Σε ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβαλλοντικό και νομοθετικό πρόβλημα εξελίσσεται το ζήτημα της έντονης δυσοσμίας που ταλανίζει τα τελευταία χρόνια τον Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας, προκαλώντας έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων για αποπνικτική οσμή που προσομοιάζει με πετρέλαιο, αέρια και χημικά, καθώς και για σωματικές ενοχλήσεις στο αναπνευστικό σύστημα. Ο Συνήγορος του Πολίτη (ΣτΠ), με επιστολές του προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) και την Περιφέρεια Αττικής, υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή τήρηση των περιβαλλοντικών όρων και εντατικοποίηση των ελέγχων στην πηγή των εκπομπών και όχι μόνο στον αστικό ιστό.
Παρά το γεγονός ότι παλαιότερη έρευνα του ΑΠΘ είχε συσχετίσει το φαινόμενο με τη βιομηχανική δραστηριότητα επεξεργασίας θαλάσσιου έρματος στη Δραπετσώνα, η Περιφέρεια Αττικής απάντησε ότι από τους επανειλημμένους ελέγχους στη συγκεκριμένη μονάδα δεν έχουν προκύψει παραβάσεις ή μη συμμορφώσεις, με τις μετρήσεις των απαερίων να βρίσκονται εντός των θεσπισμένων ορίων.
Η επίλυση του προβλήματος προσκρούει σε σημαντικά γεωγραφικά και θεσμικά εμπόδια, καθώς το Τμήμα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ επισημαίνει ότι η δυσοσμία εντείνεται από την ιδιαίτερη γεωμορφολογία του αναγλύφου, την άναρχη υπερδόμηση και τη μακροχρόνια συσσώρευση ρύπανσης στον κλειστό κόλπο της περιοχής, όπου συνυπάρχουν πολλαπλές οχλούσες δραστηριότητες. Το κυριότερο πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν έχουν θεσπιστεί οριακές τιμές εκπομπής για τις οσμηρές χημικές ενώσεις, με αποτέλεσμα να είναι νομικά αδύνατο να βεβαιωθεί περιβαλλοντική παράβαση ακόμη κι αν εντοπιστεί η πηγή της οσφρητικής όχλησης, ενώ αποκαλύπτεται ότι οι επιθεωρητές δεν διαθέτουν καν όργανα μέτρησης οσμών.
Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κενό αυτό, το ΥΠΕΝ προκρίνει τη διενέργεια μιας ολοκληρωμένης επιστημονικής μελέτης μεγάλης διάρκειας, ενώ ο Δήμος Κερατσινίου – Δραπετσώνας προχωρά σε προγραμματική σύμβαση με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών για την επέκταση και αναβάθμιση του δικτύου μέτρησης ρύπων στην περιοχή.