Σκανδιναβικός κινηματογράφος: Σινεμά «του πάγου και της καρδιάς»

Το παρακάτω αφιέρωμα γράφτηκε με αφορμή την προβολή από την ΕΡΤ 3 της τελευταίας ταινίας του Σουηδού σκηνοθέτη Ρούμπεν Όστλουντ «Ανωτέρα Βία» που μας είχε αφήσει άφωνους το 2014, χρονιά που κέρδισε και το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στο Διεθνές Φεστιβάλ Καννών. 

Μια οικογένεια Σουηδών πηγαίνει στις γαλλικές Άλπεις για σκι. Ο ήλιος λάμπει και οι πλαγιές είναι πανέμορφες. Κατά τη διάρκεια ενός γεύματος σε ένα εστιατόριο που κρέμεται από μία πλαγιά μια χιονοστιβάδα φέρνει τα πάνω κάτω. Τα φαγητά πετάγονται προς όλες τις κατευθύνσεις και η Ebba ζητάει τη βοήθεια του Tόμας, καθώς προσπαθεί να προστατεύσει τα παιδιά τους. Αυτός, όμως, τρέχει για να σωθεί. 

Ο Όστλουντ, στην τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του, που υπογράφει και το σενάριο, καταπιάνεται με ένα θέμα καθόλου ξένο για τον σκανδιναβικό κινηματογράφο: την –“Αγία”- Oικογένεια. Η χιονοστιβάδα δεν είναι παρά η αρχή της Αποκάλυψης, το ξέσπασμα μιας εύθραυστης και επιφανειακής ισορροπίας και οι σχέσεις της οικογένειας μετά από αυτήν δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια. Η Αλήθεια «σκάει» ως χιονοστιβάδα επάνω στους πρωταγωνιστές, ως Ανωτέρα Βία, ώστε οι ανθρώπινες σχέσεις να πάψουν να μοιάζουν με αυτή τη χιονοστιβάδα που είναι παγωμένη και ψυχρή. Μέσα από ένα υπαρξιακό δράμα με καυστικό χιούμορ, ο Όστλουντ μας φέρνει αντιμέτωπους με το ζήτημα των κοινωνικών ρόλων και το κατά πόσο οι άνθρωποι ανταποκρίνονται σε αυτούς, με το ζήτημα του βασικού ενστίκτου επιβίωσης αλλά και τις εύθραυστες σχέσεις των δυο φύλων και των προσδοκιών του ενός από τον άλλον όταν η χιονοστιβάδα ξεπερνά το όριο που μέχρι πριν λίγο μας βόλευε. Είναι εμφανή στην ταινία τα στοιχεία θρίλερ και αυτό δεν μοιάζει αποκομμένο από τη γνωστή και μακρά παράδοση της Σουηδίας στα αστυνομικά θρίλερ. Σε αυτό το ρεύμα αποτυπώνεται μια σύγχρονη κοινωνία με ήσυχο και όμορφο παρουσιαστικό αλλά σκοτεινά μυστικά. Η οικογένεια και οι σκοτεινές, βίαιες σχέσεις που κρύβονται μέσα σε αυτή είναι πολλές φορές το κεντρικό θέμα των ταινιών των σκανδιναβών δημιουργών που αναζητούν την Αποκάλυψη πάντα μπροστά σε ένα κοινό, ένα ξεμπρόστιασμα της φαινομενικά τέλειας ισορροπίας ως κάθαρση. Χαρακτηριστικές ταινίες  είναι η «Οικογενειακή Γιορτή» του Βίντερμπεργκ (1995) που απέσπασε το Ειδικό Βραβείο Φεστιβάλ Καννών το 1988  και η «Ανωτέρα Βία» του Έστλουντ (2014).

Βίντερμπεργκ κυνήγι

Πώς λειτουργεί το ένστικτο της επιβίωσης σε άντρες και γυναίκες; Πόσο ακριβής είναι η εικόνα που έχουμε για το «ισχυρό φύλο»; Είναι μήπως ισχυρό γιατί φροντίζει πάντα να επιβιώνει; Τι γίνεται σε περιπτώσεις επιβίωσης;

Ο ίδιος ο Όστλουντ έχει δηλώσει για την ταινία του αυτή: “Σε τέτοιες ακραίες περιπτώσεις, οι άνθρωποι αντιδρούν εντελώς απρόσμενα και εξαιρετικά εγωιστικά. Απ’ ό,τι φαίνεται –σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες- ως αποτέλεσμα μιας φυσικής καταστροφής, μιας αεροπειρατείας ή ενός ναυαγίου, οι περισσότεροι επιζώντες παίρνουν διαζύγιο. Φαίνεται επίσης ότι σε πολλές περιπτώσεις οι άντρες δεν αντιδρούν σύμφωνα με τους αναμενόμενους κανόνες ιπποτισμού. Σε καταστάσεις ζωής ή θανάτου, όταν η επιβίωση κάποιου απειλείται, φαίνεται ότι είναι πιο πιθανό οι άντρες να το βάλουν στα πόδια για να σωθούν και όχι οι γυναίκες. Ίσως αυτός είναι ο βασικός λόγος για τα διαζύγια. Αυτό με έκανε να θέλω να μιλήσω για τη διαδεδομένη άποψη ότι ο άντρας υποτίθεται ότι είναι ο προστάτης της οικογένειας και της συζύγου, για τον κοινωνικό κώδικα που λέει ότι ο άντρας δεν υποχωρεί μπροστά στον κίνδυνο.”

To αιχμηρό σενάριο, τα πλάνα-σεκάνς, η ανάπτυξη των χαρακτήρων, η άρτια σκηνοθεσία, η επιλογή του φυσικού τοπίου ως αφηγηματικού εργαλείου, οι εξαιρετικές ερμηνείες, οι κοφτεροί και διαπεραστικοί ήχοι αλλά και ο «Χειμώνας» του Βιβάλντι, κάνουν αυτή την κινηματογραφική δημιουργία του Όστλουντ ξεχωριστή και τον ίδιο άξιο συνεχιστή του μεγάλου κινηματογράφου της βόρειας Ευρώπης.

Ο σκανδιναβικός κινηματογράφος «του πάγου και της καρδιάς»

Δεν υπάρχει θέμα «καυτό»- ταμπού , σκοτεινό ή  ακόμη και αντι-κινηματογραφικό με το οποίο να μην έχει καταπιαστεί το σκανδιναβικό σινεμά που σε μεγάλο βαθμό αντιπαραβάλλει στο ψυχρό σκανδιναβικό τοπίο, το έντονο συναισθηματικό ψυχογράφημα των χαρακτήρων, επιτυγχάνοντας με μοναδική μαστοριά τον στόχο που ξεκίνησαν οι Ντράγιερ και Μπέργκμαν: Να διεισδύουν κάτω απ’ το πετσί των ηρώων τους.

Ντράγερ

Κι όταν λέμε Σκανδιναβία, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, θα πρέπει να πούμε πως η καρδιά της Σκανδιναβίας (Σουηδία, Νορβηγία, Δανία, Ισλανδία) είναι η μικρή Δανία. Τούτη η μικρή προτεσταντική χώρα των πέντε εκατομμυρίων κατοίκων  κάποτε κυριαρχούσε απόλυτα και επί της Σουηδίας και επί της Νορβηγίας. Σήμερα επίσης στη Δανία υπάρχει μια κοινότητα 28.000 περίπου ρωμαιοκαθολικών, λίγοι Εβραίοι και μερικοί μουσουλμάνοι (από τις κοινότητες των μεταναστών). Η Δανία κυριαρχούσε επί των γειτονικών χωρών κυρίως λόγω των θερμών ρευμάτων της που δεν αφήνουν τη θερμοκρασία να πέσει υπό του μηδενός. Το όνομα της Δανίας από τον βασιλιά Νταν και οι αναφορές των Ρωμαίων ιστορικών ότι στην αρχαιότητα κατοικούνταν από  τρία γερμανικά φύλα (Γιούτους, Γότθους, Δανούς), μας κάνει να υποθέτουμε πως όλοι οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής ήταν Γότθοι, όπως ονομάζονται διαφορετικά όλα τα φύλα των αρχαίων Γερμανών. Ο «γοτθισμός» Ο «γοτθισμός» λοιπόν αποτελεί κοινό εθνολογικό χαρακτηριστικό των Σκανδιναβών και ο «βικινγκσμός» το δεύτερο κοινό εθνολογικό γνώρισμα. Μπορούμε να πούμε πως Σκανδιναβοί είναι οι Γότθοι που έγιναν Βίκινγκς και που για χρόνια υποτάχθηκαν στους Δανούς οι οποίοι αυξήθηκαν και δημιούργησαν και τους άλλους Σκανδιναβικούς λαούς. Γότθοι, Βίκινγκς, Σκανδιναβοί είναι τα τρία στάδια της εθνολογικής διαφοροποίησης των αρχαίων γερμανικών φύλων που κάποτε ανηφόρησαν κατά τον ευρωπαϊκό βορρά. 

Είναι αδύνατον να μιλήσουμε για τη Σκανδιναβία και να μην αναφερθούμε στο «σκανδιναβικό οικονομικό –και όχι μόνο- θαύμα». Ακόμα πιο αδύνατο όμως είναι να μη το συνδέσουμε με τη θρησκεία των περισσότερων σκανδιναβικών  χωρών. Ο Μαξ Βέμπερ[1], στο περισπούδαστο έργο του Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού,(Die Protestantische ethik und der geist des kapitalismus - 1905)[2] αναπτύσσει τη θέση ότι τα χαρακτηριστικά της οικονομίας προσδιορίζονται από τη θρησκεία, δείχνοντας, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ότι η θεολογία της Δύσης ήταν η δύναμη που δημιούργησε το ιδιαίτερο πνεύμα του καπιταλισμού.

Σύμφωνα με τον Γερμανό κοινωνιολόγο τα εσωτερικά κίνητρα που ωθούν τους ανθρώπους  στην εκλογίκευση της ατομικής τους συμπεριφοράς προς την  επίτευξη ορισμένων στόχων εντοπίζονται μέσα στις θρησκευτικές αξίες.[3] Αυτές οι αξίες έθεσαν τα θεμέλια της κοινωνικής συμπεριφοράς, της οικονομικής δραστηριότητας και του τρόπου αντίληψης του ατόμου για την κοινωνία καθώς επίσης και για την οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Το πνεύμα του προτεσταντισμού αλλά και οι διαφορετική προσέγγιση του καθολικισμού, είναι εμφανές στη δομή της οικογένειας και τις σχέσεις της με την κοινωνία, βασικό θέμα πολλών σκηνοθετών της Σκανδιναβίας. Οι Προτεστάντες πιστεύουν ότι η πίστη στον Χριστό μονάχα είναι αρκετή για την αιώνια σωτηρία, σε αντίθεση με τους Καθολικούς που θεωρούν ότι η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή, και θεωρούν ότι η διάπραξη καλών έργων επιβεβαιώνει την πίστη στον Χριστό και τη διδασκαλία Του.

Όλα αυτά δεν είναι φλυαρία, καθώς οι δομές και τα χαρακτηριστικά ενός τόπου και μιας κοινωνίας, διαμορφώνουν εν πολλοίς και τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά του εκάστοτε κινηματογραφικού έργου που αγαπάμε ή μισούμε ή αγαπάμε να μισούμε..

Από τη χώρα του μεγάλου στοχαστή του χριστιανικού υπαρξισμού και φιλοσόφου,  Σαίρεν Κίρκεγκωρ είναι και ο μεγάλος σκηνοθέτης του κινηματογράφου Καρλ Ντράγιερ αλλά και η μεγάλη πεζογράφος Κάρεν Μπλίξεν. Είναι εξαιρετικά εντυπωσιακή η συσσώρευση μεγάλων ονομάτων σε αυτή τη μικρή χώρα που έχει τους μισούς κατοίκους από την Ελλάδα. Η Δανία  στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα παράγει κυρίως μεταφυσικές ταινίες όπως αυτές του Μπλομ και του Κρίστιανσεν. Δανία και Σουηδία ευημερούν εμπορικά λόγω της μη εμπλοκής τους στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, με αποτέλεσμα να γίνουν από τους λίγους τροφοδότες ταινιών προς τις άλλες χώρες ενώ είναι αυτοί που  πρωτοεισάγουν στις ταινίες τους την έννοια της πρωταγωνίστριας βαμπ.

Ο δανικός κινηματογράφος της βωβής περιόδου σημαδεύεται από την ταινία Haxan: Η Μαγεία Μέσα από τους Αιώνες  (1922), βωβής σουηδικής παραγωγής, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δανού Μπέντζαμιν Κρίστενσεν, που αποτυπώνει την υστερία γύρω από τη μαγεία και όσους υποτίθεται ότι την εξασκούσαν, θύματα συχνά της προκατάληψης και της παρεξήγησης σωματικών και ψυχικών ασθενειών. Η ταινία γυρίστηκε σαν ντοκιμαντέρ αλλά περιέχει δραματοποιημένες σκηνές, που μοιάζουν βγαλμένες από ταινίες τρόμου.

Μπέντζαμιν Κρίστενσεν

Ο μεγάλος Δανός σκηνοθέτης Καρλ Ντράγιερ αποτελεί τον στυλοβάτη του δανικού σινεμά και μια από τις πολύ μεγάλες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Γεννημένος στην Κοπεγχάγη, μεγάλωσε υιοθετημένος από την οικογένεια ενός τυπογράφου και έτυχε αυστηρής Λουθηριανής ανατροφής. Ξεκίνησε ως δημοσιογράφος και θεατρικός κριτικός. Το 1920 σκηνοθέτησε την ταινία Ο Πρόεδρος. Η ταινία του Ζαν Ντ’ Αρκ (1928) με την εκτεταμένη χρήση των γκρο, των περιορισμό των κινήσεων της μηχανής, τη χρήση των εξπρεσιονιστικών φωτισμών στις σκηνογραφίες και των οπτικών ρυθμών της γαλλικής σχολής στο μοντάζ ΄΄έσπρωξε΄΄ τη βωβή εικόνα στα όριά της, σηματοδοτώντας το τέλος του βωβού κινηματογράφου. Συνέχισε να σκηνοθετεί με κύρια υφολογικά στοιχεία της περίτεχνης αισθητικής του, τις υποβλητικές σκηνογραφίες και τις εξπρεσιονιστικές φιγούρες των ηθοποιών, που αναδεικνύουν μυστηριακά το βασικό θεματικό άξονα του έργου του, που είναι η φιλοσοφική σύγκρουση του καλού με το κακό, της πίστης με τη δεισιδαιμονία, του αιωνίου  φωτός με το σκοτάδι.

λανς φορ τριερ, αντίχρηστος

Η αναγέννηση του δανικού κινηματογράφου θα έρθει χρόνια αργότερα από τους αμφιλεγόμενους αλλά ιδιοφυείς Λαρς φον Τρίερ και Τόμας Βίντερμπεργκ οι οποίοι δημιούργησαν και την τελευταία αισθητική κίνηση που εμφανίστηκε στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο και ονομάστηκε «Δόγμα 95». Η κίνηση αυτή προτείνει μια νέα αισθητική και έναν ηθελημένο ερασιτεχνισμό σε όλα τα στάδια κατασκευής μιας ταινίας (κάμερα στο χέρι, κινηματογράφηση σε φυσικούς χώρους, αποφυγή τεχνιτών φωτισμών και σπέσιαλ εφέ, άναρχη αφήγηση κ.λπ.). Ο Λαρς φον Τρίερ ξεκίνησε από την τηλεόραση και έγινε γνωστός με το αμφιλεγόμενο ντοκιμαντέρ με θέμα τη γοητεία που άσκησε ο ναζισμός στην πατρίδα του με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί νεοναζιστής. Το 1984 παρουσιάζει στις Κάννες την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Το στοιχείο του εγκλήματος εντυπωσιάζοντας με το παράξενο, εφιαλτικό, νέο-εξπρεσιονιστικό ύφος του.

Ο Δανικός κινηματογράφος είναι από τους πλέον αναπτυσσόμενους χάρη στην υποστήριξη των κινηματογραφικών σχολών αλλά και την διοχέτευση αυξανόμενων κεφαλαίων σε αυτόν.

Σημαντικά ονόματα του σύγχρονου δανικού κινηματογράφου είναι ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν [Drive (2011), The Neon Demon (2016)] , o Κρίστοφερ Μπόε [Eρωτική Ανπαράσταση (2003), Όλα θα πάνε καλά (2010)και η Σούζαν Μπίερ [Η Φρόυντ μετακομίζει (1991), Οικογενειακές υποθέσεις (1994), Ο ένας και μοναδικός (1999), Μια φορά στη ζωή μας (2000), Ανοιχτές καρδιές (2002), ταινία του Δόγματος 95, με πρωταγωνιστή τον Μαντς Μίκελσεν, Ουκ επιθυμήσεις τη γυναίκα του πλησίον σου/ Brothers (2004), Μετά το γάμο (2006), Όσα χάσαμε στις φλόγες (2007), Ίσως Αύριο! (2010), Έρωτας είναι…(2012), Serena (2014).

Ο σουηδικός πολιτισμός είναι αδιαμφισβήτητα αυτός που έχει κάνει τη Σουηδία γνωστή σε όλο τον κόσμο. Πέρα από τους ΑΒΒΑ και τους Roxette, ίσως το όνομα που έρχεται πρώτο στο μυαλό όταν ακούμε «Σουηδία» είναι αυτό του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν . Σημαντικό κινηματογραφικό έργο έχουν στις πλάτες του και ο Βίλγκοτ Σιόμαν με τις ταινίες του Είμαι περίεργη: Κίτρινη (1967) και Είμαι περίεργη: Μπλε (1968) που εστίασε τον περίεργο, και μερικές φορές οργισμένο φακό του στη σουηδική κοινωνία. Σημαντική δημιουργός είναι επίσης η Μάι Ζέτερλινγκ, εκπρόσωπος του φεμινιστικού σινεμά, που ρίχνει μια τρυφερή ματιά στις ηρωίδες των έργων της -Αγαπημένα ζευγάρια (1964) και Τα κορίτσια (1968). Ας επιστρέψουμε στον Μπέργκμαν: Αυτός ο ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής και εμβληματική φυσιογνωμία του παγκόσμιου κινηματογράφου μας έδωσε μερικές από τις συγκλονιστικότερες ταινίες ενώ η πραγματική του ζωή, σκληρή και δύσκολη, αποτέλεσε το τραύμα που ο ίδιος μετέτρεψε σε δημιουργία. Ο δογματικός προτεσταντισμός με τον οποίο μεγάλωσε, μέσα σε ένα σκληρό και βίαιο οικογενειακό περιβάλλον ήταν και ο λόγος που τον οδήγησε –όπως ο ίδιος δήλωσε στο τέλος της ζωής του- να αποδεχθεί άκριτα τη ναζιστική ιδεολογία Στο σύνολο του έργου του διακρίνει κανείς δυο διαφορετικές περιόδους. Η πρώτη επηρεασμένη από την αυστηρή λουθηριανή ανατροφή του και τη φιλοσοφική του παιδεία, είναι προσανατολισμένη προς την αναζήτηση της ύπαρξης του Θεού, ιδωμένης κάτω από το πρίσμα της χριστιανικής μεταφυσικής όπως αναπτύσσεται σε έργα φιλοσόφων σαν του Κίγκεργκωρ και κυρίως του Ρώσου Μπερντιαέφ. Οι ήρωες του σε αυτές τις ταινίες (Η έβδομη σφραγίδα, Άγριες φράουλες κλπ.) αναζητούν κι αμφιβάλλουν.

Η δεύτερη περίοδος που αποτελεί προέκταση της  πρώτης ξεκινά με τη λεγόμενη «τριλογία της σιωπής» κι επικεντρώνεται στην ψυχοσύνθεση της γυναίκας και τις ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων ιδωμένες από την οπτική των γυναικών. Αν η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση του Θεού, η δεύτερη προσανατολίζεται προς την ανθρώπινη ύπαρξη που γεννά τη ζωή και ταυτίζεται συμβολικά με την ίδια τη φύση.

Η σκηνοθεσία του στηρίζεται πάντα στις δυνατές ερμηνείες και τις ερευνητικές, σχεδόν αδιάκριτες κινήσεις της κάμερας, που παρακολουθούν εξαντλητικά τις αντιδράσεις των ηθοποιών.

Σουηδικός κινηματογράφος

Ο Σουηδικός κινηματογράφος αναπτύχθηκε μέσα από τη συνύπαρξη του ρεαλισμού και του ποιητικού μυστικισμού που είναι και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Σουηδικής ψυχής. Η αναζήτηση νέων αφηγηματικών τρόπων και πλοκής, το φυσικό τοπίο σαν δραματικό στοιχείο του μύθου, ο ρεαλισμός σε συνδυασμό με τον θρυλικό και παραμυθένιο χαρακτήρα της σουηδικής τέχνης αποτελούν σταθερά στοιχεία του κινηματογράφου τους.

Βασικοί σκηνοθέτες είναι επίσης ο δάσκαλος του Μπέργκμαν, Βίκτορ Σγιόστρομ και ο Μάουριτς Στίλερ, επηρεασμένοι και οι δυο από το αμερικάνικο γουέστερν μετουσιώνουν σε θαυμάσιες εικόνες τους θρύλους και τις ιστορίες της πατρίδας τους. Στις ταινίες του Στίλερ εμφανίζεται και η μετέπειτα πρωταγωνίστρια- θρύλος του Χόλυγουντ Γκρέτα Γκάρμπο. Ο Σγιόστρομ συναρπάζει με την κάπως βαριά δύναμη του, την επιβλητικότητά του, το αρρενωπό του ύφος. Ιδιότητες πιο έκδηλες στο σκηνοθέτη παρά στον ηθοποιό, που παραμένει κάπως θεατρικός. Ο Στίλλερ είναι ευαίσθητος, εκλεπτυσμένος, ευεπηρέαστος, σχεδόν γυναικείος αλλά φτάνει συχνά σε μια εξηρμένη και βαθιά ποίηση, που υπηρετεί την τέλεια πλαστική του αίσθηση. Ισορροπία και λιτότητα μέσων, αυτό είναι που συναρπάζει στον Στίλλερ. Και οι δυο μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν αποτίναξαν τη «σουηδικότητά» τους που ξένισε κατά καιρούς τους Αμερικάνους.

Μπορεί οι Ντράγιερ και Μπέργκμαν να παραμένουν αξεπέραστοι, αλλά οι βετεράνοι του Δόγματος κι η νέα γενιά Σκανδιναβών σκηνοθετών έχουν βαλθεί να βάλουν τη βόρεια Ευρώπη στην παγκόσμια κινηματογραφική ελίτ. Από τη νέα γενιά Σουηδών σκηνοθετών ξεχωρίζουν οι Ρόι Άντερσον [ Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο (2000), Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του (2014)], Λούκας Μούντισον [Together  (2000), Lilya 4-ever (2002), A Hole in My Heart (2004), Container (2006), Mammoth (2009), We Are the Best! (2013)] και Ρούμπεν Έστλουντ [Ακούσια (2008), Ανωτέρα Βία (2014)] που ακολουθούν την παράδοση του σκανδιναβικού σινεμά έχοντας χαρακτηριστεί ως χρονικογράφοι της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Θα μπορούσαμε να πούμε πως τα βασικά θέματα που απασχολούν τους σκανδιναβούς δημιουργούς είναι η ανθρώπινη ύπαρξη, η θρησκεία και ο θάνατος.

