Ο αλτρουισμός ξεκινά από μια απλή αλλά θεμελιώδη ανθρωπολογική προϋπόθεση: αναγνωρίζω τον Άλλον ως πρόσωπο, ως υποκείμενο με φωνή, επιθυμίες, αξίες και τη δική του αντίληψη για το καλό. Η Αλλοφοβία, όπως την έχω ορίσει, δεν σημαίνει κατ' ανάγκην μίσος ή εχθρότητα. Σημαίνει πρωτίστως αδυναμία αναγνώρισης του Άλλου ως ισότιμου υποκειμένου σχέσης. Μπορώ να ενδιαφέρομαι, να θέλω να προστατεύσω, ακόμη και να αφιερώνω τεράστιους πόρους, χωρίς να τον αντιμετωπίζω ως συνομιλητή. Τότε εμφανίζεται το παράδοξο: φροντίδα για τον Άλλον χωρίς τον Άλλον. Το «δήθεν» δεν σημαίνει ότι η φροντίδα είναι προσποιητή ή υποκριτική· μπορεί να είναι απόλυτα ειλικρινής. Δήθεν είναι ο αλτρουισμός επειδή φέρει το όνομα του αλτρουισμού, ενώ του λείπει ό,τι τον συγκροτεί: η σχέση.
Η διαφορά φαίνεται στο ερώτημα. Ο αληθινός αλτρουισμός ρωτά: «Τι χρειάζεσαι; Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;». Η Αλλοφοβία ρωτά: «Πώς μπορώ να υπολογίσω καλύτερα τι χρειάζεσαι;». Στην πρώτη περίπτωση ο Άλλος μένει συνομιλητής· στη δεύτερη γίνεται αντικείμενο Γνώσης. Δεν χρειάζεται πια να ακούσω τη φωνή του, αφού πιστεύω ότι μπορώ να προσδιορίσω τις ανάγκες του με δεδομένα, μετρήσεις, πιθανότητες και υπολογισμούς. Έτσι η Γνώση χωρίς σχέση αποκτά ηθικό μανδύα: παρουσιάζεται ως φροντίδα, ενώ έχει ήδη απομακρύνει από τη σχέση εκείνον για τον οποίο υποτίθεται ότι ενδιαφέρεται.
Αυτό βλέπουμε στον αποτελεσματικό αλτρουισμό. Το ερώτημα «πώς μπορώ να βοηθήσω περισσότερο;» είναι από μόνο του απολύτως θεμιτό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το «περισσότερο» ορίζεται αποκλειστικά μέσω της μέτρησης, της ποσοτικοποίησης και της βελτιστοποίησης. Τότε η ανθρώπινη ζωή γίνεται μονάδα υπολογισμού και η ηθική πρόβλημα μεγιστοποίησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι υιοθετούν τέτοιες μεθόδους είναι ανειλικρινείς. Σημαίνει ότι η ίδια η μέθοδος οδηγεί σε μια φροντίδα όπου ο Άλλος είναι αντικείμενο υπολογισμού και όχι υποκείμενο σχέσης. Εκεί εμφανίζεται ο «δήθεν» αλτρουισμός.
Εδώ χρειάζεται να διακρίνουμε δύο έννοιες που συχνά συγχέονται: τον θετικισμό και τον αναγωγισμό. Ο θετικισμός αφορά το καθεστώς της Γνώσης: δίνει προτεραιότητα στην παρατήρηση, στην εμπειρική επαλήθευση, στη μέτρηση και στη διατύπωση νόμων. Ο αναγωγισμός αφορά το περιεχόμενο της εξήγησης: κατανοεί ένα σύνθετο φαινόμενο ανάγοντάς το σε απλούστερα στοιχεία. Δεν είναι κάθε θετικιστική προσέγγιση αναγωγιστική ούτε κάθε αναγωγισμός θετικιστικός. Μπορούν όμως να συναντηθούν: ο θετικισμός περιορίζει το τι θεωρείται έγκυρα γνώσιμο, ο αναγωγισμός το τι θεωρείται ότι είναι ο άνθρωπος. Και όταν συναντώνται στην ανθρώπινη δράση, η ετερότητα εξαφανίζεται πίσω από τις μεταβλητές που μπορούν να μετρηθούν.
Από την ανθρωπολογική σκοπιά του βεμπεριανού Verstehen (ερμηνευτικής κατανόησης), ο άνθρωπος δεν είναι σύνολο παρατηρήσιμων δεδομένων. Είναι φορέας νοήματος. Μπορώ να γνωρίζω όλο και περισσότερα για κάποιον και ταυτόχρονα όλο και λιγότερο εκείνον, αν δεν υπάρχει σχέση. Η Αλλοφοβία αρχίζει εκεί όπου η Γνώση για τον Άλλον υποκαθιστά τη Γνώση μαζί με τον Άλλον.
Στην ΤΝ αυτή η υποκατάσταση παύει να είναι στάση και γίνεται αρχιτεκτονική. Η μηχανιστική ευθυγράμμιση (alignment) υποθέτει ότι το «καλό για τον άνθρωπο» μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων, να μεταφραστεί σε στόχους και κανόνες και να δοθεί ως τεχνική προδιαγραφή σε μια μηχανή. Οι άνθρωποι βέβαια ερωτώνται: χιλιάδες αξιολογητές βαθμολογούν τις απαντήσεις των μοντέλων. Ερωτώνται όμως ως δείγμα και όχι ως πρόσωπα με ιστορία και με δική τους αντίληψη για το καλό. Ο Άλλος γίνεται μέσος όρος.
Η σχεσιακή Εναρμόνιση σημαίνει κάτι άλλο. Δεν αποφασίζω μόνος μου τι είναι καλό για τον Άλλον και δεν τον προσαρμόζω σε έναν ήδη ορισμένο στόχο· το αναζητώ μαζί του, μέσα στη σχέση, αναγνωρίζοντας ότι μπορεί να έχει διαφορετική αντίληψη για το καλό του. Δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε σε όλα ούτε ότι εγκαταλείπω τη δική μου κρίση. Σημαίνει ότι το νόημα του «καλού» δεν είναι μονομερής τεχνική κατασκευή αλλά αντικείμενο σχέσης, διαλόγου και αμοιβαιότητας. Η Εναρμόνιση δεν καταργεί τη διαφορά· καθιστά τη διαφορά κατοικήσιμη. Η μηχανιστική ευθυγράμμιση προσαρμόζει τον Άλλον σε έναν ορισμένο στόχο· η Εναρμόνιση αναζητά μαζί με τον Άλλον ποιος στόχος έχει νόημα. Η σχεσιακή Εναρμόνιση, επομένως, δεν είναι απλώς «να τα βρούμε». Είναι η δυνατότητα να συνυπάρχουμε χωρίς να εξαφανίζουμε την ετερότητα.
Τη λογική αυτή ο εκπαιδευτικός τη γνωρίζει από πρώτο χέρι, γιατί τη συναντά πλέον μέσα στην τάξη. Η προσωποποιημένη μάθηση, οι αλγόριθμοι που «προσαρμόζονται» στο προφίλ του μαθητή, τα συστήματα που προβλέπουν επιδόσεις και υποδεικνύουν τι χρειάζεται κάθε παιδί, παρουσιάζονται ως φροντίδα. Συχνά είναι πράγματι ειλικρινής φροντίδα. Το ερώτημα όμως παραμένει: ποιος ρώτησε το παιδί; Ο μαθητής που ο διδάσκων γνωρίζει μέσα από τη σχέση, από ένα βλέμμα που χαμηλώνει, από μια σιωπή που δεν είναι άγνοια, δεν χωρά στο προφίλ του. Ο δάσκαλος ξέρει ότι το «τι χρειάζεται» ένα παιδί αποκαλύπτεται σπάνια στη μέτρηση και συνήθως στη συνομιλία. Όταν ο υπολογισμός αντικαθιστά τη σχέση, το παιδί από ζωντανό άτομο γίνεται ένα ψηφιακό προφίλ.
Η Αλλοφοβία, λοιπόν, δεν είναι πρωτίστως τεχνολογικό φαινόμενο αλλά τρόπος σχέσης με την ετερότητα. Η ΤΝ δεν γεννά αυτή τη λογική· της προσφέρει όμως τα μέσα να τυποποιηθεί, να αυτοματοποιηθεί και να κλιμακωθεί. Ο αληθινός αλτρουισμός αρχίζει όταν αναγνωρίζω ότι ο Άλλος έχει Λόγο για το δικό του καλό. Εκεί αρχίζει και η ανθρωπολογία: στην αναγνώριση ότι ο Άλλος δεν είναι κάτι που πρέπει απλώς να γνωρίσω ή να ρυθμίσω, αλλά κάποιος με τον οποίο πρέπει να μπορώ να συνυπάρξω. Και εδώ ο εκπαιδευτικός έχει κάτι να διδάξει στους ψηφιακους μηχανικούς: ότι το καλό του Άλλου δεν υπολογίζεται εκ των προτέρων, αναζητείται μαζί του.
ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΣΓΟΥΝΗΣ
Δρ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΣΟΡΒΟΝΝΗΣ