Από τον Μάιο αιτήθηκα τη γονική άδεια ανατροφής τέκνου που δικαιούμαι για τα δύο παιδιά μου, ηλικίας κάτω των 8 ετών. Τέσσερις μήνες για κάθε παιδί, δηλαδή συνολικά οκτώ μήνες. Για τους τέσσερις από αυτούς προβλέπεται ποσό ίσο με τον ελάχιστο νομοθετημένο μισθό, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις είναι χωρίς αποδοχές.
Η άδεια αυτή για τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους προβλέπεται από το άρθρο 53 παρ. 1 του Ν. 3528/2007 (Υπαλληλικός Κώδικας), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 56 του Ν. 4830/2021, και χορηγείται υποχρεωτικά για την ανατροφή τέκνου έως 8 ετών.
Αυτό που γράφω είναι η δική μου προσωπική ιστορία, γνωρίζω όμως ότι δεν είναι η μοναδική.
Από την πρώτη στιγμή μού είπαν ότι δεν δικαιούμαι την άδεια όπως την αιτούμαι. Μου ζητήθηκε να αποσύρω την αίτησή μου και μου είπαν ότι η άδεια που μπορούσα να αιτηθώ θα έπρεπε να φτάνει υποχρεωτικά μέχρι τις 31/8.
Πρακτικά, αυτό θα σήμαινε ότι θα έμενα άλλους τέσσερις μήνες χωρίς αποδοχές, επιπλέον των τεσσάρων μηνών που ήδη γνώριζα και είχα αιτηθεί.
Και εδώ βρίσκεται για μένα το πιο παράδοξο: ανήκω στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά, απόφαση της οποίας το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, με την 44/2026, έχει ήδη ακυρώσει κατά το μέρος που επέκτεινε αντίστοιχη άδεια εκπαιδευτικού έως τις 31 Αυγούστου.
Το Δικαστήριο έκρινε μάλιστα ότι η νομοθεσία δεν προβλέπει ως υποχρεωτικό όριο διάρκειας της άδειας τη λήξη του σχολικού έτους.
Παρόλα αυτά, λίγους μήνες αργότερα, η ίδια Διεύθυνση μου είπε ότι αυτή ήταν η άδεια που μπορούσα να αιτηθώ.
Την ίδια στιγμή, υπάρχουν περιπτώσεις εκπαιδευτικών σε άλλες Διευθύνσεις Εκπαίδευσης όπου η συγκεκριμένη άδεια χορηγείται χωρίς αντίστοιχα εμπόδια.
Πώς είναι δυνατόν η ίδια νομοθεσία να εφαρμόζεται διαφορετικά από υπηρεσία σε υπηρεσία;
Έτσι δημιουργείται το εύλογο ερώτημα πώς είναι δυνατόν το ίδιο δικαίωμα να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από υπηρεσία σε υπηρεσία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σε ανάλογη υπόθεση δημοσίου υπαλλήλου, ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι η άδεια ανατροφής τέκνου αποτελεί υπηρεσιακό δικαίωμα και ότι «η διοίκηση δεσμεύεται να τη χορηγήσει εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις», ενώ τονίζει ότι η ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης δεν μπορεί να αποσυνδέεται από «τη συνταγματική επιταγή προστασίας της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας».
Είχα γνωστοποιήσει εξαρχής στην υπηρεσία ότι ζω με την οικογένειά μου σε άγονη και απομακρυσμένη περιοχή, όπου για παιδιά κάτω των δυόμισι ετών δεν υπάρχει ούτε δημόσια ούτε ιδιωτική δομή φύλαξης.
Για την οικογένειά μου η άδεια αυτή δεν ήταν μια απλή διευκόλυνση. Ήταν πραγματική ανάγκη.
Η άρνηση της άδειας είναι ακόμη βαρύτερη για μια οικογένεια σε άγονο νησί, χωρίς βρεφονηπιακή δομή για τα μικρότερα παιδιά.
Αντί να μας στηρίζει, το κράτος δυσχεραίνει τη ζωή μας, αρνούμενο ένα δικαίωμα που διεκδικούμε.
Η πρώτη απάντηση ήταν αρνητική. Ζήτησα επανεξέταση και, με τη βοήθεια δικηγόρου, κατέθεσα τη νομική τεκμηρίωση του αιτήματός μου.
Το αίτημά μου γνωστοποιήθηκε στον Συνήγορο του Πολίτη, στο Υπουργείο Παιδείας, στο Υπουργείο Οικογένειας και στον Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης.
Αναζήτησα, δηλαδή, κάθε θεσμικό δρόμο που είχα στη διάθεσή μου.
Παρ’ όλα αυτά, στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν πλέον είχε περάσει ολόκληρο το καλοκαίρι, έλαβα και δεύτερη απορριπτική απάντηση.
Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι πόσους ακόμη θεσμικούς δρόμους πρέπει να ακολουθήσει ένας πολίτης για να μπορέσει να ασκήσει ένα δικαίωμα που προβλέπεται από τη νομοθεσία.
Από προσωπική εμπειρία γνωρίζω ότι εκπαιδευτικοί, μετά και από σχετικά τηλεφωνήματα της Διεύθυνσης, τελικά υποχωρούν και αποσύρουν τις αιτήσεις τους, μπροστά στον φόβο της οικονομικής επιβάρυνσης από τους επιπλέον μήνες χωρίς αποδοχές, αλλά και της αντιπαράθεσης και μιας ενδεχόμενης δικαστικής διαμάχης με την ίδια τους την υπηρεσία.
Για τη συγκεκριμένη άδεια, δεν γνωρίζω να έχει υπάρξει μέχρι σήμερα οργανωμένη συλλογική δικαστική διεκδίκηση από τη ΔΟΕ.
Έτσι, εκπαιδευτικοί που προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη το έκαναν μεμονωμένα, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι το κόστος και την αναμονή.
Και εδώ είναι το ερώτημα: πόσες δικαστικές αποφάσεις χρειάζονται τελικά για να μη χρειάζεται κάθε εκπαιδευτικός να ξεκινά τον ίδιο αγώνα από την αρχή;
Γιατί μια γονική άδεια χρειάζεται όταν τα παιδιά είναι μικρά και όταν η οικογένεια την έχει ανάγκη.
Αν χρειαστούν χρόνια και δικαστήρια για να δικαιωθείς, τα παιδιά θα έχουν μεγαλώσει και η στιγμή για την οποία τη χρειαζόσουν θα έχει περάσει.
Μιλάμε διαρκώς για τη στήριξη της οικογένειας και για την υπογεννητικότητα. Στην πράξη, όμως, ένας γονέας μπορεί να χρειάζεται να δώσει έναν ολόκληρο αγώνα για ένα δικαίωμα που το ίδιο το κράτος έχει θεσπίσει για να τον στηρίξει.
Είμαι μόνιμη εκπαιδευτικός εδώ και πολλά χρόνια. Κι όμως, μέσα από αυτή τη διαδικασία αισθάνθηκα απλώς ένα νούμερο για την υπηρεσία και το κράτος.
Και αναρωτιέμαι πώς αισθάνονται οι αναπληρωτές συνάδελφοί μας, που κάθε χρόνο μετακινούνται από τη μία άκρη της Ελλάδας στην άλλη προσπαθώντας παράλληλα να στηρίξουν τη δική τους οικογένεια.
Πίσω από κάθε αίτηση υπάρχει ένας άνθρωπος.
Και πίσω από τη δική μου υπήρχαν δύο μικρά παιδιά και μια οικογένεια που χρειαζόταν αυτή την άδεια τότε.
Δ.Π. – Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης