«Δεν αντέχουμε άλλο». Πίσω από αυτή τη φράση αποτυπώνεται μια κατάσταση που φαίνεται να κερδίζει έδαφος στον χώρο της εκπαίδευσης: εκπαιδευτικοί που αγαπούν τη δουλειά τους, αλλά αισθάνονται ότι οι συνθήκες εργασίας τούς εξαντλούν σωματικά και ψυχικά, οδηγώντας τους είτε στην αποστασιοποίηση είτε στην αναζήτηση μιας εξόδου από το σχολείο.
Τα τελευταία χρόνια καταγράφονται αναφορές για αυξημένες απαλλαγές στελεχών εκπαίδευσης, άδειες άνευ αποδοχών και παραιτήσεις, ενώ εκπαιδευτικοί αναζητούν ακόμη και διαφορετικό επαγγελματικό δρόμο. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο στο ΠΥΣΠΕ Α΄ Αθήνας είχαν καταγραφεί μέσα σε μία σχολική χρονιά 101 απαλλαγές στελεχών εκπαίδευσης, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται μια καθημερινότητα που για πολλούς εκπαιδευτικούς γίνεται ολοένα πιο δύσκολη. Διάχυτα ωράρια, γραφειοκρατικές υποχρεώσεις, συνεχείς απαιτήσεις, αυξημένες ευθύνες και πίεση προστίθενται στο βασικό παιδαγωγικό έργο, αφήνοντας όλο και λιγότερο χώρο για την ίδια τη διδασκαλία.
Όταν η δουλειά αρχίζει να «αδειάζει» τον εκπαιδευτικό
Η επαγγελματική εξουθένωση δεν αφορά μόνο την κούραση μετά από μια δύσκολη ημέρα. Για αρκετούς εκπαιδευτικούς συνδέεται με συναισθηματική εξάντληση, άγχος, απογοήτευση και την αίσθηση ότι η δουλειά χάνει το νόημά της.
Ο συνεχής διοικητικός φόρτος, οι νέες απαιτήσεις, η αξιολόγηση, η εντατικοποίηση και η αίσθηση διαρκούς ελέγχου δημιουργούν ένα περιβάλλον που, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, μπορεί να ενισχύσει την εργασιακή φθορά.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ένας όρος που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστός: «σιωπηλή παραίτηση».
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο εργαζόμενος παραιτείται πραγματικά. Σημαίνει ότι σταματά να προσφέρει διαρκώς περισσότερα από όσα προβλέπει η δουλειά του, βάζει όρια και αρνείται να μεταφέρει την εργασία στην προσωπική του ζωή.
Από τη «Μεγάλη Παραίτηση» στη «σιωπηλή παραίτηση»
Το φαινόμενο έγινε ιδιαίτερα γνωστό διεθνώς μετά τη λεγόμενη «Μεγάλη Παραίτηση», όταν εκατομμύρια εργαζόμενοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους αναζητώντας καλύτερες αποδοχές, μεγαλύτερη ευελιξία και καλύτερη ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής.
Ακολούθησε η «σιωπηλή παραίτηση», μια διαφορετική μορφή αντίδρασης. Ο εργαζόμενος δεν εγκαταλείπει απαραίτητα τη δουλειά του, αλλά σταματά να λειτουργεί σε μόνιμη κατάσταση υπερεργασίας.
Στον χώρο της εκπαίδευσης, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς πολλοί εκπαιδευτικοί καλούνται να ανταποκριθούν σε υποχρεώσεις που ξεπερνούν το καθαρά διδακτικό τους έργο.
«Θέλω να είμαι δασκάλα, αλλά…»
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Maggie Perkins, εκπαιδευτικού που μίλησε για τη δική της εμπειρία και εξήγησε γιατί επέλεξε να βάλει αυστηρότερα όρια στην επαγγελματική της ζωή.
Η ίδια δήλωνε ότι αγαπούσε τη διδασκαλία, όμως το φορτωμένο ωράριο, οι χαμηλές αποδοχές, οι απαιτήσεις και η εργασία που συχνά «έμπαινε» στην προσωπική της ζωή την οδήγησαν να αλλάξει τρόπο εργασίας.
Η Perkins προσπάθησε να ολοκληρώνει τη δουλειά της μέσα στο ωράριο που προέβλεπε το συμβόλαιό της, χωρίς να συνεχίζει να εργάζεται στο σπίτι. Παράλληλα, αναζήτησε τρόπους να οργανώσει καλύτερα τον χρόνο της και να επικεντρωθεί στις πραγματικά σημαντικές εργασίες.
Όπως έχει εξηγήσει, αυτή η αλλαγή δεν σήμαινε ότι σταμάτησε να ενδιαφέρεται για τους μαθητές της. Αντίθετα, θεωρούσε ότι τα όρια την έκαναν πιο αποτελεσματική εκπαιδευτικό.
Η λεπτή γραμμή πριν από το burnout
Το μεγάλο ερώτημα είναι πότε η προσπάθεια μετατρέπεται σε εξάντληση.
Για τους εκπαιδευτικούς, η απάντηση δεν είναι απλή. Η δουλειά απαιτεί προετοιμασία, διορθώσεις, επικοινωνία με γονείς, διοικητικές υποχρεώσεις και διαρκή προσαρμογή στις ανάγκες των μαθητών. Όταν όλα αυτά προστίθενται σε ένα ήδη απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα, ο κίνδυνος επαγγελματικής εξουθένωσης μεγαλώνει.
Η «σιωπηλή παραίτηση», επομένως, μπορεί να ιδωθεί και ως μια προσπάθεια επαναφοράς ορίων: ο εκπαιδευτικός συνεχίζει να κάνει τη δουλειά του, αλλά αρνείται να θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να θυσιάζει συνεχώς τον προσωπικό του χρόνο.
Και για κάποιους, όμως, ούτε αυτό αρκεί. Όταν η πίεση γίνεται μόνιμη, η σκέψη της παραίτησης, της πρόωρης συνταξιοδότησης ή μιας εντελώς διαφορετικής επαγγελματικής πορείας μπορεί να αρχίσει να μοιάζει με τη μόνη διέξοδο.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν οι εκπαιδευτικοί «αντέχουν». Είναι και πόσο μπορεί να αντέξει ένα σχολείο όταν οι άνθρωποι που το κρατούν όρθιο αισθάνονται ότι οι ίδιοι καταρρέουν.