Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς)
(αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Ιδιωτικά σχολεία: Γείτονας, Ιόνιος και Εράσμειος σε επαφές με μεγάλα funds
Έρχονται πρόστιμα μέχρι και 1.000 ευρώ σε χιλιάδες κατόχους οχημάτων
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom