Σε πρωτόδικη καταδίκη δημοσιογράφου και συγγραφέα για συκοφαντική δυσφήμηση μέσω διαδικτύου σε βάρος της Ρένας Δούρου προχώρησε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 1394/2026 απόφασή του, για σειρά αναρτήσεων στο Facebook που είχαν δημοσιευθεί τον Αύγουστο του 2018, λίγες ημέρες μετά τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι.
Σύμφωνα με το δημοσιευμένο περιεχόμενο της απόφασης, το δικαστήριο έκρινε ότι οι αναρτήσεις παρουσίαζαν ψευδώς την τότε Περιφερειάρχη Αττικής ως απούσα από τη διαχείριση της κρίσης και ως πρόσωπο που συνέχιζε τις θερινές του διακοπές, ενώ παράλληλα υπήρχαν αναφορές που την εμφάνιζαν ακόμη και ως ήδη έγκλειστη στις φυλακές για αδικήματα που σχετίζονταν με τη φονική πυρκαγιά.
Το δικαστήριο κατέληξε, αντιθέτως, ότι η Ρένα Δούρου ασκούσε τις αρμοδιότητές της ως Περιφερειάρχης Αττικής, ήταν παρούσα από την πρώτη στιγμή και τις επόμενες ημέρες πραγματοποιούσε συναντήσεις με αρμόδιους φορείς για τη διαχείριση των συνεπειών της καταστροφής, ενώ η Περιφέρεια εξέδιδε διαδοχικά δελτία Τύπου για τις ενέργειες που βρίσκονταν σε εξέλιξη.
Το δικαστήριο: Ξεπεράστηκαν τα όρια της δημόσιας κριτικής
Ιδιαίτερη σημασία έχει το σκεπτικό της απόφασης ως προς τη διάκριση ανάμεσα στην πολιτική κριτική και στη διάδοση ψευδών πραγματικών ισχυρισμών.
Το δικαστήριο έκρινε ότι, με βάση το ύφος, τη συχνότητα και το περιεχόμενο των επίμαχων αναρτήσεων, υπήρξε υπέρβαση των ορίων της δημόσιας κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης, καθώς οι αναρτήσεις θεωρήθηκαν αντικειμενικά ικανές να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της τότε Περιφερειάρχη.
Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, οι αναρτήσεις δεν αξιολογήθηκαν ως απλή πολιτική σάτιρα ή ως κριτική στις πράξεις και στις παραλείψεις μιας αιρετής αξιωματούχου, αλλά ως επαναλαμβανόμενοι ψευδείς ισχυρισμοί που παρουσιάζονταν ως πραγματικά γεγονότα.
Το δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν δημοσιογράφος και, λόγω της εκτεταμένης δημόσιας κάλυψης της τραγωδίας και των ενεργειών της Περιφέρειας, έκρινε ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Οι αναρτήσεις έγιναν σε καθημερινή σχεδόν βάση
Στην απόφαση γίνεται ειδική αναφορά στη συχνότητα των επίμαχων δημοσιεύσεων, οι οποίες είχαν αναρτηθεί σε διαδοχικές ημερομηνίες τον Αύγουστο του 2018, αλλά και στο γεγονός ότι γινόταν επισήμανση του ονόματος της Ρένας Δούρου, ώστε οι αναγνώστες να οδηγούνται στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook.
Το δικαστήριο συνεκτίμησε ακόμη την απήχηση του λογαριασμού του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απόφαση, διέθετε τότε χιλιάδες ακολούθους, γεγονός που αύξανε τη διάδοση των επίμαχων αναρτήσεων.
Η υπερασπιστική θέση ότι οι επίμαχες φράσεις αποτελούσαν ευφυολογήματα ή λογοτεχνική υπερβολή δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο τρόπος διατύπωσής τους έδινε χαρακτήρα πραγματικών γεγονότων σε ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Ποινή οκτώ μηνών με αναστολή
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί για την απόφαση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών με αναστολή, καθώς και σε χρηματική ποινή 100 ημερήσιων μονάδων των 10 ευρώ. Η απόφαση είχε απαγγελθεί στο ακροατήριο τον Απρίλιο του 2026, ενώ το πλήρες κείμενο της αιτιολογίας της δημοσιοποιήθηκε αργότερα.
Τη Ρένα Δούρου εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Βασίλης Σωτηρόπουλος και Γιάννης Απατσίδης.
Μια υπόθεση με ιδιαίτερο βάρος λόγω της τραγωδίας στο Μάτι
Η δικαστική απόφαση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του φορτισμένου πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος που ακολούθησε τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, μια τραγωδία που προκάλεσε έντονη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού και των εμπλεκόμενων θεσμικών φορέων.
Η ίδια η Ρένα Δούρου είχε επανειλημμένα υποστηρίξει τα προηγούμενα χρόνια ότι στοχοποιήθηκε πολιτικά και προσωπικά μετά την τραγωδία, ενώ μετά τη δικαστική της αθώωση στην υπόθεση του Ματιού είχε δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπάρχει αίσθημα πανηγυρισμού απέναντι σε μια καταστροφή με τόσα θύματα.
Η νέα πρωτόδικη απόφαση αφορά διαφορετική υπόθεση και συγκεκριμένα το περιεχόμενο των αναρτήσεων σε βάρος της, ωστόσο επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ζήτημα για τον δημόσιο λόγο: η πολιτική κριτική, όσο σκληρή και αν είναι, προστατεύεται· οι ψευδείς πραγματικοί ισχυρισμοί, όμως, κρίνονται με διαφορετικά νομικά κριτήρια.
Σε μια εποχή κατά την οποία μια ανάρτηση μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να αναπαραχθεί χιλιάδες φορές και να αποκτήσει μεγαλύτερη απήχηση από ένα δημοσίευμα σε παραδοσιακό μέσο ενημέρωσης, η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί ακόμη μία υπενθύμιση ότι η ταχύτητα και η ένταση του δημόσιου διαλόγου δεν καταργούν την ευθύνη για την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών.