουστικά μέσα και μεταδίδουν μεγάλη αφθονία περιεχομένων, όμως τηλεόραση παραμένει το κυρίαρχο μέσο, ακόμη και σε εκείνες τις κουλτούρες που το διαδίκτυο έχει αγγίξει ένα υψηλό ποσοστό διάδοσης. Έρευνες σε ΗΠΑ και Ευρώπη δείχνουν πως τα παιδιά εξακολουθούν να περνούν πολύ χρόνο παρακολουθώντας τηλεόραση παρά σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, αντιμετωπίζοντάς την ως τον δικό τους τρόπο διαφυγής όποτε νιώθουν μοναξιά ή πλήττουν (Lemish, 2009).
Αν και είναι αποδεκτό πως τα σημερινά παιδιά ζουν σε έναν κόσμο όπου η παιδική ηλικία ολοένα και μειώνεται, αυτή καταλαμβάνει μια μοναδική εποχή για τον ανθρώπινο κύκλο ζωής. Στις μελέτες για τη σχέση τηλεόρασης και παιδιών διαπιστώνεται μεγάλη ευαισθησία στις απόψεις για την έννοια της «παιδικής ηλικίας», για τον κοινωνικά κατασκευασμένο χαρακτήρα της, αλλά και για τις πολλές διαστάσεις που συμπεριλαμβάνει, όπως διαφορές των φύλων, των εθνοτήτων και των κοινωνικών τάξεων. Σε μεγάλο βαθμό οι μελέτες για τα παιδιά και την τηλεόραση που κυριαρχούσαν μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα θεωρούσαν τα παιδιά ανεπαρκή: είναι ανίκανα να κατανοήσουν το τηλεοπτικό περιεχόμενο όσο οι ενήλικες, δεν έχουν ακόμα ανοσοποιηθεί στις αρνητικές επιδράσει του όπως οι ενήλικες, είναι αφελή και ευκολόπιστα. Πρόσφατα, οι θεωρίες της κουλτούρας και η κοινωνιολογία της παιδικής ηλικίας θέτουν τα παραπάνω υπό αμφισβήτηση. Προτείνουν μια προσέγγιση που τονίζει πως οφείλουμε να αναγνωρίζουμε πως τα παιδία έχουν τη δική τους προσωπική φωνή που αξίζει να την ακούμε και να την κατανοούμε με ενσυναίσθηση (Lemish, 2009).
Η τηλεόραση απέναντι στο παιδί
Το παιδικό πρόγραμμα της ελληνικής τηλεόρασης είναι στο μεγαλύτερο μέρος του ξένης παραγωγής και έχει κυρίως ψυχαγωγικό και διασκεδαστικό περιεχόμενο. Παράλληλα όμως έχει ένα λανθάνον ιδεολογικό περιεχόμενο. Οι ιστορίες χαρακτηρίζονται από έναν έκδηλο ή λανθάνοντα διδακτισμό και καταλήγουν σε κομφορμιστικές λύσεις- τα πάντα λύνονται χάρη στο θάρρος ή τη ηθικότητα του ήρωα. Σε άλλες περιπτώσεις η τελική έκβαση της ιστορίας εξυμνεί τις αξίες του νόμου και της τάξης. Συχνά τα κατορθώματα του ήρωα δεν είναι αποτέλεσμα προσπάθειας, αλλά υπερφυσικών δυνάμεων και μαγικών αντικειμένων. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει πως ο άνθρωπος υπόκειται σε υπερβατικές δυνάμεις που καθορίζουν τη μοίρα του, πράγμα που εκμηδενίζει τις δυνατότητες της ανθρώπινης πράξης. Μέσα από χιούμορ, σάτιρα, παιχνίδι και περιπέτεια προβάλλονται αξίες, πρότυπα συμπεριφοράς και τρόποι ζωής. Ενδεικτικά, ο κόσμος του Ντίσνεϊ κυριαρχείται από το χρήμα και τον καπιταλισμό. Εκφράζει το αμερικάνικο τρόπο ζωής και υποτιμάει τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Το μοντέλο κοινωνικής συμπεριφοράς που προτείνουν τα Στρουμφάκια είναι η υπακοή στους ενήλικες και η αποδοχή του συστήματος καταμερισμού της εργασίας. Οι ήρωες της επιστημονικής φαντασίας ενεργούν με έλεγχο, προγραμματισμό και υπολογισμό που οδηγούν σε αποτελεσματικότητα. Αυτά εκφράζουν τις δομές της ορθολογιστικής οργάνωσης και συγκεντρωτικής εξουσίας που χαρακτηρίζουν τις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες. Τα παιδικά τηλεπαιχνίδια κυριαρχούνται από ανταγωνισμό, οι ικανότητες δοκιμάζονται και αναπαράγεται το κοινωνικό παιχνίδι του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπου οι ελευθερία και η ισότητα δεν είναι πραγματικές αλλά τυπικές (Ματλάρ & Ντορμάν, 1982).
Αυτό το περιεχόμενο των παιδικών εκπομπών ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες συνθήκες παραγωγής των πολιτιστικών βιομηχανιών. Το περιεχόμενο και η μορφή τους καθορίζονται από το κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής της μαζικής κουλτούρας. Η ελληνική τηλεόραση τροφοδοτείται με προϊόντα ξένων πολιτιστικών βιομηχανιών και συμβάλλει στη διάδοσή τους. Πρόκειται για προκατασκευασμένα, τυποποιημένα και ομοιόμορφα πολιτιστικά εμπορεύματα με ανταλλακτική αξία. Οι παιδικές εκπομπές αποτελούν πολιτιστικά αγαθά και ταυτόχρονα ένα εμπόρευμα προορισμένο για μαζική κατανάλωση. Σαν πολιτιστικό αγαθό εκφράζει τις δομές και την κουλτούρα της χώρας προέλευσης. Είναι δημιούργημα των ενηλίκων πάνω στο οποίο προβάλλουν αξίες της κοινωνικής τάξης, τις φαντασιώσεις, τις επιθυμίες, τις μνήμες της δικής τους παιδικής ηλικίας (Βρύζας, 2012).
Το παιδί απέναντι στην τηλεόραση
Η τηλεόραση διαδίδει τα επίσημα πρότυπα συμπεριφοράς, κατασκευάζει εξιδανικευμένη εικόνα της παιδικότητας και διαχωρίζει τους ρόλους των φύλων. Είναι μια κοινή «γλώσσα» για όλα τα παιδιά, τα εμποτίζει με τις ίδιες πληροφορίες και αξίες και τείνει να ομογενοποιήσει τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς τους. Αυτό όμως δε σημαίνει πως υπάρχει ταυτόσημη χρήση ή ομοιόμορφη αφομοίωση των ίδιων παραστάσεων και μοντέλων. Η επιλογή προγράμματος, η διάρκεια και συχνότητα παρακολουθήσεων, οι προτιμήσεις, οι συνθήκες παρακολούθησης και ο τρόπος πρόσληψης του μηνύματος ποικίλει ανάλογα με το φύλο, την κοινωνική προέλευση του παιδιού και την ηλικία,
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Βρύζα (2012), οι μικρότερες ηλικίες δυσκολεύονται να διακρίνουν το πραγματικό από το φανταστικό, το ψεύτικο από το αληθινό. Επίσης δεν αντιλαμβάνονται τα μηνύματα στην ολότητά τους. Συγκρατούν αυτά που καταλαβαίνουν και το υπόλοιπο το απορρίπτουν. Αδυνατούν να παρακολουθήσουν τη διήγηση περίπλοκων ιστοριών, ούτε μπορούν να διακρίνουν τα ουσιώδη από τα επουσιώδη χαρακτηριστικά της ιστορίας. Αντιλαμβάνονται μόνο αποσπασματικά μια σειρά από στιγμές, που είναι φορτισμένες συγκινησιακά, χωρίς να μπορούν να ακολουθήσουν την αλυσίδα των γεγονότων. Ο βαθμός προσοχής, το επίπεδο κατανόησης και η ικανότητα μνημόνευσης αλλάζουν με την ηλικία. Τα παιδιά επιλέγουν τα μηνύματα και τα ερμηνεύουν ανάλογα με την ηλικία, την ιδιοσυγκρασία, τις προσδοκίες τους και αυτά που έμαθαν από το άμεσο περιβάλλον τους.
Τηλεόραση, φαντασία και δημιουργικότητα
Η τηλεόραση έχει κατηγορηθεί ότι «σκοτώνει» τη φαντασία και τη δημιουργικότητα των παιδιών και τους επιβάλλει ένα περιορισμένο φάσμα αφηγήσεων, ιδεών και χαρακτήρων για τον κόσμο. Σε αρκετές από τις μελέτες παλιότερων χρόνων διαπιστώθηκαν αρνητικές σχέσεις ανάμεσα στην τηλεόραση και στις επιδόσεις των παιδιών σε ποικίλες δημιουργικές διεργασίες, όπως η σκέψη, η επίλυση προβλημάτων και οι ικανότητες γραφής. Οι διαπιστώσεις αυτές δικαιώνουν τη διαδεδομένη πεποίθηση πως η μεγάλη κατανάλωση τηλεόρασης παρεμποδίζει πράγματι την ανάπτυξη των δημιουργικών ικανοτήτων των παιδιών. Επιπλέον διαπιστώθηκε πως τα παιδιά που μεγάλωναν σε κοινότητες χωρίς τηλεόραση έπαιρναν καλύτερους βαθμούς σε τεστ δημιουργικότητας. Οι μελέτες αυτές διεξήχθησαν σε περιόδους που οι ερευνητές μπορούσαν να βρουν κοινωνίες χωρίς τηλεόραση που δε διέφεραν από τον γενικό πληθυσμό. Ωστόσο, σήμερα είναι δύσκολο να βρούμε τέτοιες κοινωνίες ώστε να τις αναπλάσουμε. Όμως, παρότι τα πορίσματά τους δεν έχουν επαληθευτεί, συνεχίζουν να τροφοδοτούν και να προκαλούν μια ζωτική αντιπαράθεση για το αν όντος υπάρχει μια αιτιώδης αρνητική σχέση ανάμεσα στην τηλεόραση και στη δημιουργικότητα και τη φαντασία, δηλαδή αν η τηλεόραση παρεμποδίζει την ανάπτυξη της δημιουργικότητας στα παιδιά (Singer, 1993).
Άλλες έρευνες επικεντρώθηκαν στο κατά πόσο οι τηλεοπτικές ιστορίες διαφέρουν σε σύγκριση με άλλες μορφές ιστοριών ως ερεθίσματα για τη δημιουργικότητα και τη φαντασία των παιδιών. Μια υπόθεση εργασίας υποστηρίζει πως η τηλεοπτική εκδοχή μιας ιστορίας ενεργοποιεί λιγότερες δημιουργικές ιδέες, λύσεις προβλημάτων και πλοκές από ότι η ίδια ιστορία όταν παρουσιάζεται σε έντυπη η προφορική μορφή. Υποστηρίχθηκε πως η έλξη που ασκούν οι οπτικές πλευρές της τηλεόρασης ανατρέπεται από τα πλεονεκτήματα του ακουστικού-λεκτικού διαύλου κατανόησης. Εφόσον οι έρευνες αυτές πραγματοποιήθηκαν σε ΗΠΑ και Ευρώπη η εν λόγω διαπίστωση εγείρει το πρόβλημα της καθολικότητας του φαινομένου. Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα: μήπως τα παιδιά που μεγαλώνουν σε κουλτούρες με περισσότερο προφορικό προσανατολισμό, σε αντιδιαστολή με αυτά που μεγαλώνουν προσανατολισμένα στην εικόνα, έχουν διαφορετικές επιδόσεις απλώς επειδή έχουν μεγαλώσει με τρόπο ώστε να δίνουν προτεραιότητα σε συγκεκριμένα σύνολα νοητικών δεξιοτήτων έναντι κάποιων άλλων (Lemish, 2009);
