Σημαντικά αυξημένο κόστος θέρμανσης θα κληθούν να καταβάλουν τα ελληνικά νοικοκυριά κατά τη φετινή χειμερινή περίοδο, καθώς στις 15 Οκτωβρίου ξεκινά η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης με εκτιμώμενη τιμή εκκίνησης κοντά στα 1,60 ευρώ ανά λίτρο. Παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, το οικονομικό επιτελείο προκρίνει τελικά απευθείας επιδότηση 35 λεπτών ανά λίτρο στην αντλία, έναντι των αρχικών σεναρίων για 25 ή 55 λεπτά, προσπαθώντας να συγκρατήσει την αρχική τιμή της αγοράς που υπολογίζεται χωρίς την ενίσχυση στα 1,96 ευρώ ανά λίτρο λόγω των διεθνών πιέσεων.
Παρά την οριζόντια κρατική στήριξη, η οικονομική επιβάρυνση για τους καταναλωτές παραμένει ιδιαίτερα αισθητή σε συγκριτική βάση με την περσινή χρονιά. Ενδεικτικά, για την προμήθεια 1.000 λίτρων πετρελαίου, ένα νοικοκυριό θα χρειαστεί να δαπανήσει περίπου 1.600 ευρώ, όταν στην περσινή εκκίνηση το αντίστοιχο κόστος διαμορφωνόταν στα 1.130 ευρώ. Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε μια πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 470 ευρώ, η οποία αναμένεται να πιέσει περαιτέρω τους ήδη επιβαρυμένους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Προκειμένου να μετριαστούν οι επιπτώσεις του κύματος ακρίβειας, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει την αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 20% για περίπου 1,2 εκατομμύρια δικαιούχους, διατηρώντας αμετάβλητα τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Με τη ρύθμιση αυτή, το ελάχιστο επίδομα διαμορφώνεται στα 120 ευρώ, το γενικό ανώτατο φτάνει τα 960 ευρώ, ενώ στις περιοχές με πολύ αυξημένες θερμικές ανάγκες η ενίσχυση μπορεί να αγγίξει τα 1.440 ευρώ. Παράλληλα, για τους παλαιούς δικαιούχους σχεδιάζεται αυξημένη προκαταβολή στο 72% του περσινού επιδόματος, διευκολύνοντας την άμεση ρευστότητα των νοικοκυριών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η διαμορφούμενη τιμή των 1,60 ευρώ ανά λίτρο τοποθετεί την Ελλάδα χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στα 1,742 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα 1,728 ευρώ στην Ευρωζώνη. Αν και σε χώρες όπως η Δανία (2,450 ευρώ), η Πορτογαλία (2,204 ευρώ) και η Ιταλία (2,063 ευρώ) οι τιμές κινούνται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, η σύγκριση αυτή παραμένει ενδεικτική, καθώς η αγοραστική δύναμη και οι κλιματικές συνθήκες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών.