Νέα επίθεση κατά του Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξαπέλυσε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, καταδικάζοντας την επανέναρξη των ουκρανικών πληγμάτων σε ρωσικά διυλιστήρια και κατηγορώντας το Κίεβο ότι συμβάλλει στην αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Η αντιπαράθεση έρχεται μετά την κατάρρευση της ενεργειακής εκεχειρίας που είχε ανακοινώσει ο Λευκός Οίκος, με τις σχέσεις Ουάσινγκτον και Κιέβου να δοκιμάζονται εκ νέου, την ώρα που παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης και των διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του πολέμου.
Σε συνέντευξή του στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο Newsmax, ο Τραμπ χαρακτήρισε «ντροπή» τις επιθέσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, με αφορμή το ουκρανικό πλήγμα σε διυλιστήριο στην περιφέρεια Ριαζάν. «Υπάρχουν τόσοι άλλοι στόχοι», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις επιβαρύνουν την παγκόσμια αγορά ενέργειας. «Το μόνο που κάνει είναι να αυξάνει τις τιμές του πετρελαίου παγκοσμίως», δήλωσε, αποδίδοντας προσωπικά στον Ζελένσκι ευθύνη για τις επιπτώσεις των επιθέσεων στις τιμές των καυσίμων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αμφισβήτησε παράλληλα τη βούληση του Ουκρανού ομολόγου του να καταλήξει σε ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι είναι δυσκολότερο να συνεργαστεί μαζί του παρά με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. «Δεν θέλει να καταλήξει σε συμφωνία. Δηλώνει πως θέλει, αλλά στην πραγματικότητα δεν θέλει», ανέφερε, ενώ, σύμφωνα με το πρακτορείο Anadolu, επανέφερε και το ζήτημα της διεξαγωγής εκλογών στην Ουκρανία.
Η ενεργειακή εκεχειρία και η αντίδραση του Κιέβου
Η νέα ένταση συνδέεται με την ενεργειακή εκεχειρία που ανακοίνωσε ο Τραμπ την Κυριακή 11 Οκτωβρίου, υποστηρίζοντας ότι Ρωσία και Ουκρανία είχαν συμφωνήσει να αναστείλουν τις επιθέσεις εναντίον ενεργειακών υποδομών. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Guardian, καμία από τις δύο εμπόλεμες πλευρές δεν είχε επιβεβαιώσει επισήμως την αποδοχή μιας τέτοιας συμφωνίας, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για το πραγματικό περιεχόμενο των συνεννοήσεων.
Η Ουκρανία προχώρησε σε προσωρινή αναστολή των επιθέσεων σε ρωσικά διυλιστήρια, με τον Ζελένσκι να ξεκαθαρίζει ότι το Κίεβο ήταν διατεθειμένο να τηρήσει μια αμοιβαία εκεχειρία. Ωστόσο, η ουκρανική πλευρά κατηγόρησε τη Μόσχα ότι συνέχισε να πλήττει ενεργειακές εγκαταστάσεις και άλλες υποδομές στο ουκρανικό έδαφος, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η επανέναρξη των επιχειρήσεων κατά ρωσικών στόχων.
Ο Ζελένσκι κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να μη στέκονται στο πλευρό του «επιτιθέμενου», υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία εκμεταλλεύεται τις διπλωματικές πρωτοβουλίες για να συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της. Όπως μεταδίδει το Associated Press, η ουκρανική ηγεσία θεωρεί ότι οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια αποτελούν μέσο περιορισμού των ενεργειακών εσόδων που χρηματοδοτούν τον πόλεμο.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν και οι περιορισμοί στην αμερικανική υποστήριξη
Στο παρασκήνιο της αντιπαράθεσης βρίσκεται και η συμφωνία της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα για το ρωσικό ντίζελ, την οποία ο Τραμπ παρουσίασε ως μέτρο για τη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Associated Press και του Axios, η αμερικανική κυβέρνηση είχε ζητήσει επανειλημμένα από την Ουκρανία να περιορίσει τα πλήγματα σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, με το Κίεβο να επιμένει ότι οι επιχειρήσεις αυτές έχουν στρατηγική σημασία για την αποδυνάμωση της ρωσικής πολεμικής οικονομίας.
Την ίδια ώρα, το Reuters μεταδίδει, επικαλούμενο Αμερικανούς και Δυτικούς αξιωματούχους, ότι η Ουκρανία αντιμετώπισε περιορισμούς στη χρήση κρίσιμων δορυφορικών συστημάτων επικοινωνίας που αξιοποιούνται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η σχετική εντολή προήλθε από τον Λευκό Οίκο, χωρίς να διευκρινίζεται ποιος έλαβε την απόφαση, εξέλιξη που εντείνει την ανησυχία του Κιέβου για το μέλλον της αμερικανικής υποστήριξης.
Το κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών αποτυπώθηκε και σε πρόσφατη συνέντευξη του Ζελένσκι στον Πιρς Μόργκαν, κατά την οποία ο Ουκρανός πρόεδρος απάντησε καταφατικά όταν ρωτήθηκε εάν αισθάνεται προδομένος από τον Τραμπ, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για την αμερικανική στάση.
Η αντιπαράθεση για τα ρωσικά διυλιστήρια αναδεικνύει πλέον τις διαφορετικές προτεραιότητες των δύο πλευρών, με την Ουάσινγκτον να δίνει έμφαση στη συγκράτηση των ενεργειακών τιμών και στην προώθηση μιας συμφωνίας με τη Μόσχα, ενώ το Κίεβο επιμένει ότι η διατήρηση της στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία αποτελεί βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.