Σε τροχιά νέας ανόδου κινήθηκε ο δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα, διευρύνοντας την απόσταση που χωρίζει τη χώρα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και επιτείνοντας την πίεση στα εισοδήματα. Τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) επιβεβαιώνουν ότι η εγχώρια αγορά συνεχίζει να αντιμετωπίζει έντονες πληθωριστικές πιέσεις, κατατάσσοντας την Ελλάδα μεταξύ των αρνητικών πρωταγωνιστών της Γηραιάς Ηπείρου.
Ειδικότερα, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 4,9% τον Μάιο του 2026, παρουσιάζοντας επιτάχυνση σε σχέση με το 4,6% που είχε καταγραφεί τον αμέσως προηγούμενο μήνα, Απρίλιο. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν συγκριθεί με τις επιδόσεις των υπόλοιπων εταίρων.
Η χώρα μας εμφάνισε ποσοστό κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος περιορίστηκε στο 3,2%. Αντίστοιχα, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ελληνικό 4,9% βρίσκεται κατά 1,6 μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,3%.
Η ευρωπαϊκή εικόνα παραμένει πολυδιάσπαστη, καθώς κατά τον μήνα Μάιο ο πληθωρισμός υποχώρησε σε 11 χώρες-μέλη, ενώ παρουσίασε άνοδο σε 16 κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Στον ευρωπαϊκό χάρτη των τιμών καταγράφονται οι εξής τάσεις:
- Τα χαμηλότερα ποσοστά σημειώθηκαν στον ευρωπαϊκό Βορρά και την κεντρική Ευρώπη, με τη Σουηδία να ηγείται (1,1%) και τις Δανία και Τσεχία να ακολουθούν ισόπαλες (1,8%).
- Οι υψηλότερες επιδόσεις εντοπίστηκαν στη Ρουμανία, η οποία κατέγραψε το εντυπωσιακό 9,7%, στη Βουλγαρία με 6,3% και στη Λιθουανία με 5,1%, με την Ελλάδα να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής στην πρώτη τετράδα των υψηλότερων αυξήσεων.
Αναλύοντας τα συστατικά στοιχεία που διαμόρφωσαν το τελικό αποτέλεσμα εντός της Ευρωζώνης, η Eurostat υποδεικνύει δύο συγκεκριμένους κλάδους ως τους κύριους υπαίτιους για το κύμα ακρίβειας. Η μεγαλύτερη συμβολή προήλθε από τον τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος επιβάρυνση τον δείκτη κατά +1,61 ποσοστιαίες μονάδες.
Στη δεύτερη θέση των ανατιμήσεων βρέθηκε ο κλάδος της ενέργειας, συνεισφέροντας +0,98 ποσοστιαίες μονάδες στον τελικό πληθωρισμό. Στον αντίποδα, πολύ μικρότερη ήταν η επίδραση από την κατηγορία των αλκοολούχων ποτών και του καπνού (+0,36 μονάδες), καθώς και από τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά (+0,23 μονάδες).