BLADE RUNNER 2049: Το σινεμά ως ρέπλικα που αναζητά ψυχή

Το παρελθόν είναι το νέο μέλλον. Η μνήμη είναι ένας καθρέπτης που λέει σκανδαλώδη ψέμματα. Χούλιο Κορτάσαρ

I’ve seen things you people wouldn’t believe...

Δυο αντιτακτοί αντίχειρες και λίγη αυτογνωσία λένε πως είναι η ανθρώπινη ουσία- μέσες άκρες. Τα ανδροειδή-ρέπλικες στο δυστοπικό μέλλον του Blade Runner (1983, Ridley Scott) κατασκευάζονται καθ΄εικόνα και καθ’ομοίωση μας για να εργάζονται ως σκλάβοι στις εξωπλανητικές αποικίες με ένα ορισμένο προσδόκιμο ζωής. Αντίχειρες έχουν, όπως έχουν και επίγνωση της θνητότητας τους. Ακριβώς σε αυτήν την επίγνωση του τέλους, αλλά και στην επιθυμία τους να το παρατείνουν, κρύβεται η «ανθρωπιά» που χρειάζεται για να θολώσει τα σύνορα μεταξύ ανθρώπου και μηχανής και να οδηγήσει αρκετές ρέπλικες να επαναστατήσουν απέναντι στους αφέντες τους. Ένας «κυνηγός κεφαλών», ο Blade Runner που υποδύεται ο Harrison Ford, βρίσκεται στο κατόπι μιας ομάδας από ρέπλικες που καθοδηγεί ο Rutger Hauer με στόχο να τους «συνταξιοδοτήσει». Στην πορεία αυτής της αναζήτησης, μέσα στους βροχερούς και νέον και high tech/low life δρόμους του Λος Άντζελες, θα αναρωτηθεί και ο ίδιος τι είναι τελικά αυτό που μας κάνει ανθρώπους και αν ακόμα και αυτή η τεχνητή ανθρωπιά των «εχθρών» του έχει δικαίωμα στη ζωή.

Γύρω από αυτήν την υπόθεση, βασισμένο πάνω στο βιβλίο του μετρ της επιστημονικής φαντασίας Philip Dick «Do androids dream of electric sheep (στα ελληνικά: Το Ηλεκτρικό Πρόβατο, εκδ. Κέδρος), το Blade Runner έκανε την εμφάνισή του στις αρχές της δεκαετίας του ’80, έχοντας μια μάλλον χλιαρή υποδοχή.

Λίγο παραπάνω από τριάντα χρόνια μετά, το πρώτο teaser της συνέχειας του μύθου προκάλεσε παγκόσμια ανυπομονησία. Άλλωστε, μέσα σε τρεις δεκαετίες το Blade Runner έχει εντυπωθεί στην συλλογική μνήμη ως ένα σχεδόν αρχετυπικό sci-fi μνημείο αλλά και ως «φάρος» για την μετέπειτα εξέλιξη του κινημαογραφικού είδους. Για πάρα πολλούς/ες δε, της στήλης ετούτης συμπεριλαμβανομένης, το Blade Runner αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της αγάπης και της αισθητικής μας για το σινεμά.

 

Αυτή η sci-fi διασκευή του κλασσικού μύθου του Φρανκεσντάιν ήταν ένα υβρίδιο μεταξύ ειδών και τάσεων του σινεμά της εποχής. Όπως και τα όρια μεταξύ ανθρώπου και μηχανής στο έργο ήταν θολά και αδιόρατα, έτσι και τα όρια ανάμεσα σε κινηματογραφικά είδη συγχέονταν κάτω από τους βροχερούς νέον φωτισμούς σε ένα αριστοτεχνικό μπέρδεμα. Το Blade Runner μπορεί να ιδωθεί ως ένα φουτουριστικό νουάρ και ως ένα δυστοπικό γουέστερν. Είναι μια περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας και ταυτόχρονα ένα υπαρξιακό δράμα. Όμως μπορούμε, χρόνια μετά, να πούμε με κάποια σαφήνεια πως το Blade Runner «ολοκλήρωσε» ένα είδος και «εγκαινίασε» ένα καινούριο: Η ταινία είναι το τελευταίο μεγάλο νουάρ και ταυτόχρονα το πρώτο cyberpunk1 στην ιστορία του σινεμά. Η επιρροή του (από το σινεμά μέχρι την λογοτεχνία) είναι τόσο μεγάλη και ουσιώδης, που σε μεγάλο βαθμό ακόμα και το συλλογικό μας φαντασιακό για το πως θα είναι το δυστοπικό μας μέλλον ελέγχεται αισθητικά από την εκπληκτική κινηματογράφιση και το όραμα του Ridley Scott.

Ήταν μάλλον λοιπόν αναμενόμενο, στην σύγχρονη τάση του Holywood να «αρμέγει» τους παλιούς του μύθους, πως το Blade Runner αργά ή γρήγορα θα επέστρεφε, όπως έχουν επιστρέψει σχεδόν τα πάντα από την δεκαετία του ’80. Όμως αυτή η αφόρητη νοσταλγία μιας εποχής που μοιάζει να έχει στερέψει από καινούριες ιστορίες είχε εδώ μια σειρά από ευοίωνες προυποθέσεις: Πρώτα και κύρια, τον σκηνοθέτη Dennis Villeneuve (Sicario, Prisoners κ.α.), που λίγο πριν ανακοινωθεί ως επικεφαλής του project είχε δοκιμαστεί (με επιτυχία) στο εμπορικό σινεμά με το Arrival (2016). Με άλλα λόγια δεν θα είχαμε άλλη μια ξαναζεσταμμένη σούπα αλλά μια ταινία με όραμα και αισθητική σφραγίδα. Το Blade Runner 2049 κατέφτασε λοιπόν στις αίθουσες (από 5/10) και απευθύνεται τόσο στις «παλιοσειρές» που αγάπησαν τον προκάτοχό του όσο και στις νεότερες γενιές, που έβλεπαν το Blade Runner ως ένα κειμήλιο που μάλλον, ίσως, κάπως είχε στρώσει το έδαφος για το millennia cyberpunk του Matrix (μεταξύ άλλων).

...Attack ships on fire off the shoulder of Orion...

Η ταινία ξεκινάει μερικές δεκαετίες από εκεί που τελείωσε η πρώτη (στο πρώτο Blade Runner ήμασταν στο 2019), όπου έχουν μεσολαβήσει διάφορα ουσιώδη, όπως μια αποτυχημένη εξέγερση των replicans αλλά και μια ανανέωση των προδιαγραφών τους (σε πιο υπάκουα) από έναν πολυεκατομυριούχο εφευρέτη (τον Niander Wallace υποδύεται ο Jared Leto). Υπάρχουν ακόμα Blade Runner, και η ιστορία παρακολουθεί τον K (Ryan Gosling, ομολογουμένως, το καλύτερο ανδροειδές του Χόλιγουντ), μια ρέπλικα (χωρίς αμφιβολία αυτή τη φορά2) που αναζητά τους τελευταίους «αντιστασιακούς». Αφού ανακαλύψει έναν (Dave Bautista) σε μια σκηνή που θυμίζει και την πρώτη ταινία αλλά και τα σπαγγέτι γουέστερν στο πως χτίζει την έντασή της, ο K θα κάνει μια συνταρακτική ανακάλυψη: Οι ρέπλικες μπορούν να αναπαραχθούν. Με άλλα λόγια, να κάνουν αυτό που οριστικά και αμετάκλητα μπορεί να τις περάσει από την σφαίρα των μηχανών στον κόσμο των έμβιων όντων.

Αυτή η ανακάλυψη θα τον οδηγήσει τελικά στην αναζήτηση ενός παλαιότερου Blade Runner (Harrison Ford ως Ντέκαρντ ξανά) για να βρει τον χαμένο εξελικτικό «κρίκο», το παιδί δηλαδή που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Φυσικά, το ίδιο παιδί αναζητά και ο κόσμος των ανθρώπων, είτε για να βρει τον τρόπο να αναπαράγει τις ρέπλικες (το όραμα του Wallace) είτε για να το εξαφανίσει ώστε να μην διαταραχθεί το status quo (η διευθύντρια της Αστυνομίας, Robin Wright, που υποδύεται ξανά την Claire Underwood).

