Η εργατική πρωτομαγιά δεν αποτελεί μόνο μέρα μνήμης για την αιματηρή καταστολή της συγκέντρωσης διαμαρτυρίας χιλιάδων εργαζομένων στη πλατεία Χάιμαρκετ του Σικάγου, το 1886, που ακολούθησε την απεργία με βασικό αίτημα την οχτάωρη εργασία. Συνιστά επίσης αφορμή για συλλογική συσπείρωση γύρω και από άλλες εργασιακές διεκδικήσεις.
Η ευημερία στην εργασία δεν περιορίζεται άλλωστε στην εξασφάλιση οχταώρου και δίκαιων μισθών, αλλά περισσότερο συνδέεται με αυτή την αίσθηση ασφάλειας, σημαντικότερα όμως, αξιοπρέπειας, τα σημαινόμενα δηλαδή πίσω από τις λέξεις «ψωμί» και «τριαντάφυλλα». Με την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης και την εμφάνιση ολοένα και πιο ευέλικτων μορφών εργασίας, αυτές οι διεκδικήσεις όχι μόνο δεν έχουν χάσει το νόημα τους, αλλά έχουν γίνει ακόμα πιο επιτακτικές. Όσο μάλιστα τεχνολογικές – και όχι μόνο – εταιρείες, όπως αυτές της Silicon Valley, γίνονται πιο επιθετικές, υιοθετώντας την «κουλτούρα 996» ( 9 το πρωί έως 9 το βράδυ, έξι μέρες τη βδομάδα), τόσο περισσότερο προβάλλει «η ανάγκη για ζωή, και όχι απλώς για επιβίωση» , όπως την διατύπωσε η Αμερικανή συνδικαλίστρια Rose Schneiderman σε ομιλία της, κατά τη διάρκεια απεργίας που φέρει το όνομα “bread & roses”.
Αν εξάλλου αξίζει να ξεχωρίζουμε τη συγκεκριμένη απεργία τούτη την πρωτομαγιά δεν είναι μόνο γιατί το ισχυρό της μήνυμα λειτουργεί ως υπενθύμιση για να ζούμε πλήρως τη ζωή μας. Η σπουδαιότητά της πιο πολύ έγκειται στα χαρακτηριστικά της που δείχνουν το δρόμο, ιδιαίτερα στους νέους, για τη συνέχεια του αγώνα, έναν αιώνα μετά. Η δίμηνη απεργία στη «Πόλη των Μεταναστών» αποδείχτηκε νικηφόρα, επειδή ήταν αποτέλεσμα οργανωμένης συλλογικής δράσης, κόντρα στα εθνικά και γλωσσικά εμπόδια, τις κακουχίες και την καταστολή που δέχονταν οι απεργοί από το κράτος και την ιδιοκτησία των οχτώ κλωστοϋφαντουργικών εργοστασίων της περιοχής. Δεδομένης της κομβικής τους σημασίας τόσο στην τοπική, όσο και εθνική οικονομία, η τελευταία είχε επιδοθεί σε μια ανελέητη εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού της περιοχής, το μεγαλύτερο ποσοστό του οποίου ήταν νεαρές μετανάστριες, ηλικίας 14 έως 18 ετών.
Αφορμή για το ξέσπασμα της απεργίας ήταν μια νέα εργασιακή μεταρρύθμιση που μείωνε το εργασιακό ωράριο για τις γυναίκες και τα παιδιά από 56 σε 54 ώρες την εβδομάδα. Η συνεπακόλουθη μείωση του ιδιαίτερα χαμηλού μισθού σήμαινε ότι οι εργάτες/εργάτριες δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ούτε εκείνη τη φρατζόλα ψωμιού, προκειμένου να μη πεινάσουν τα παιδιά τους. Με τα επίπεδα νοσηρότητας ήδη ανεξέλεγκτα και το ποσοστό θνησιμότητας για τα παιδιά και τους ενήλικους από τα πιο υψηλά στη χώρα, δεν είναι διόλου παράξενο που Πολωνές υφάντριες σταμάτησαν τους αργαλειούς τους και αποχώρησαν όταν διαπίστωσαν τη μείωση του μισθού τους. Τις ακολούθησαν χιλιάδες την επόμενη μέρα και ακόμα περισσότερες την επόμενη εβδομάδα.
Πώς όμως άντεξαν οι απεργοί δύο ολόκληρους μήνες χωρίς χρήματα ούτε καν για τα βασικά;
Hearts starve as well as bodies; give us bread, but give us roses
.…
Yes, it is bread we fight for, but we fight for roses too.
Το ποίημα που έγραψε ο James Openheim (1911), επηρεασμένος από τους αγώνες της ακτιβίστριας για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, Helen Todd, έδωσε πνοή και σε αυτή την κινητοποίηση των εργατών. Η βοήθεια που τους προσέφεραν συνδικάτα όπως οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου (IWW) και σοσιαλιστικά δίκτυα εντός και εκτός της χώρας ήταν ζωτικής σημασίας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την αστυνομική βία και τον εκφοβισμό των εργοδοτών.