Ένα άλλο ερευνητικό πεδίο είναι ο ρόλος που παίζει η τηλεόραση ως ερέθισμα του φανταστικού παιχνιδιού, που εναλλακτικά ονομάζεται «παιχνίδι προσποίησης» ή «φανταστικό παιχνίδι». Πολλές έρευνες βασίζονται στην υπόθεση πως η τηλεόραση μπορεί να εκτοπίσει το ελεύθερο παιχνίδι, ιδίως στα μικρά παιδιά που αναμένεται να επιδίδονται περισσότερο σε αυτό το είδος παιχνιδιού. Οι έρευνες αυτές υποστηρίζουν ότι τα είδη προγραμμάτων που παρακολουθούν τα παιδιά παίζουν καθοριστικό ρόλο στις εκβάσεις του φαντασιακού και φανταστικού παιχνιδιού από ότι η ποσότητα χρόνου που αφιερώνουν στην τηλεόραση. Συγκεκριμένα, η παρακολούθηση φανταστικής βίας στην τηλεόραση μπορεί να παρεμποδίσει ή να αντικαταστήσει το φανταστικό παιχνίδι. Αντίθετα, τα εκπαιδευτικά προγράμματα που ενθαρρύνουν θετικές κοινωνικές συμπεριφορές και είναι σχεδιασμένες ώστε να δώσουν το ερέθισμα για φανταστικό παιχνίδι, μπορούν όντως να το ενθαρρύνουν. Οι επικριτές της ιδιωτικής τηλεόρασης ισχυρίζονται πως τα περισσότερα προγράμματα που προβάλλονται στους τηλεοπτικούς σταθμούς ενθαρρύνουν την παθητική παρακολούθηση παρά την ενεργητική σκέψη και φαντασία, και σπανίως δίνουν ευκαιρίες στα μικρά παιδιά να επιδοθούν σε δημιουργικό φανταστικό παιχνίδι, που θεωρείται ουσιαστικό για την ανάπτυξή τους (Lemish, 2009).
Στον αντίποδα, υπάρχουν εθνογραφικές μελέτες περίπτωσης και ανέκδοτες εργασίες με πολλές περιγραφές που εξηγούν τις δυνητικές διασυνδέσεις μεταξύ της τηλεόρασης και των παιδιών που λειτουργούν ως ερεθίσματα για τη φαντασία και το παιχνίδι. Διαπιστώθηκε πως τα παιδιά χρησιμοποιούσαν όλες τις μορφές τηλεοπτικού περιεχομένου για να κατασκευάσουν τους δικούς τους κόσμους προσποίησης και για να εκφράσουν τις επιθυμίες τους με το φανταστικό παιχνίδι μέσα σε αυτούς τους κόσμους. Επίσης, διαπιστώθηκε πως τα παιδιά δανείζονται από τα περιβάλλοντα, τα αντικείμενα τους χαρακτήρες τα κοστούμια, τις αφηγήσεις, τις ειδικές πληροφορίες που βλέπουν στην τηλεόραση και τα ενσωματώνουν στις δικές τους φανταστικές ιστορίες (Lemish, 2009).
Τηλεοπτική βία και παιδιά
Το πρόβλημα της τηλεοπτικής βίας είναι ένα ανησυχητικό φαινόμενο, μιας και τα παιδιά και ιδιαίτερα τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας δεν παρακολουθούν μόνο παιδικά προγράμματα, αλλά και προγράμματα που απευθύνονται σε ενήλικες. Στα τηλεοπτικά προγράμματα οι βιαιότητες παρουσιάζονται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα από ότι στην καθημερινή ζωή. Εγκλήματα, φόνοι, βιασμοί, διαρρήξεις κατακλύζουν καθημερινά τη μικρή οθόνη. Ένα παιδί προσχολικής ηλικίας υπολογίζεται πως παρακολουθεί περίπου 4.000 πράξεις βίας τον χρόνο στην τηλεόραση (Βρύζας, 2012).
