«Πολιορκούμεθα λοιπόν. Πολιορκούμεθα από ποιον;»
Από γονείς και κηδεμόνες, παρόντες, απόντες. Της κοινής γνώμης τροπάρια.
Από τους διευθυντές. Μέντορες, συντονιστές, συμβούλους, αξιολογητές.
Κρίσεις, επικρίσεις, διακρίσεις, ανακρίσεις. Από τις διαθέσεις της υπουργού.
Πολιορκούμεθα επίμονα, εντατικά.
Από την ύλη, τα διαγωνίσματα, τις διορθώσεις, τις ασκήσεις, τις ανακεφαλαιώσεις,
τις επιμορφώσεις, τις παραδόσεις, το άγχος για τις επιδόσεις.
Τα απουσιολόγια, τα ποινολόγια, τα βαριά καθηκοντολόγια. Τους χαμηλούς μισθούς.
Τις εφημερίες, τις επιτηρήσεις, τις παρατηρήσεις, τις σιωπηρές παραιτήσεις.
Τις αναρτήσεις, τις αιτήσεις, τις αναπληρώσεις, τις βελτιώσεις, τις εγγραφές,
τις μετεγγραφές, τις μοριοδοτήσεις, τις επιδοτήσεις. Την παραβίαση του ωραρίου,
τα οχληρά κουδούνια. Τα τεντωμένα νεύρα μας.
Πολιορκούμεθα μεθοδικά, συστηματικά.
Από την τηλεκπαίδευση, την τηλεπαρωδία, τον Τηλέμαχο, τους μνηστήρες της εξουσίας.
Τη θεωρία της σχετικότητας, τον νόμο της βαρύτητας, την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι.
Από ξεφούσκωτες μπάλες. Ποδοσφαίρου. Βόλεϊ. Και μπάσκετ.
Τα σχέδια δράσης, τις χημικές αντιδράσεις, τις συνεδριάσεις, τις εξετάσεις, τις επανεξετάσεις.
Την προπαίδεια, την παραπαιδεία, τη θήρα βαθμών. Την απογοήτευση, τη θλίψη και τη μοναξιά.
Τις άδειες, τις απεργίες, τις αργίες, τις κρυφές επιδιώξεις. Τις πειθαρχικές διώξεις.
Πολιορκούμεθα αδιάκοπα, ακατάπαυστα.
Από τις πρωινές προσευχές, τις δυσκολίες μάθησης, τους επαίνους, τις επιπλήξεις, τον ανταγωνισμό, την υπερκινητικότητα, τις γνωματεύσεις. Τα τρικυμισμένα τετράδια,
τα φυλλοβόλα βιβλία, τα ιερογλυφικά. Τις θυμωμένες μουτζούρες.
Τις υψηλές προσδοκίες, τις συγκρούσεις, τις ενοχές, τις αποχές, τις καταλήψεις, τις εκδρομές.
Τις υπεύθυνες δηλώσεις, τις βεβαιώσεις, τους κανονισμούς, τις επετείους, τις εγκυκλίους,
τα μητρώα, τα πρακτικά, τα φωτοτυπικά, τα μελάνια. Τους αριθμούς πρωτοκόλλων.
Πολιορκούμεθα στενά, ασφυκτικά.
Από την αγένεια, την ασέβεια, την αυθάδεια, τις ειρωνείες, τις βρισιές, τις αποβολές,
τις τρικλοποδιές. Αλόγων ποδοβολητά, αλαλαγμούς Ινδιάνων, βλέμματα βάλτου
και αφελείς ερωτήσεις. Τα e-mails, τα μηνύματα, τα οργανικά κενά. Τα υπαρξιακά κενά.
Τις σπαστικές καρέκλες, τα κουτσά θρανία, τις υγρασίες, τις ρωγμές. Φώτα προδομένα,
χωρίς θέα παράθυρα. Πνεύματα άνυδρα, ψυχές διψασμένες, επιθυμίες αλλότριες.
Την έλλειψη πόρων, την έλλειψη αισθητικής, την έλλειψη νοήματος, την έλλειψη νοημοσύνης.
Από την τεχνητή νοημοσύνη.
Πολιορκούμεθα ανελέητα, απελπιστικά.
Από την υπερκόπωση, την άνοια, την παράνοια, τη βραδύνοια. Τη βαρηκοΐα, τη μυωπία,
την πρεσβυωπία, τη συναισθηματική υπερφαγία, τους πονοκεφάλους, τις κράμπες στομάχου.
Τις εμμονές, τις διαβολές, τις υπερβολές. Τις ορμόνες στο κόκκινο.
Το δήθεν ενδιαφέρον των ιθυνόντων για τη δήθεν αναβάθμιση της παιδείας.
Τα χρόνια υπηρεσίας, τους τίτλους, πτυχιακούς, μεταπτυχιακούς, διδακτορικούς.
Τον χαμένο ελεύθερο χρόνο, τη χαμένη γνώση, τον χαμένο σκοπό.
Τα όνειρα εντός σχεδίου πόλης.
Κυρίως πολιορκούμεθα από τη συνείδησή μας.
Πολιορκούμεθα… μα δεν πτοούμεθα!
Το άλλο πρωί, άλλο ποτάμι, καινούρια αρχή. Με πείσμα, με αγάπη. Με ψυχή!
Στην ίδια όχθη εγώ κι εσύ. Δάσκαλος με μαθητή.