Με προσεκτικά διατυπωμένες εκφράσεις και επιλεγμένες ισορροπίες επιχείρησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, να τοποθετηθεί απέναντι στις πρόσφατες δημόσιες παρεμβάσεις της Ντόρας Μπακογιάννη. Οι τοποθετήσεις της βουλευτού της Νέας Δημοκρατίας περί «αλαζονείας» και «καβαλημένων καλαμιών» από πλευράς κυβερνητικών στελεχών προκάλεσαν εσωκομματικούς τριγμούς και μπαράζ δηλώσεων.
Στη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέφυγε την ευθεία αντιπαράθεση, δείχνοντας ωστόσο τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως τον αποκλειστικό υπεύθυνο για την αξιολόγηση και τη λήψη αποφάσεων.
Η τοποθέτηση του Παύλου Μαρινάκη
Απαντώντας στο σχετικό δημοσιογραφικό ερώτημα, ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε τον διπλό μηχανισμό αξιολόγησης -τον θεσμικό και τον πολιτικό- που διέπει τα δημόσια πρόσωπα:
«Όλοι στο τέλος της ημέρας κρινόμαστε από τον ελληνικό λαό, από τους ψηφοφόρους, από τους πολίτες. Ο ελληνικό λαός είναι ο τελικός κριτής όλων όσοι εκτιθέμεθα και έχουμε ένα δημόσιο αξίωμα. Από εκεί και πέρα, μέχρι την κρίση των πολιτών, εν προκειμένω επειδή μιλάμε για κυβερνητικά στελέχη, αυτός ο οποίος κρίνει και αξιολογεί πιθανή τέλεση τέτοιων συμπεριφορών είναι ο Πρωθυπουργός, ο οποίος βλέπει, αξιολογεί, παρατηρεί και στο τέλος της ημέρας ο ίδιος παίρνει τις αποφάσεις του. Δουλειά δικιά μας, των υπολοίπων κυβερνητικών στελεχών, είναι να προβάλουμε το κυβερνητικό έργο και να είμαστε όσο γίνεται πιο αποτελεσματικοί στα καθήκοντα που έχουμε αναλάβει».
Το παρασκήνιο των δηλώσεων και οι αντιδράσεις
Η παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία υποστήριξε ότι η μεγάλη κυβερνητική προσπάθεια αδικείται από αλαζονικές συμπεριφορές ορισμένων υπουργών, πυροδότησε κύκλο τοποθετήσεων εντός της κυβερνώσας παράταξης.
Στελέχη της κυβέρνησης, όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Μάκης Βορίδης, έσπευσαν να διαφοροποιηθούν, σημειώνοντας ότι δεν διαπιστώνουν φαινόμενα αλαζονείας ή περιφρόνησης των πολιτών. Αντίθετα, άλλα κοινοβουλευτικά και κυβερνητικά στελέχη, όπως ο Γιάννης Οικονόμου και ο Δημήτρης Καιρίδης, υπερθεμάτισαν, επισημαίνοντας την ανάγκη διατήρησης της ενσυναίσθησης και της γείωσης με την κοινωνία.
Με τη στάση του, το Μεγάρο Μαξίμου επιδιώκει να χαμηλώσει τους τόνους της εσωκομματικής συζήτησης, υπενθυμίζοντας ότι η προβολή του κυβερνητικού έργου και η αποτελεσματικότητα οφείλουν να παραμένουν η κύρια προτεραιότητα των στελεχών.