Ωστόσο δεν είναι μόνο το μέγεθος της βίας στην τηλεόραση που προκαλεί ανησυχία για τη δυνατότητα των παιδιών να αναπτύξουν μια υγιή κοινωνική ζωή, αλλά και τα είδη των βίαιων πράξεων και οι συνθήκες στις οποίες εκδηλώνονται. Στην πλειοψηφία των προγραμμάτων οι χαρακτήρες μένουν ατιμώρητοι για τις πράξεις τους. Οι μισές αναπαραστάσεις βίαιων πράξεων δεν δείχνουν τα θύματα να υποφέρουν, ενώ η μειοψηφία παρουσιάζουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της βίας, όπως αυτές που είναι συναισθηματικής ή οικονομικής φύσεως. Μάλιστα, ένα πολύ μικρό ποσοστό που παρουσιάζουν βία εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να την κρίνουν ή να συζητήσουν μη βίαιες επιλογές για την επίλυση προβλημάτων (Lemish, 2009).
Σχετικά με τις συνέπειες της τηλεοπτικής βίας στα παιδιά υπάρχουν δύο βασικές θέσεις. Η πρώτη είναι φροϋδικής έμπνευσης και υποστηρίζει πως η παρακολούθηση σκηνών βίας παίζει έναν ρόλο «κάθαρσης», γιατί επιτρέπει διαμέσου των μηχανισμών προβολής και ταύτισης με τον επιθετικό ήρωα, την εκτόνωση της παιδικής επιθετικότητας. Το παιδί ταυτίζεται με τον επιθετικό ήρωα και ζει μαζί του τις βίαιες πράξεις που το ίδιο δε θα τολμούσε να κάνει. Έτσι αποκαθαίρεται από τις επιθετικές του ορμές. Η δεύτερη θέση θεωρεί την επιθετικότητα ως μια αντιδραστική συμπεριφορά που μαθαίνεται. Είναι το αποτέλεσμα της κοινωνικής μάθησης με την παρατήρηση και την μίμηση. Η παρατήρηση της βίαιης συμπεριφοράς στην τηλεόραση αυξάνει τις πιθανότητες εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς στο παιδί-παρατηρητή. Το παιδί έχει πολύ μεγάλη ικανότητα να μιμείται την κοινωνική συμπεριφορά των προτύπων του περιβάλλοντός του. Με την παρατήρηση των επιθετικών προτύπων της τηλεόρασης μαθαίνει νέους τρόπους επιθετικής συμπεριφοράς (Βρύζας, 2012).
Τα επιθετικά πρότυπα της τηλεόρασης επηρεάζουν τα παιδιά. Το πρόβλημα όμως είναι αν η αρνητική επίδραση είναι προσωρινή ή οι συνέπειές της εμφανίζονται μακροπρόθεσμα. Στο σημείο αυτό δεν υπάρχει ομοφωνία στα συμπεράσματα των ερευνών. Επιπλέον, θα πρέπει να ερευνηθεί το αποτέλεσμα της μάθησης της επιθετικής συμπεριφοράς από το πρότυπο, μέσα σε πραγματικές συνθήκες της καθημερινής ζωής. Η δεύτερη θέση είναι αμφισβητήσιμη για τρεις κυρίως λόγους. Αρχικά γιατί απομονώνει τη βία από το σύνολό της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεύτερον γιατί απομονώνει την τηλεόραση και ειδικότερα τα προγράμματα βίας από το σύνολο των παραγόντων που επηρεάζουν την επιθετική συμπεριφορά και τρίτον γιατί θεωρεί ότι η αιτιατή σχέση είναι μονής κατεύθυνσης με αφετηρία το τηλεοπτικό ερέθισμα, ενώ η σχέση αυτή είναι λογικά αντιστρέψιμη (Βρύζας, 2012).
