Το ρήμα «ξελαγαρίζω» δεν χρησιμοποιείται ιδιαίτερα συχνά στην καθομιλουμένη.
«Ξελαγαρίζω»
Το ρήμα «ξελαγαρίζω» σημαίνει ότι κάνω κάτι λαγαρό, δηλαδή καθαρό σαν το νερό. Επομένως σημαίνει γίνομαι καθαρός, αποκτώ διαύγεια.
Συνώνυμη λέξη: Ξεκαθαρίζω.
Σχολικές εκδρομές: Ο καθηγητής μπορεί να πάρει το κινητό από τα χέρια του μαθητή και να το κλείσει
Αρχαιολογικό μυστήριο στο Φάληρο: 79 άνδρες βρέθηκαν αλυσοδεμένοι και στοιχισμένοι σε μαζικό τάφο