Νέηλυς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει νεοφερμένος
νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό, πληθυντικός: νεήλυδες & (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο νέηλυς)
(αρχαιοπρεπές, ειρωνικό) νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκαταστάθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο
Έσπευσαν να παρέμβουν νεήλυδες που δεν είχαν ούτε την πείρα, ούτε τις γνώσεις...
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Βγήκαν οι προκηρύξεις εκπαιδευτικών - Όλα τα κριτήρια
Τσίπρας: Καθηγητής στην Κρήτη έκανε το πρωί μάθημα και το βράδυ ντελίβερι
Alfavita Newsroom