Η τηλεόραση προσφέρει στο παιδί μια πληροφόρηση για τον κόσμο, που είναι ευρύτερη από εκείνη που δίνει το σχολείο ή η οικογένεια. Ωστόσο, η γνώση αυτή δεν συνδέεται με τις άμεσες εμπειρίες και πρακτικές του. Είναι επιφανειακή, αποσπασματική και προσφέρεται χωρίς κανένα κριτήριο διάκρισης. Δεν αφορά τόσο τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, όσο το φανταστικό και πλασματικό κόσμο που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος.
Παράλληλα, η τηλεόραση είναι ένας θεσμός κοινωνικοποίησης που μεταδίδει αξίες και παραστάσεις -κυρίως εκείνες των κυρίαρχων τάξεων- που ανταποκρίνονται στη δόμηση της κοινωνίας σε κοινωνικές τάξεις, ομάδες ηλικίας και ομάδες φύλου οι οποίες εμπεριέχουν σχέσεις εξουσίας. Προβαίνει σε μια συμβολική και ιδεολογική αναπαραγωγή της κοινωνικής πραγματικότητας και επιχειρεί να νομιμοποιήσει και να αποδεχτεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων..
Άλλοτε η διαδικασία της κοινωνικοποίησης γινόταν με μεσολαβητές τους γονείς, τους παππούδες, τις γιαγιάδες και αργότερα τους δασκάλους. Η τηλεόραση αντέστρεψε τη διαδικασία αυτή. Για αυτό οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να τροποποιήσουν τον παραδοσιακό τους ρόλο και να μάθουν στα παιδιά να βλέπουν τηλεόραση με κριτικό τρόπο ώστε να γίνουν ενεργοί τηλεθεατές. Τα ΜΜΕ με κατάλληλη αξιοποίηση μπορούν να γίνουν όργανο πολιτισμού και εργαλείο μάθησης.
Βιβλιογραφία
Βρύζας, Κ. (2012). Μέσα επικοινωνίας και παιδική ηλικία. Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
Chombart De Lauwe, M. J. (1985). «L’ interaction enfant/television, etudes de radio-television». Στο Radio-Televisionbelde de la Communaute francaise, no 34, Fevrier 1985, 41-83.
Lemish, D. (2009). Παιδιά και τηλεόραση μια παγκόσμια προοπτική. Αθήνα: Τόπος.
Μαργαρίτη, Μ. (2022) Ο κανόνας «3-6-9-12» για τα παιδιά και την οθόνη – Μια συνέντευξη με τον γνωστό Γάλλο ψυχαναλυτή Serge Tisseron, https://www.ertnews.gr/eidiseis/o-kanonas-3-6-9-12-gia-ta-pedia-ke-tin-othoni-mia-sinentefxi-me-ton-gnosto-gallo-psichanaliti-serge-tisseron/, τελευταία επίσκεψη: 9-1-2023.
Ματλάρ, Α. & Ντορμάν, Α. (1982). Ντόναλντ ο απατεώνας. Αθήνα: Ύψιλον.
Singer, D. G. (1993). «Creativity of children in a television word». Στο: Berry, G. L. and Asamen, J. K. (eds), Children and television images in a changing socio-cultural word (pp. 73-86). Newbury Park, CA: Sage.
* Της Κουκουμάκα Ελισάβετ (εκπαιδευτικός, συγγραφέας, δημοσιογράφος-επικοινωνιολόγος)
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Απολύθηκε αναπληρωτής με Airbnb στο όνομά του - Γιατί θεωρήθηκε «έμπορος»
Ανακοινώθηκε επίσημα ο 3ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός ΑΣΕΠ με νέα ύλη