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα αισθητικό, οπτικό και ηχητικό κομψοτέχνημα. Το Blade Runner 2046 «ξαναστήνει» το δυστοπικό Λος Άντζελες γεμάτο νέον φώτα και ασταμάτητη βροχή ενώ προσθέτει αχανείς σκουπιδότοπους (a la Wall-E) και περιοχές με ασφυκτική πορτοκαλί ομίχλη και σκόνη. Πέρα από την νοηματική του βάση, ο Dennis Villeneuve «δανείζεται» και συνομιλεί με όλη την ιστορία του κινηματογραφικού του είδους (και όχι μόνο, π.χ. οι επιρροές του γουέστερν είναι εμφανείς σε πολλά σημεία). Από το Children of Men μέχρι την σειρά Westworld, η ταινία είναι γεμάτη ευρήματα και «βελτιώσεις» παλαιότερων ιδεών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η επιρροή από το πρόσφατο Her: Ο Κ έχει ως μοναδική συντροφιά ένα ολόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, την Joi (Ana de Armas, που κλέβει την παράσταση), το οποίο είναι φτιαγμένο για να ικανοποιεί κάθε αντρική φαντασίωση (από μεσοαστή νοικοκυρά μέχρι αντικείμενο του πόθου). Ίσως η πιο αριστουργηματική σκηνή του έργου είναι στο σημείο που η Joi, θέλοντας να ικανοποιήσει τον αφέντη της, προσλαμβάνει μια νεαρή γυναίκα για να χρησιμοποιηθεί ως το «σώμα» μιας σεξουαλικής επαφής. Ο Villeneuve σκηνοθετεί με μαεστρία το πιο πρωτότυπο «τριο» της ιστορίας του σινεμά, ανάμεσα σε ένα ανδροειδές, ένα ολόγραμμα και μια πραγματική γυναίκα.

Όμως, πέρα από ένα άθροισμα πολύ ωραίων ιδεών, τι ταινία είναι το Blade Runner 2049; Καθώς προχωρούν βραδυφλεγώς και ελεγειακά τα 160+ λεπτά του, καταλαβαίνεις πως παρά την αρτιότητά του κάτι μοιάζει να του διαφεύγει. Όταν δε εμφανίζονται οι «παλιοσειρές» και η σύγκριση γίνεται αναγκαστική, η καθηλωτική ατμόσφαιρα του έργου μοιάζει να αγκομαχά. Ο Harrison Ford δίνει την απαραίτητη «ώθηση» (είναι ικανότατος να παίζει τον εαυτό του να υποδύεται γερασμένος παλαιότερους ρόλους που τον ανέδειξαν: Ο Ντέκαρτ θα μπορούσε να είναι ο Han Solo ή ο Indiana Jones) αλλά λίγο πριν το τέλος ο Villeneuve μοιάζει να χάνει τον έλεγχο του υλικού του.

...I watched C-beams glitter in the dark near the Tannhäuser Gate

Το δυστοπικό μέλλον του 2049 μοιάζει βγαλμένο από το παρόν: Ο κοινωνικός ρατσισμός απέναντι στις ρέπλικες-δούλους, οι απέραντοι σκουπιδότοποι, οι αιχμές για την παιδική εργασία, η διασκέδαση μέσα από την εικονική πραγματικότητα, η περιβαλλοντική υποβάθμιση. Είναι όλα εκεί, φτιαγμένα με μεράκι, αλλά το ξέρεις πως όλα αυτά έχουν ειπωθεί ξανά. Όταν η ταινία «δένει» με την προηγούμενη δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: Γιατί έπρεπε αυτή η ταινία να ονομάζεται Blade Runner; Γιατί έπρεπε να δώσει σώνει και ντε συνέχεια στον ολοκληρωμένο και γεμάτο αινίγματα για την συλλογική φαντασία μύθο της πρώτης3Γιατί να μην επιλέξει να κατασκευάσει ένα Blade Runner της εποχής του, αλλά συμβιβάζεται στο να αυτοεγκλωβισθεί στην «σιγουριά» της επιτυχίας του παρελθόντος;

Κατά ένα περίεργο τρόπο, όταν σε μια ακόμα αριστουργηματική σκηνή οι δυο Blade Runner μονομαχούν σε μια αίθουσα χορού ενώ στην σκηνή μια χαλασμένη μηχανή προβάλλει ένα ολόγραμμα του Elvis, ο θεατής διχάζεται: Προφανώς και ήθελες να ξαναδείς τον Ντέκαρντ του Φορντ, αλλά καταλαβαίνεις πως αυτή σου η ανάγκη να τον δεις πιθανότατα είναι το μόνο «βαρίδι» (προσθέστε εισαγωγικά) που εμποδίζει την ταινία να απογειωθεί. Και ύστερα ο σκηνοθέτης (και το σενάριο) σου φέρνει και άλλες μνήμες (απροκάλυπτα αχρείαστες, αλλά δεν κάνουμε spoiler) και ο διχασμός εντείνεται.

Όμως στο ίδιο σημείο ο Κ καταλαβαίνει κάτι που μπορεί κάλλιστα να αφορά και τον θεατή: Η προσκόλλησή του στις δικές του μνήμες γίνεται από στήριγμα, εμπόδιο. Η μνήμη του γίνεται ο εχθρός του.  Η ταυτότητά του διακυβεύεται από την αναξιοπιστία της μνήμης του. Σε μια αναλογία, η προσκόλληση ημών στην ζεστασιά της μνήμης (και ειδικότερα στην ποπ παραμυθία των 80s) δεν «την κρατάει ζωντανή», όπως νομίζουμε, αλλά αντίθετα την κάνει ευάλωτη. Κάπως έτσι, «ξεχνάμε» να θυμηθούμε τι ήταν αυτό που αγαπήσαμε στο Blade Runner και τους κόσμους που μας άνοιξε: Μας αρκεί που μας δίνεται η ευκαιρία να τους ξαναεπισκεφτούμε. Όμως, τους είχαμε στα αλήθεια χάσει;

All these moments will be lost in time, like tears in the rain

Λίγο πριν το τέλος της ταινίας, ένας τσακισμένος (ψυχή τε και σώματι) Ryan Gosling περπατάει μοναχός του στους παγωμένους δρόμους της δυστοπικής του πολιτείας, έχοντας χάσει τα πάντα: Την συντροφιά του (Joi), την λύση στα αβάσταχτα υπαρξιακά του, την δουλειά του, ολόκληρη την αφήγησή του για τον κόσμο που γίνεται πλέον...δυστοπικός. Ακόμα δεν το ξέρει, μα αυτές οι συσσωρευτικές ήττες δεν είναι παρά το άθροισμα που τον οδηγεί να βιώσει την Απώλεια, που είναι στην πραγματικότητα και το συναίσθημα-πέρασμα του από τον κόσμο των μηχανών στον κόσμο των ανθρώπων. Ο Blade Runner K βιώνει με άλλα λόγια την οδύνη της ύπαρξης, που είναι σύμφυτη με τον πόνο και την απώλεια. Έτσι, ο K εξανθρωπίζεται αρκετά πριν την κλιμάκωση και το φινάλε του έργου, κατακτώντας αυτήν την πολυπόθητη αίσθηση του ζειν διαμέσου του πόνου. Που με την σειρά του τον βυθίζει για πρώτη φορά στην αναμέτρηση με την ιδέα του θανάτου. Άλλωστε εξανθρωπισμός σημαίνει φθορά και θνητότητα, και επιπλέον την αβάσταχτη συνείδηση αυτών.

Σε εκείνο το σημείο, λίγο πριν ολοκληρωθεί και τυπικά το πέρασμα του ανδροειδούς-ρέπλικας στον κόσμο των ανθρώπων, τα βήματά του τον οδηγούν σε ένα τεράστιο ολόγραμμα. Είναι η Joi, ολόγυμνη και μεγαλοπρεπής, με πιο φανταχτερό κούρεμα και πιο πιασάρικο διαφημιστικό σλόγκαν («όλα όσα θες να ακούσεις-όλα όσα θες να δεις»), γιγάντια όσο μια πολυκατοικία και θελτική όσο η πιο καλοδουλεμένη high-tech φαντασίωση ενός αρσενικού κόσμου4. Το ολόγραμμα, φτιαγμένο να είναι interactive με το περιβάλλον του, πλησιάζει τον K ως ακόμα ένα πελάτη, προσπαθώντας να τον δελεάσει με το γυμνό, νέον αποχρώσεων κορμί της και την λάγνα της συμπεριφορά. Ο K την κοιτάει απαθώς: Εκείνη που ήταν κάποτε το σημείο αναφοράς του, η μοναδική του εκδοχή συναισθήματος και έρωτα και συντροφικότητας, είναι τώρα μια φωτεινή αισθησιακή υπερπαραγωγή. Εκείνος την ξέρει, μα εκείνη δεν τον αναγνωρίζει ως τίποτα παραπάνω ως ένα υποψήφιο αγοραστή.

Αυτή η όμορφη σεκανς, επίσης στις κορυφαίες του έργου, το συνοψίζει με πολλούς και διάφορους τρόπους. Το Blade Runner 2046 προχωράει τον υπαρξιακό προβληματισμό της πρώτης ταινίας περιγράφοντας μια (παρόμοια) απάντηση, καθώς ο έφηβος προ-άνθρωπος K γίνεται ολοκληρωμένος άνθρωπος δια της Απώλειας και του Πόνου. Την ίδια στιγμή, το Blader Runner 2046 μοιάζει πολύ με το γυμνό ολόγραμμα της Joi: Εντυπωσιακό στην όψη, θελκτικό με την πρώτη ματιά, κυριολεκτικά αυτό που θέλεις να ακούσεις και αυτό που θέλεις να δεις, όμως αν επιχειρήσεις να το πιάσεις συνειδητοποιείς πως είναι άυλο. Πως είναι ένα άρτιο και πανέμορφο τεχνολογικό επίτευγμα που όμως επιπλέει στο νερό.

...time to die.

Βγαίνοντας από το σινεμά και προσπαθώντας να «χωνέψεις» την οπτικοακουστική εμπειρία, δύσκολα αποφεύγεις μια δυσοίωνη σκέψη: Η ταινία μοιάζει να «στρώνει» έδαφος για πολλά sequel. Πολύ πιθανά, μια ακόμα ταινία με τίτλο στην ευρύτερη περιοχή του «Rise of the Replicans» θα κάνει την εμφάνισή της τα επόμενα χρόνια, και η μυθολογία του Blade Runner θα αποκτήσει την ίδια μεταχείριση που είχαν τα Terminator και τα Planet of the Apes του κόσμου αυτού. Άλλωστε, είναι χρόνια τώρα που το δυτικό mainstream σινεμά μοιάζει να συμφωνεί με την φιλοσοφία του Wallace: Περισσότερες άρτιες ρέπλικες που να μπορούν επιπροσθέτως να αναπαράγονται μοναχές τους. Όπως οι ρέπλικες του Blade Runner αναζητούν μια απάντηση στο τι μπορεί να τις εξανθρωπίσει, έτσι και οι ταινίες αυτές αναρωτιούνται αν έχουν ψυχή, αν μπορούν να γίνουν και αυτές ένα σύχρονο Blade Runner και να θεμελιώσουν μια άλλη εκδοχή του κινηματογραφικού μέλλοντος. Δηλαδή αν μπορούν να συνδυάσουν με τέτοιο τρόπο τα οράματα και τα ψεγάδια τους ώστε να αποκτήσουν το πολυπόθητο «βάρος», αυτά τα ελάχιστα 21 γραμμάρια της ψυχής.

Έχει ψυχή το Blade Runner 2049; Σίγουρα έχει μυαλό, έναν εξαιρετικό σκηνοθέτη που έδειξε πως μπορεί να διαχειριστεί ένα μεγαλεπήβολο και φιλόδοξο υλικό με την αισθητική του σφραγίδα. Σίγουρα έχει σώμα, ένα πανέμορφο μάλιστα σώμα: Ο διευθυντής φωτογραφίας Roger Deakins5 κλείνει χωρίς αμφιβολία την κουβέντα για το σχετικό Όσκαρ. Έχει καρδιά, ακόμα και αν είναι μεταμόσχευση από τον προκάτοχό του. Έχει και όλα τα υπόλοιπα όργανα στη θέση τους: Οι ερμηνείες είναι κάπως generic αλλά ικανοποιητικές, το μουσικό σκορ του Zimmer δυναμώνει τα μπάσα και τιμά τον Παπαθανασίου προσφέροντας όγκο και βάθος στον ελεγειακό τόνο του έργου, το σενάριο ισορροπεί ανάμεσα στις υποχρεώσεις του με το παρελθόν και τις απαιτήσεις του παρόντος. Τι του λείπει για να αποκτήσει ψυχή; Η ανάγκη του, όπως ακριβώς και του K, να απαλλαγεί από την φυλακή των αναμνήσεών του. Η ανάγκη του να πάψει να νοσταλγεί το παρελθόν και να αντλεί από αυτό τον ποίησή του, και να κοιτάξει προς το μέλλον, αναζητώντας νέες μυθολογίες και νέες παραμυθίες. Εκεί, όχι μόνο θα βρει την δική του ψυχή αλλά θα σώσει και την ψυχή του παρελθόντος.

Μας χρειάζονται και τα δυο.

Το  trailer: https://www.youtube.com/watch?v=gCcx85zbxz4

(στις σημειώσεις υπάρχουν spoiler!)

  1. Από τον Νεκρομάντη του Gibson, που τον έγραψε υπό την επήρρεια του Blade Runner, μέχρι την πλούσια κινηματογραφική μυθολογία της high tech/low life δυστοπίας φιλοσοφικών προεκτάσεων που κορυφώθηκε με το Matrix, το cyberpunk είναι ένα υποείδος μεγάλης απήχησης. Περισσότερα, στο πολύ κατατοπιστικό άρθρο εδώ.

  2. Ένα από τα μεγάλα αινίγματα του Blade Runner είναι το αν ο ίδιος ο Ντέκανρτ είναι ρέπλικά. Στο cut του σκηνοθέτη εμπεριέχονται δυο ουσιώδεις σκηνές (η ονειροπόληση του μονόκερου και το origami του φινάλε) που υποδηλώνουν πως είναι. Ο Scott λέει πως όντως αυτό ήταν το αρχικό πλάνο, αν και ο Ford δηλώνει το αντίθετο.

  3. Βέβαια, καμία απάντηση δεν δίνει η νέα ταινία στα ερωτήματα της πρώτης. Αντίθετα, τα περιπλέκει: Το παιδί ήταν αποτέλεσμα ανθρώπου-ρέπλικας ή ρέπλικας-ρέπλικας; Οι τρύπες είναι τόσο πολλές που η επανεμφάνιση του πατέρα Ντέκαρντ μοιάζει περισσότερο με ‘’δωράκι’’ για το κοινό παρά με ουσιώδη συνεισφορά.

  4. Εντάξει, πρέπει να το πούμε: Τo Blade Runner 2049 είναι «αντρική» ταινία, με την κακή έννοια. Το male gaze είναι κυρίαρχο, και πιο κυρίαρχο γίνεται στην πιο cringe-worthy σκηνή του έργου: Ο Ford επανεμφανίζεται ως γερασμένος Ντέκαρντ (τα χρόνια του δίνουν γοητεία) ενώ η Sean Young (Rachel) εμφανίζεται με αυτό το νέο κόλπο ψηφιακής αναπαράστασης, όμοια και απαράλλαχτη με την εικόνα της από το ’80. Ενώ είναι ζωντανή, η ηθοποιός. Επιπλέον, μένει στο πλάνο για περίπου 10 δευτερόλεπτα πριν της ανάψουν μια μπαταριά στη μούρη. Πόσο αχρείαστο και τι ερωτήματα θέτει! Άραγε, η Sean Young έχει δικαιώματα ως προς την εικόνα του προσώπου της όταν ήταν ακόμα 30 ετών (και αντικείμενο εφηβικών πόθων); Μπορεί έτσι απλά το σινεμά να καταργήσει το γήρας για τις γυναίκες, κάνοντας την καριέρα τους ανάλογη των αθλητών (16 με 35, μετά γίνε μάνατζερ); Και όλα αυτά για μια εντελώς ξεκούδουνη σκηνή;


     

  5. Έχει κάνει σχεδόν όλα των Κοέν, το πρόσφατο Skyfall αλλά και την θρυλική φουτουριστική δυστοπία 1984.

Σχετικά Άρθρα

Εκπαιδευτικέ, κάνεις τη σημαντικότερη δουλειά και θες και να αμείβεσαι; Να είσαι πρότυπο και ας σε έχουμε απαξιώσει τελείως

Δεν μπορούμε να γιορτάσουμε όταν έχουμε «άρρωστο στην οικογένεια», το παιδί μας, την ίδια την παιδεία

The Snowman: Ο ντεντέκτιβ ως σούπερ-ήρωας

Τι χρειαζόταν λοιπόν να κάνει η ταινία για να είναι επιτυχημένη; Απλά να μεταφέρει με πιστότητα το κλίμα και την ατμόσφαιρα του βιβλίου

Η φεϊσμπουκική «αργκό»

Snowclones, δηλαδή φραστικά μοτίβα που έχουν έναν σταθερό πυρήνα και ενα μεταβλητό κομμάτι που διαμορφώνεται κατά τις ανάγκες της στιγμής