Υπάρχουν λέξεις που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Τις ακούμε και αμέσως καταλαβαίνουμε τι θέλουν να πουν. Μία από αυτές είναι η «μίρλα», μια λαϊκή και απολύτως οικεία λέξη που χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ασταμάτητη γκρίνια, τα παράπονα και την επαναλαμβανόμενη μουρμούρα.
Και το ενδιαφέρον είναι πως η ίδια ηχητική μορφή της λέξης μοιάζει να «ταιριάζει» απόλυτα με αυτό που περιγράφει. Η προέλευσή της συνδέεται με το ρήμα «μιρλώ» ή «μιρλάω», το οποίο αποδίδεται με τη σημασία «γκρινιάζω» και «παραπονιέμαι συνεχώς και μονότονα».
Η λέξη θεωρείται ηχομιμητική, καθώς παραπέμπει στον επαναλαμβανόμενο ήχο της γκρίνιας. Το γνωστό «μιρ-μιρ-μιρ» λειτουργεί σχεδόν σαν ηχητική αποτύπωση ενός ανθρώπου που δεν σταματά να παραπονιέται. Με άλλα λόγια, η λέξη δεν περιγράφει μόνο τη συμπεριφορά, αλλά μοιάζει να μιμείται και τον ήχο της.
Από το ίδιο ρήμα προέκυψε και το ουσιαστικό «μίρλα», που χρησιμοποιείται για κάποιον ο οποίος γκρινιάζει διαρκώς, συνήθως για μικρά ή επαναλαμβανόμενα ζητήματα. Πρόκειται για εκείνον τον άνθρωπο που έχει πάντα ένα παράπονο να εκφράσει και, πολλές φορές, καταφέρνει να κάνει τη μουρμούρα… καθημερινή συνήθεια.
Η «μίρλα» ανήκει κυρίως στον προφορικό και λαϊκό λόγο και δύσκολα θα τη συναντήσει κανείς σε ένα επίσημο ή αυστηρά τυπικό κείμενο. Στην καθημερινή επικοινωνία, αντίθετα, χρησιμοποιείται συχνά με χιουμοριστική ή ειρωνική διάθεση, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και χαϊδευτικά, ιδιαίτερα μεταξύ ανθρώπων που έχουν οικειότητα.
Άλλωστε, η φράση «έγινες μίρλα» μπορεί να ειπωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Μπορεί να αποτελεί μια μικρή επίπληξη, ένα πείραγμα ή ακόμη και έναν τρυφερό σχολιασμό, ανάλογα πάντα με το ποιος μιλά, σε ποιον απευθύνεται και —κυρίως— με ποιο ύφος.
Αυτό είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της λέξης: μέσα σε λίγα μόλις γράμματα χωράει ήχος, συμπεριφορά, συναίσθημα και μια ολόκληρη εικόνα της καθημερινότητας. Η «μίρλα» δεν περιγράφει απλώς κάποιον που γκρινιάζει. Σχεδόν τον… ακούμε να το κάνει.
Και κάπως έτσι, μια μικρή, λαϊκή λέξη αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο παραστατική και ευρηματική είναι η ελληνική γλώσσα — ειδικά όταν θέλει να περιγράψει κάτι τόσο γνώριμο όσο η ατελείωτη γκρίνια.