Στην απεργιακή επιτροπή που άμεσα δημιουργήθηκε συμμετείχαν εκπρόσωποι από κάθε εθνική ομάδα των απεργών, ενώ και τα κείμενα των συναντήσεων μεταφράζονταν σε 30 γλώσσες. Υπήρχε συμμετοχή, υπήρχε και αλληλεγγύη. Κουζίνες και συσσίτια από διαφορετικές συλλογικές κοινότητες φρόντιζαν για τη διατροφή των απεργών και των οικογενειών τους, ενώ όταν γυναίκες απεργοί βρέθηκαν απέναντι στην ωμή αστυνομική βία, αλληλέγγυοι συνδικαλιστές από άλλες πολιτείες έσπευσαν να παραλάβουν τα παιδιά τους και να τα φιλοξενήσουν, προκειμένου αυτά να είναι ασφαλή και εκείνες να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Η δημοσιοποίηση αυτών των σκηνών αποχωρισμού, καθώς και ο δυναμικός αγώνας των εργατών, με τη συμμετοχή νεαρών παιδιών και γυναικών, απέναντι μάλιστα στην καταχρηστική βία της αστυνομίας συνετέλεσαν στην ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων τους. 15% αύξηση του μισθού, πληρωμή των υπερωριών και υπόσχεση για κανέναν αντίποινο στους απεργούς ήταν κάποια από αυτά που δικαιολογημένα τους οδήγησε να λήξουν την απεργία και να γιορτάσουν τη νίκη τους. Ο απόηχος της μάλιστα έφτασε και στα άλλα κλωστοϋφαντουργεία, με τους εργαζόμενους να παίρνουν, υπό το φόβο μιας νέας απεργίας, και αυτοί/αυτές αυξήσεις.
Το πραγματικό κέρδος όμως ήταν η συνειδητοποίηση ότι ενωμένοι οι εργαζόμενοι μπορούν να πετύχουν πολλά. Σε ένα πλαίσιο έντονης βιομηχανοποίησης, ξενοφοβίας, υποτίμησης και εκμετάλλευσης των μεταναστών τότε, στην Αμερική, οι εργάτες ξεπέρασαν όλα όσα υποτίθεται τους χώριζαν, για να διεκδικήσουν από κοινού όχι μόνο οικονομική δικαιοσύνη, αλλά και ποιότητα ζωής. Δεν φοβήθηκαν τις δυσκολίες και τους κινδύνους, που προηγούμενες απεργίες είχαν αναδείξει, αλλά αγωνίστηκαν απέναντι σε αυτές, όπως και την εργοδοσία, την αστυνομική βία, την οικονομική καταπίεση.
Έναν αιώνα αργότερα, σε ένα κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό πλαίσιο που δεν διαφέρει τόσο πολύ, οι νέοι δεν πρέπει να απελπίζονται μπροστά στα αδιέξοδα που εξυφαίνονται. Περισσότερο πρέπει να παίρνουν μαθήματα αντίστασης από το παρελθόν και να μη φοβούνται όταν διεκδικούν αιτήματα που έχουν να κάνουν με την ελευθερία, το σεβασμό και την αξιοπρέπειά τους.
1 Σύμφωνα με την Cozzarelli (2019), ο πληθυσμός της πόλης Lawrence (στη Μασσαχουσέτη, περιοχή Νέας Αγγλίας, βορειανατολικά της Αμερικής) προέρχονταν από 51 διαφορετικές χώρες, 65% του οποίου βρίσκονταν στη χώρα για λιγότερο από 10 χρόνια.
2 Ο Frederick Ayer και ο γαμπρός του, Wood, αναφέρονται ως οι ιδρυτές και οι ιδιοκτήτες της American Woolen Company, της επιχείρησης ουσιαστικά πίσω από αυτά τα ενοποιημένα εργοστάσια (πηγή: αρχεία της Ψηφιακής Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Αμερικής).
3 Όπως αναφέρει ο Bruce Watson (2006), πάνω από 1,500 άτομα είχαν πεθάνει στο Lawrence, την προηγούμενη χρονιά, με σχεδόν τα μισά να είναι κάτω των 6 και πάνω από 500 να μην γιορτάζουν καν τα πρώτα τους γενέθλια (όπ. αναφ. σε πηγή: αρχεία της Ψηφιακής Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Αμερικής).
Πηγές
Cozzarelli, T. (2019). “It is Bread We Fight For, But We Fight for Roses Too”: The Lawrence Textile Strike.
Left Voice. Ανακτήθηκε από: https://www.leftvoice.org/we-demand-the-right-to-bread-as-well-as-to-roses/
Ergatiki.gr (χ.η). 100 χρόνια από την απεργία που απαιτούσε Ψωμί και Τριαντάφυλλα. Ανακτήθηκε από: https://ergatiki.gr/article.php?id=3696&issue=1001
Featherstone, L. (2014). The Bread and Roses Strike Was an Epic Labor Action for Workers’ Dignity. Jacobin .
Ανακτήθηκε από: https://jacobin.com/2024/01/bread-and-roses-strike-lawrence-massachusetts-1912
Hensley, R. (2021). Bread and Roses: The Lawrence Strike. ISR. Ανακτήθηκε από ΕΔΩ
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Αλλαγές κορυφής στην εκπαίδευση της Αττικής: Χηρεύουν 3 θέσεις "κλειδιά"