Το ρήμα «ξελαγαρίζω» δεν χρησιμοποιείται ιδιαίτερα συχνά στην καθομιλουμένη.
«Ξελαγαρίζω»
Το ρήμα «ξελαγαρίζω» σημαίνει ότι κάνω κάτι λαγαρό, δηλαδή καθαρό σαν το νερό. Επομένως σημαίνει γίνομαι καθαρός, αποκτώ διαύγεια.
Συνώνυμη λέξη: Ξεκαθαρίζω.
Βάσεις Εισαγωγής 2026: Οι 20 σχολές με τα περισσότερα μόρια που τρυπάνε το ταβάνι
Η «πιο δυσάρεστη» λέξη της αγγλικής γλώσσας έχει ελληνική προέλευση