Μερικά μέτρα μακριά από το μέγαρο του Δήμου Αθηναίων επί της οδού Αθηνάς, βρίσκεται το οίκημα, παλαιό εστιατόριο, όπου εργάστηκε ο πατέρας μου για 30 χρόνια ως υπάλληλος-σερβιτόρος.
Λόγω της μικρής απόστασης, επισκέπτομαι συχνά το χώρο για να συνομιλήσω νοερά με τον πατέρα μου, που δεν ζει πια. Όπως είναι φυσικό, χρειάζεται να κατασκευάσω μια εικόνα του χώρου του εστιατορίου με τη φαντασία μου, να δω τον ίδιο επί το έργον, σερβίροντας από τραπέζι σε τραπέζι, ενώ μπαινοβγαίνουν οι πελάτες από δίπλα, από τη Βαρβάκειο αγορά και τα γύρω καταστήματα.
Ήθελα επίσης να δω ακόμα μια φορά εικονικά, ό,τι ιστορικό με συνέπαιρνε, τα αποτυπώματα του βομβαρδισμού από τα βρετανικά τεθωρακισμένα όπως εκείνος μου διηγούνταν στις ατέλειωτες ιστορίες για πρόσωπα και πράγματα που σφράγιζαν τις ιστορία, αντί για τα συνηθισμένα παραμύθια της ηλικίας.
Προσπαθούσα να αναβιώσω τις συνθήκες, τα συναισθήματα και τις συνομιλίες όχι μόνο από νοσταλγική διάθεση, αλλά για τη επαναφορά του παρελθόντος στον κόσμο του σήμερα.
Λένε ότι το παρελθόν δεν μπορεί να αναβιώσει πραγματικά, αφού το βλέπουμε με τα μάτια του παρόντος και στην ουσία είναι ένα παρόν-παρελθόν που γίνεται παρόν μέλλον, όπως έχει σκεφτεί ο Ντελέζ.
Είδα μέσα στο παρόν του χτές, τη μεγάλη εικόνα του σήμερα. Τι περίεργα παιχνίδια παίζει ο χώρος και ο χρόνο! Σε απόσταση μερικών μόνο μέτρων που χωρίζει το οίκημα του δήμου απο το οίκημα της διερεύνησής μου, είδα στο πέρασμα ενός χρονικού διαστήματος 50 ετών τη διαδρομή τριών γενιών, από το ταπεινό εστιατόριο της οδού Αθηνάς, στα δώματα του νεοκλασικού του δήμου με τους διάσημους πίνακες στους τοίχους.
Ήταν αυτό που έχει περιγραφεί ως «εποποιία της ανόδου» από την εργατική τάξη του πολύ-επαγγελματικού βιοπορισμού, στην μικροαστική τάξη που έφτασε μάλιστα να διεκδικήσει και να επιτύχει την επιβεβαίωση της ανόδου της σε θέσεις-κλειδιά απέναντι στις ελίτ του κρατικο-πελατειακού συστήματος που δεν δικαιολόγησε κάποια προσφορά του στο εθνικό σύνολο, όπως έχουν αναλύσει επιφανείς πολιτειολόγοι-κοινωνιολόγοι.
Εκείνο που μετράει στην οικογενειακή διαδρομή, είναι η ευχή του γενάρχη της μετάβασης αυτής. «μην κοιτάτε πως θα πλουτίσετε, κοιτάξτε να μαθαίνετε γράμματα, αυτό έχει αξία». Δεν ξέρω τι από όλα αυτά εκπληρώθηκε και τι μένει να εκπληρωθεί.
Καθώς ακούω στα δημοτικά συμβούλια του δήμου το σθένος για τις διεκδικήσεις βελτίωσης της πόλης, ξαναγυρίζω στα παλιά, στις πατρικές συζητήσεις , στα βιώματα της καθημερινότητας και βλέπω ότι όλη αυτή η ιστορία μεταβίβασε το ανυποχώρητο αυτό προσωπικό και συλλογικό σθένος, να μη υποταγεί, να μην συμβιβαστεί, ακόμη και στα πιο δύσκολα.
Ξαναγυρίζω όμως πίσω, όχι για να εξωραίσω, ή να εξυμνήσω εκείνα που έγιναν με κόπο, αλλά να υπενθυμίσω εκείνα που δεν έγιναν, «για τις ανεκπλήρωτες δυνατότητες» (μπένγιαμιν), εκείνα που έμειναν μετέωρα και που αυτά μπορούν να μας συνδέσουν ξανά με το παρελθόν, προτάσσοντάς τα για το μέλλον.
Όσα μένουν στάσια στο κράτος δικαίου, στην παραγωγή και στην ανάπτυξη με ισότητα και δικαιοσύνη, στα νέα μέτωπα των θεμάτων της κλιματικής αλλαγής, της ενέργειας, των τεχνολογικών αλμάτων, της παιδείας, αυτήν που εκείνος έθεσε πολύ ψηλά. Τόσο ψηλά, ώστε 4 μέλη της οικογένειας έγιναν εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων!
Τα πράγματα εξελίσσονται όπως εσύ το επιζητούσες στον αγώνα για το μεροκάματο, στις πλατείες, στους δρόμους, στις ταβέρνες και στα καφενεία, στις μεταφορές και στις λαϊκές αγορές, από αχθοφόρος της ζωής σε μια μικρογραφία μιας παραδειγματικής κοινωνικής κινητικότητας, που συντελέστηκε στα χρόνια μας και που σήμερα φαίνεται ότι φθίνει.
(*) O Χρήστος Δούκας είναι δρ πολιτικής της εκπαίδευσης, πρώην ΓΓ Δια βίου Μάθησης Υπουργείου Παιδείας, πρώην πρόεδρος ΟΛΜΕ και ΓΣ ΑΔΕΔΥ πρώην Αντιπρόεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου