Η έννοια της λέξης
Η λέξη «βοῶπις» (αρχ. ελληνικά: βοῶπις, -ιδος) είναι επίθετο που συναντάται στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, κυρίως στην Ομηρική ποίηση. Προέρχεται από τις λέξεις:
βοῦς (βόδι)
ὤψ (μάτι, βλέμμα)
Σημασία
Κυριολεκτικά: «αυτή που έχει μάτια βοδιού»
Μεταφορικά: «μεγάλα, ήρεμα και πανέμορφα μάτια», χαρακτηριστικό θηλυκής ομορφιάς και γαλήνιας μορφής.
Ο πιο γνωστός χαρακτήρας που περιγράφεται έτσι είναι η Ήρα στην Ιλιάδα: «βοῶπις πότνια Ἥρη» = «η σεβαστή Ήρα με τα μεγάλα μάτια».
Χρησιμοποιείται ως ποιητική προσωνυμία
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Προσλήψεις εκπαιδευτικών – ΟΠΣΥΔ: Τα 6 βήματα για σωστά δικαιολογητικά και φάκελο
Πανελλήνιες 2026: Το έγγραφο «κλειδί» για την είσοδο στα εξεταστικά κέντρα
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Alfavita Newsroom