Το ρήμα «ξελαγαρίζω» δεν χρησιμοποιείται ιδιαίτερα συχνά στην καθομιλουμένη.
«Ξελαγαρίζω»
Το ρήμα «ξελαγαρίζω» σημαίνει ότι κάνω κάτι λαγαρό, δηλαδή καθαρό σαν το νερό. Επομένως σημαίνει γίνομαι καθαρός, αποκτώ διαύγεια.
Συνώνυμη λέξη: Ξεκαθαρίζω.
Νέο πρόγραμμα ΔΥΠΑ: 8.000 επιδοτούμενες θέσεις εργασίας για ανέργους ηλικίας άνω των 55 ετών