Μπορεί μία ταινία, εκτός από επίκαιρη σήμερα, να ήταν και μπροστά από την εποχή της; Ναι! Η απάντηση βρίσκεται στην «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού, που πριν από 55 χρόνια έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες και, εξαιτίας πολλών παραγόντων, κατάφερε αρχικά να προκαλέσει έντονο θόρυβο και συζητήσεις, χωρίς όμως η πορεία της στα βραβεία να ανταποκριθεί στην απήχηση που είχε.
Μιλάμε για την ταινία που εξιστόρησε έναν απρόσμενο έρωτα μεταξύ ενός λοχία και μιας νεαρής κοπέλας που εργάζεται ως πόρνη. Το είδαμε και πρόσφατα σαν ιδέα να παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την οσκαρική «Anora» του 2025, όπου η ταινία ακολουθεί τις συνέπειες του γάμου της Ανόρα, μιας νεαρής σεξεργάτριας, με τον Βάνια Ζαχάρωφ, τον γιο ενός Ρώσου ολιγάρχη.
Αν και τις χωρίζουν πάνω από 50 χρόνια και εντελώς διαφορετικές κινηματογραφικές παραδόσεις, αμερικανικός ανεξάρτητος κινηματογράφος από τη μία και ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος από την άλλη, οι δύο ταινίες μοιράζονται κοινούς θεματικούς άξονες.
Επιστρέφοντας στο 1971
Μιλάμε για μία ταινία που έκανε πρεμιέρα εν μέσω χούντας και θεωρήθηκε από κάποιους ως επίθεση στους καιρούς και στους επιλεγμένους ήρωές της. Σύμφωνα με την Άρτεμης Δαμιανού, συζύγο του σκηνοθέτη, η ταινία είχε καταγγελθεί στο Επιτελείο ως «επαναστατικό» έργο που «διασύρει τον στρατό». Η «Ευδοκία» χρειάστηκε να περάσει τα χρόνια της δικτατορίας για να μπορέσει, μετά τη Μεταπολίτευση, να βρει το κοινό και την αναγνώριση που θα αποκτούσε σταδιακά, διεκδικώντας μια διαχρονική θέση στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Το 1985, η ταινία του Αλέξη Δαμιανού δικαιώθηκε και θεσμικά, όταν η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) την ανέδειξε ως την σημαντικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών.
Ύστερα έρχεται η μουσική
Και ύστερα έρχεται η μουσική. Η αξεπέραστη μελωδία που δημιούργησε ο Μάνος Λοΐζος έμελλε να γίνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της «Ευδοκίας» και, τελικά, να αποκτήσει ζωή πολύ πέρα από την ίδια την ταινία...
Ο νεαρός τότε συνθέτης δέχτηκε την πρόταση του Δαμιανού και άρχισε να δουλεύει πάνω στη μουσική της ταινίας. Η πρώτη παρουσίαση της μελωδίας έγινε στο σπίτι του Λοΐζου, παρουσία του Αλέξη Δαμιανού, με τον παλιό ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη να παίζει τζουρά. Ήταν ο ήχος αυτού του οργάνου που θα έδινε στη σύνθεση εκείνο το ιδιαίτερο χρώμα που τελικά θα γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι της.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα ζεϊμπέκικο που δεν χρειάστηκε ποτέ στίχους. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε δεχτεί την πρόταση του Λοΐζου να γράψει λόγια για τη μελωδία, όμως τελικά θεώρησε ότι δεν υπήρχε λόγος να προστεθούν. Η μουσική, από μόνη της, είχε ήδη πει όσα χρειαζόταν.
Από εκεί και πέρα, αρχίζει να αυτονομείται από την «Ευδοκία» και να αποκτά τη δική του πορεία, μέχρι να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μουσικά θέματα του ελληνικού κινηματογράφου.
Οι ερμηνείες
Τον «λοχία» του επέλεξε ο Δαμιανός, συναντώντας τον σε έναν καβγά στον δρόμο, στην Ερυθραία. Ο Γιώργος Κουτούζης τότε δούλευε σε οικοδομή. Αρχικά ήταν επιφυλακτικός, όμως ο Δαμιανός κατάφερε να τον πείσει.
Και «Ευδοκία» ήταν η Μαρία Βασιλείου, την οποία ο Δαμιανός ξεχώρισε σε ένα φωτογραφικό άλμπουμ στο Λονδίνο μαζί με τη γυναίκα του. Ανάμεσα σε φωτογραφίες διάφορων όμορφων κοριτσιών που πόζαραν ερωτικά στον φακό, μία ήταν εκείνη που ξεχώρισε. Η Μαρία Βασιλείου. Η «Ευδοκία» που έψαχναν. Με το που είδαν τη φωτογραφία της, ο Δαμιανός και η γυναίκα του κατάλαβαν ότι ήταν αυτό που έψαχναν. Αυτή ήταν η «Ευδοκία».
Αυτά τα δύο αδούλευτα, ακατέργαστα πρόσωπα μας χάρισαν μια σκηνή που έμελλε να μείνει χαραγμένη στη μνήμη μας.
Τα βλέμματά τους, ο τρόπος με τον οποίο εκείνος χορεύει, με πάθος και τόλμη, ενώ εκείνη τον κοιτάζει σχεδόν μαγεμένη,χτυπά ασυναίσθητα παλαμάκια… Πόση ένταση και πόσο ερωτισμό μπορεί να χωρέσει ένα μόνο βλέμμα;
Ο ζεϊμπέκικος
Ο ζεϊμπέκικος είναι ένας μοναχικός ελληνικός χορός που συνδέθηκε στενά με το ρεμπέτικο και διαμορφώθηκε μέσα από τη συνάντηση της βυζαντινής, της δημοτικής και της μικρασιατικής μουσικής παράδοσης. Η ιστορία του συνδέεται με τα αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας και τις μουσικές ανταλλαγές που αναπτύχθηκαν στην περιοχή, ενώ ο ελληνικός ζεϊμπέκικος διαφέρει ρυθμικά και ως προς τον τρόπο χορού από τον τουρκικό zeybek.
Με το πέρασμα των χρόνων, από έναν χορό που χορευόταν κυρίως από άνδρες και συνδεόταν με την «παραγγελιά», εξελίχθηκε σε έναν προσωπικό τρόπο έκφρασης, που σήμερα χορεύεται από άνδρες και γυναίκες.
Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι που κάνει τη συγκεκριμένη σκηνή της «Ευδοκίας» τόσο ξεχωριστή. Δεν είναι απλώς ένας άνδρας που χορεύει ζεϊμπέκικο. Είναι ένας άνθρωπος που εκφράζεται μέσα από τον χορό, ενώ απέναντί του βρίσκεται μία γυναίκα που τον κοιτάζει και, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί σχεδόν τίποτα, καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει μεταξύ τους.
55 χρόνια μετά, η «Ευδοκία» παραμένει μια ταινία για τον έρωτα, την αποδοχή, την ταυτότητα και τη μνήμη. Ο ίδιος ο Αλέξης Δαμιανός, μιλώντας χρόνια αργότερα, είχε περιγράψει με τον δικό του τρόπο αυτή την αναζήτηση:
«Το θέμα είναι πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο. Πάμε να του βρούμε την ταυτότητά του, όλοι.
Ψάχνουμε μια ταυτότητα όλοι μας, άλλοι πιο πολύ άλλοι λιγότερο, άλλοι με περισσότερα ελαττώματα άλλοι με λιγότερα. Ανθρωπάκια του Θεού είμαστε όλοι. Τα επιτεύγματά μας δεν έχουν τόση σημασία. Σημασία έχει η μάχη του καθενός μας. Όλες αυτές τις μνήμες για την καταγωγή πρέπει να τις ξυπνήσουμε. Η λήθη που υπάρχει δεν μπορεί να πάει παραπέρα.
Πρέπει να φτάσουμε στην Αλήθεια που σημαίνει μη Λήθη, το στερητικό Α και τη Λήθη. Να φτάσουμε στην ομολογία, στην ταπείνωση. Και ν’ αγαπάμε, όποιος δεν αγαπά εκείνος χάνει».
Λόγια που μοιάζουν να συνοψίζουν και τη διαδρομή της ίδιας της «Ευδοκίας»: μια ταινία που γεννήθηκε σε μια δύσκολη εποχή, πέρασε μέσα από τη λήθη και την αμφισβήτηση και τελικά έμεινε στη μνήμη. Γιατί κάποιες ταινίες δεν παλιώνουν. Απλώς περιμένουν να τις ξαναδούμε.