Εναργής:
ΕΠΙΘΕΤΟ 1. ορατός, εμφανής, ευδιάκριτος, χειροπιαστός |φανερός, ευκρινής, ολοκάθαρος |για όνειρα ή οράματα |λαμπρός, ξεχωριστός 2. προφανής, καταφανής, ευνόητος, κατανοητός, ξεκάθαρος
ΕΠΙΡΡΗΜΑ ορατά, φανερά, καθαρά, με σαφήνεια
Ουσιαστικό (Ενάργεια):
- η καθαρότητα, η συνοχή στη σκέψη
- η απόδοση μιας έννοιας ή η περιγραφή μιας κατάστασης με σαφή τρόπο

- που φαίνεται με ευκρίνεια και διαύγεια - Όλ' αυτά ήρθαν στη μνήμη μου ζωντανά, εναργή, σα να ήσαν μόλις χτεσινά. ( Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος) ≈ συνώνυμα: διαυγής, ευκρινής ≠ αντώνυμα: δυσδιάκριτος
- (μεταφορικά) που μπορεί εύκολα να κατανοηθεί ≈ συνώνυμα: κατανοητός, σαφής ≠ αντώνυμα: ασαφής, δυσνόητος
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ
- Από: ἐν + ἀργός > ἐναργής.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Ετήσιο τσεκάπ: Οι εξετάσεις που δεν πρέπει να αναβάλλουμε
Πορτοκαλί φανάρι: Τι λέει ο νέος ΚΟΚ
Αλλάζουν όλα στους μισθούς λόγω ΑΜΚΑ: Ποιες ηλικίες θα δουν αυξήσεις
Alfavita Newsroom