Η λέξη «ασκαρδαμυκτί» προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και σημαίνει χωρίς να ανοιγοκλείνει κανείς τα βλέφαρα, με σταθερό βλέμμα. Χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει την απόλυτη προσήλωση, την προσοχή ή την αταλάντευτη στάση απέναντι σε κάτι.
- Παράδειγμα:
Τον κοίταζε ασκαρδαμυκτί, περιμένοντας την απάντησή του.