Γιατί απορρίφθηκαν οι καταγραφές
Η διαδικασία προβλέπει ότι η κάμερα εντοπίζει ένα πιθανό περιστατικό και δημιουργεί το σχετικό ηλεκτρονικό υλικό. Στη συνέχεια, όμως, απαιτείται έλεγχος προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστική βεβαίωση της παράβασης.
Η μεγαλύτερη κατηγορία απορρίψεων αφορούσε 7.039 καταγραφές, δηλαδή το 33,4% του συνόλου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα οχήματα είχαν πλησιάσει τη γραμμή του σηματοδότη, χωρίς όμως να προκύπτει με επαρκή βεβαιότητα ότι την παραβίασαν.
Ακολουθούν 6.051 καταγραφές, ποσοστό 28,71%, οι οποίες αφορούσαν οχήματα έκτακτης ανάγκης ή κρατικά οχήματα. Η αρχική εικόνα μπορεί να έμοιαζε με παράβαση, όμως ο μεταγενέστερος έλεγχος έδειξε ότι τα συγκεκριμένα οχήματα κινούνταν στο πλαίσιο υπηρεσιακής αποστολής.
Άλλες 4.732 περιπτώσεις, δηλαδή το 22,46%, απορρίφθηκαν λόγω προβλημάτων που σχετίζονταν με την ποιότητα της εικόνας. Νυχτερινές λήψεις, δύσκολες συνθήκες καταγραφής και άλλοι παράγοντες δεν επέτρεπαν την ασφαλή ταυτοποίηση του οχήματος ή της παράβασης.
Σε 1.958 περιστατικά, ποσοστό 9,29%, υπήρχε τροχονόμος στο σημείο ή είχε δοθεί νόμιμη εξαίρεση από τη συνήθη λειτουργία της σηματοδότησης. Όταν η κυκλοφορία ρυθμίζεται από αστυνομικό, οι οδηγίες του υπερισχύουν των φωτεινών σηματοδοτών.
Λάθη στην αναγνώριση πινακίδων
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, οι λόγοι απόρριψης ήταν περισσότερο ειδικοί.
Συνολικά 440 καταγραφές δεν μπορούσαν να αποδοθούν με ασφάλεια σε συγκεκριμένο όχημα, επειδή στο ίδιο πλάνο εμφανίζονταν περισσότερα οχήματα. Σε 171 περιπτώσεις καταγράφηκαν ξένες ή μη καταχωρημένες πινακίδες, ενώ 107 περιστατικά οφείλονταν σε λανθασμένη ανάγνωση των χαρακτήρων από το σύστημα οπτικής αναγνώρισης.
Παράλληλα, 71 καταγραφές αφορούσαν πινακίδες που δεν ήταν δυνατό να διαβαστούν εξαιτίας λάσπης, φθοράς ή αντανακλάσεων.
Υπήρχαν επίσης 28 περιστατικά στα οποία ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος ελιγμός του οδηγού έγινε προκειμένου να αποφευχθεί ατύχημα. Άλλες 476 περιπτώσεις εντάχθηκαν σε διαφορετικές κατηγορίες απόρριψης.
Όλες οι παραπάνω κατηγορίες οδηγούν συνολικά στις 21.073 καταγραφές που δεν προχώρησαν σε οριστική βεβαίωση.
Η κάμερα δεν μετατρέπει αυτόματα κάθε εικόνα σε πρόστιμο
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύστημα δεν λειτουργεί με τη λογική της αυτόματης επιβολής προστίμου σε κάθε περιστατικό που καταγράφεται.
Η κάμερα αποτελεί το πρώτο στάδιο της διαδικασίας, εντοπίζοντας μια πιθανή παράβαση και δημιουργώντας το σχετικό αποδεικτικό υλικό. Στη συνέχεια πραγματοποιείται έλεγχος ώστε να διαπιστωθεί εάν το περιστατικό μπορεί να τεκμηριωθεί επαρκώς.
Καθώς αυξάνονται οι καταγραφές, το σύστημα μπορεί επίσης να βελτιώνεται και να προσαρμόζεται σε περιπτώσεις που δημιουργούν δυσκολίες, όπως η οριακή προσέγγιση στη γραμμή του σηματοδότη, οι νυχτερινές λήψεις ή τα προβλήματα στην ανάγνωση πινακίδων.
388 κάμερες σε 100 σημεία της Αττικής
Το δίκτυο των καμερών έχει πλέον επεκταθεί σημαντικά. Η Περιφέρεια Αττικής έχει ολοκληρώσει την εγκατάσταση 388 καμερών σε 100 επιλεγμένους κόμβους που χαρακτηρίζονται υψηλής επικινδυνότητας.
Οι κάμερες έχουν σχεδιαστεί για συνεχή, 24ωρη καταγραφή παραβιάσεων ερυθρού σηματοδότη. Για κάθε περιστατικό μπορούν να δημιουργούν πλήρες αποδεικτικό υλικό, το οποίο περιλαμβάνει έξι φωτογραφίες και βίντεο.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της 9ης Σεπτεμβρίου 2026 από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, 380 από τις κάμερες της Περιφέρειας Αττικής βρίσκονταν ήδη σε λειτουργία. Παράλληλα, λειτουργούσαν έξι πιλοτικές κάμερες με πιο προηγμένες δυνατότητες, οι οποίες επεξεργάζονται χιλιάδες καταγραφές.
Τι μπορούν να εντοπίσουν οι «έξυπνες» κάμερες
Το νέο σύστημα δεν περιορίζεται στην παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη.
Οι πιλοτικές κάμερες έχουν σχεδιαστεί ώστε να μπορούν να εντοπίζουν παραβάσεις όπως η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, η μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή κράνους, η κίνηση ή στάση σε λεωφορειολωρίδα και η παραβίαση φωτεινού σηματοδότη.
Παράλληλα, μέσω του συστήματος ANPR μπορούν να αναγνωρίζονται χαρακτηριστικά του οχήματος, όπως η μάρκα, το μοντέλο, το χρώμα και ο αριθμός κυκλοφορίας.
Ήδη μέχρι τα τέλη Ιουλίου είχαν βεβαιωθεί 4.127 παραβάσεις μέσω του νέου συστήματος, με περίπου το 41% να αφορά παραβιάσεις ερυθρού σηματοδότη.
Έρχονται ακόμη 1.000 κάμερες
Η επέκταση του δικτύου αναμένεται να συνεχιστεί. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του Σεπτεμβρίου, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία για την εγκατάσταση ακόμη 1.000 καμερών.
Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης έχει προχωρήσει τον σχετικό διεθνή διαγωνισμό, ο οποίος αφορά την προμήθεια, εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση του νέου δικτύου. Ο προϋπολογισμός της σύμβασης ανέρχεται περίπου σε 44,06 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
Έτσι, η παρουσία καμερών στους δρόμους της Αθήνας αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τον έλεγχο της οδικής κυκλοφορίας και την καταγραφή παραβάσεων.
Τι ισχύει για την παραβίαση κόκκινου
Ιδιαίτερα αυστηρές είναι οι προβλεπόμενες κυρώσεις για την παραβίαση ερυθρού σηματοδότη. Με βάση τον ισχύοντα ΚΟΚ, η πρώτη παράβαση συνεπάγεται πρόστιμο 700 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 60 ημέρες, ενώ σε περίπτωση υποτροπής προβλέπονται αυστηρότερες κυρώσεις.
Την ίδια στιγμή, η διαδικασία κοινοποίησης των παραβάσεων μεταφέρεται σταδιακά στο ψηφιακό περιβάλλον. Η πράξη βεβαίωσης μπορεί να αποστέλλεται στη Θυρίδα Πολίτη στο gov.gr και στο Gov.gr Wallet.
Το ισχύον διοικητικό πλαίσιο προβλέπει επίσης τη δυνατότητα υποβολής ένστασης μέσα σε τρεις ημέρες από την επίδοση. Όταν η κοινοποίηση γίνεται ηλεκτρονικά, εάν ο πολίτης δεν ανοίξει νωρίτερα το έγγραφο, η επίδοση θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί μετά την παρέλευση δέκα εργάσιμων ημερών, από την οποία ξεκινά και η σχετική προθεσμία.
Τι δείχνουν τελικά οι 21.073 απορρίψεις
Ο αριθμός των 21.073 περιπτώσεων μπορεί αρχικά να δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται για πρόστιμα που ακυρώθηκαν. Στην πραγματικότητα, όμως, αφορά καταγραφές που σταμάτησαν πριν φτάσουν στο στάδιο της οριστικής βεβαίωσης.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα. Η κάμερα εντοπίζει ένα πιθανό περιστατικό, όμως προηγείται διαδικασία ελέγχου πριν αυτό μετατραπεί σε επίσημη παράβαση.
Καθώς το δίκτυο επεκτείνεται και αυξάνονται οι καταγραφές, ιδιαίτερη σημασία αποκτά επομένως η διαδικασία επαλήθευσης, ώστε οι κλήσεις που τελικά φτάνουν στον οδηγό να βασίζονται σε επαρκώς τεκμηριωμένες παραβάσεις.