Τι έδειξαν οι δείκτες βιολογικής γήρανσης
Οι επιστήμονες θέλησαν να διαπιστώσουν αν οι αλλαγές στη γνωστική λειτουργία συνοδεύονταν και από μεταβολές σε βιολογικό επίπεδο.
Για τον λόγο αυτό, ένα μέρος των συμμετεχουσών υποβλήθηκε σε αιματολογικές εξετάσεις στην έναρξη της μελέτης, στους έξι μήνες και μετά τη συμπλήρωση ενός έτους. Μέσα από τα δείγματα αίματος εξετάστηκε το DNA, με στόχο να εντοπιστούν χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη βιολογική γήρανση των κυττάρων.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τα λεγόμενα «επιγενετικά ρολόγια», εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της βιολογικής ηλικίας ενός οργανισμού. Στην αρχή της μελέτης, η επιγενετική ηλικία των γυναικών ήταν κατά μέσο όρο 8,7 χρόνια μεγαλύτερη από τη χρονολογική τους ηλικία.
Μετά από έναν χρόνο, ωστόσο, καταγράφηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων. Στις γυναίκες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα άσκησης, οι δείκτες αντιστοιχούσαν σε περίπου έναν μήνα επιγενετικής γήρανσης. Αντίθετα, στην ομάδα που συμμετείχε στο πρόγραμμα υγείας και ευεξίας, οι αντίστοιχοι δείκτες αντιστοιχούσαν σε σχεδόν 10 μήνες γήρανσης μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο πιο αργός ρυθμός βιολογικής γήρανσης συνδεόταν με μεγαλύτερη βελτίωση στην προσοχή και άλλες πτυχές της γνωστικής λειτουργίας.
Τα αποτελέσματα ενισχύουν τις ενδείξεις ότι η σωματική δραστηριότητα μπορεί να επηρεάζει πολλαπλές πλευρές της υγείας, μεταξύ άλλων τη γνωστική λειτουργία και ορισμένους βιολογικούς δείκτες. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες ώστε να επιβεβαιωθούν τα συγκεκριμένα ευρήματα και να αποσαφηνιστούν οι μηχανισμοί που ενδέχεται να τα εξηγούν.