Πώς συνδέονται τα βακτήρια του στόματος με τον εγκέφαλο;
Η πιθανή σύνδεση βασίζεται σε μια διαδικασία που ξεκινά από τη διατροφή. Όταν καταναλώνονται τρόφιμα πλούσια σε νιτρικά άλατα, όπως τα παντζάρια και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα συστατικά αυτά περνούν στην κυκλοφορία του αίματος και στη συνέχεια στο σάλιο.
Εκεί, ορισμένα βακτήρια του στόματος μετατρέπουν τα νιτρικά σε νιτρώδη άλατα. Ο οργανισμός μπορεί στη συνέχεια να αξιοποιήσει τα νιτρώδη για την παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου, μιας ουσίας που συμβάλλει στη χαλάρωση των αιμοφόρων αγγείων.
Η διαδικασία αυτή μπορεί να ενισχύσει τη ροή του αίματος, μεταξύ άλλων και προς τον εγκέφαλο. Οι επιστήμονες θέλησαν, επομένως, να διαπιστώσουν εάν η παρουσία συγκεκριμένων βακτηρίων σχετίζεται με καλύτερες επιδόσεις σε τεστ που αξιολογούν τις γνωστικές δεξιότητες.
Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα
Για τις ανάγκες της μελέτης, οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά 60 άτομα από δύο ευρωπαϊκές πόλεις: το Έξετερ στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Βρυξέλλες στο Βέλγιο. Σε κάθε τοποθεσία συμμετείχαν 15 νεότεροι και 15 μεγαλύτεροι σε ηλικία ενήλικες.
Η επιλογή δύο διαφορετικών περιοχών είχε στόχο να διαπιστωθεί εάν οι σχέσεις μεταξύ του στοματικού μικροβιώματος, της ηλικίας και των γνωστικών επιδόσεων εμφανίζονταν με παρόμοιο τρόπο σε διαφορετικούς πληθυσμούς.
Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε δέκα δοκιμασίες που αξιολογούσαν τη μνήμη, τη συγκέντρωση και την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών. Παράλληλα, οι επιστήμονες συνέλεξαν δείγματα από τη γλώσσα, το αίμα και το σάλιο τους, ενώ κατέγραψαν και τις τιμές της αρτηριακής πίεσης.
Ακολούθησε ανάλυση του DNA από τα δείγματα της γλώσσας, ώστε να αναγνωριστούν τα βακτηριακά είδη που υπήρχαν στο στόμα κάθε συμμετέχοντα. Στη συνέχεια, τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με τις επιδόσεις των εθελοντών στις γνωστικές δοκιμασίες.
Ποια βακτήρια συνδέθηκαν με τις γνωστικές επιδόσεις
Τα ευρήματα έδειξαν ότι η σχέση ανάμεσα στα βακτήρια του στόματος και στις νοητικές ικανότητες δεν είναι απλή.
Σε συμμετέχοντες και από τις δύο χώρες, τα υψηλότερα επίπεδα του βακτηρίου Prevotella histicola συνδέθηκαν με ταχύτερους χρόνους αντίδρασης σε διάφορες γνωστικές δοκιμασίες.
Για το βακτήριο Haemophilus parainfluenzae, ωστόσο, τα αποτελέσματα διέφεραν ανάλογα με τη χώρα και το είδος της δοκιμασίας.
Στους συμμετέχοντες από το Ηνωμένο Βασίλειο, η μεγαλύτερη παρουσία του συγκεκριμένου μικροβίου συσχετίστηκε με ταχύτερες αντιδράσεις σε δοκιμασίες λογικής σκέψης και χωρικής αντίληψης. Αντίθετα, συνδέθηκε με πιο αργές αποκρίσεις σε τεστ αναγνώρισης συναισθημάτων.
Στο Βέλγιο, τα υψηλότερα επίπεδα του ίδιου βακτηρίου σχετίστηκαν με ταχύτερες αντιδράσεις σε δοκιμασίες οπτικής μνήμης, αλλά και με καλύτερες επιδόσεις σε τεστ λειτουργικής μνήμης, η οποία αφορά τη διατήρηση και την επεξεργασία πληροφοριών για σύντομο χρονικό διάστημα.
Οι διαφοροποιήσεις αυτές υποδηλώνουν ότι η πιθανή σχέση μεταξύ των βακτηρίων και της γνωστικής λειτουργίας μπορεί να επηρεάζεται από περισσότερους παράγοντες και να μην είναι ίδια σε όλες τις περιπτώσεις.
Οι διαφορές ανάμεσα σε νεότερους και μεγαλύτερους ενήλικες
Η μελέτη εντόπισε επίσης 17 βακτηριακά είδη των οποίων η αφθονία διέφερε μεταξύ των νεότερων και των μεγαλύτερων σε ηλικία συμμετεχόντων.
Ένα από αυτά ήταν το Neisseria flavescens, το οποίο συμμετέχει στη μετατροπή των νιτρικών αλάτων. Το συγκεκριμένο βακτήριο εμφανιζόταν συχνότερα στους νεότερους συμμετέχοντες και στις δύο χώρες. Ωστόσο, δεν διαπιστώθηκε άμεση σύνδεσή του με τις βαθμολογίες των γνωστικών δοκιμασιών.
Αντίθετα, στους μεγαλύτερους ενήλικες καταγράφηκαν υψηλότερα επίπεδα βακτηρίων που έχουν συσχετιστεί με την περιοδοντική νόσο, όπως τα είδη των γενών Treponema και Tannerella.
Παράλληλα, η ηλικία εξακολούθησε να σχετίζεται ισχυρά με τις γνωστικές επιδόσεις. Οι μεγαλύτεροι συμμετέχοντες σημείωσαν χαμηλότερες επιδόσεις στην ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και σε ορισμένες δοκιμασίες μνήμης, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία ζούσαν.
Ο ρόλος της γεωγραφικής περιοχής
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα αφορούσε τον τόπο διαμονής. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η γεωγραφική τοποθεσία ήταν ο μοναδικός σημαντικός προγνωστικός παράγοντας της μικροβιακής ποικιλομορφίας στην ανάλυση που πραγματοποιήθηκε.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η σύνθεση του μικροβιώματος του στόματος μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τον πληθυσμό και το περιβάλλον. Επομένως, τα αποτελέσματα που προκύπτουν από μία ομάδα ανθρώπων δεν είναι απαραίτητο να ισχύουν με τον ίδιο τρόπο σε μια άλλη.
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One και προσθέτει νέα δεδομένα στη μελέτη της πιθανής σχέσης μεταξύ του στοματικού μικροβιώματος και της λειτουργίας του εγκεφάλου.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την υγεία του εγκεφάλου
Παρά τις ενδιαφέρουσες συσχετίσεις, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει πως τα βακτήρια της γλώσσας επηρεάζουν άμεσα τη νοητική λειτουργία. Δεν είναι, επίσης, σαφές εάν τα συγκεκριμένα μικρόβια συμβάλλουν στις γνωστικές επιδόσεις ή εάν η παρουσία τους σχετίζεται με άλλους παράγοντες που επηρεάζουν τον οργανισμό.
Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν τα αποτελέσματα προκαταρκτικά και υπογραμμίζουν την ανάγκη για μεγαλύτερες μελέτες, ώστε να διαπιστωθεί εάν οι παρατηρούμενες σχέσεις αντανακλούν πραγματικούς βιολογικούς μηχανισμούς ή τυχαίες στατιστικές διακυμάνσεις.
Προς το παρόν, τα ευρήματα δεν δικαιολογούν την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη νοητική κατάσταση ενός ατόμου με βάση τα βακτήρια που υπάρχουν στη γλώσσα του. Αναδεικνύουν, ωστόσο, το στοματικό μικροβίωμα ως ένα πεδίο που αξίζει να διερευνηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο της μελέτης της γνωστικής λειτουργίας και της γήρανσης.