Εμβληματικής σημασίας είναι η άνθηση του νουάρ που ήρθε πρώτα από τη λογοτεχνία με συγγραφείς όπως ο Χένινγκ Μανκέλ (Σουηδός), και πιο πρόσφατα οι Στιγκ Λάρσον (Σουηδός) και Γιού Νέσμπε (Νορβηγός). Το μυθιστόρημα του Λάρσον Το κορίτσι με το τατουάζ  γνώρισε μεγάλη επιτυχία με δύο κινηματογραφικές μεταφορές, μια σουηδική (2009) με σκηνοθέτη τον Νιλς Άρντεν Όπλεφ και μια αμερικάνικη (2011) με σκηνοθέτη τον Ντέιβιντ Φίντσερ. Μεγάλη επιτυχία στον τομέα τρόμου σημείωσε και ο Σουηδός σκηνοθέτης Τόμας Άλφρεντσον με την ταινία Άσε το κακό να μπει (2008).  Είναι γνωστή και μακρά η παράδοση της Σουηδίας στα αστυνομικά θρίλερ. Σε αυτό το ρεύμα αποτυπώνεται μια σύγχρονη κοινωνία με ήσυχο και όμορφο παρουσιαστικό αλλά σκοτεινά μυστικά. Η οικογένεια και οι σκοτεινές, βίαιες σχέσεις που κρύβονται μέσα σε αυτή είναι πολλές φορές το κεντρικό θέμα των ταινιών των σκανδιναβών δημιουργών που αναζητούν την Αποκάλυψη πάντα μπροστά σε ένα κοινό, ένα ξεμπρόστιασμα της φαινομενικά τέλειας ισορροπίας ως κάθαρση. Χαρακτηριστικές είναι η Οικογενειακή Γιορτή του Βίντερμπεργκ (1995) που απέσπασε το Ειδικό Βραβείο Φεστιβάλ Καννών το 1988  και η Ανωτέρα Βία του Έστλουντ (2014).

Από γλωσσικής και όχι μόνο απόψεως, οι Νορβηγοί παραμένουν ολίγον Σουηδοί  και ολίγον Δανοί, ως αποτέλεσμα της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Σημαντικές προσωπικότητες της Νορβηγίας είναι πρώτα πρώτα ο θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας, Ερρίκος Ίψεν. Η ταινία Terje Vigen του Βίκτορ Σγιόστρομ είναι βασισμένη στο ομώνυμο ποίημα του Ίψεν. Kάτω από τη μεταφυσική απαισιοδοξία υπάρχει μια οξύτατη αντίληψη για την κοινωνική αδικία, πράγμα που βρίσκουμε στο θέατρο του Ίψεν και του Στρίντμπεργκ. Τον Ίψεν χαρακτηρίζει η έντονη διάθεση να θίξει ευαίσθητα θέματα της εποχής του, όπως τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, το κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια διατήρησης του πλούτου αλλά και ζητήματα ηθικής τάξης. Νορβηγοί είναι επίσης  ο εξπρεσιονιστής ζωγράφος Έντβαρτ Μουνκ, ο ρομαντικός συνθέτης Έντβαρτ Γκριγκ και οι συγγραφείς Μπιέρνστιερνε ΜπιέρνσονΚνουτ Χάμσουν και Σίγκριντ Ούντσετ και ο Γιου Νέσμπε που ξαναέφερε στο προσκήνιο το αστυνομικό μυθιστόρημα. Βιβλία του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο με μεγάλη εμπορική επιτυχία όπως το Κυνηγοί Κεφαλών (2011) και σκηνοθέτη τον Νορβηγό Μόρτεν Τίλντουμ και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στη Νορβηγία. Το 2014 πραγματοποίησε το χολιγουντιανό του ντεμπούτο με τη βιογραφική, ιστορική ταινία Το Παιχνίδι της Μίμησης (The Imitation Game). Έγινε μεγάλη καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία και απέσπασε 8 υποψηφιότητες για Όσκαρ, συμπεριλαμβανομένου και του Όσκαρ Σκηνοθεσίας για τον Τίλντουμ.

Η χώρα των πάγων όμως στη Σκανδιναβία, όπως προδίδει και το όνομά της είναι η Ισλανδία η οποία λειτούργησε σαν το ψυγείο της αρχαιογερμανικής (τευτονικής) παράδοσης  και αυτός είναι ο λόγος που εθνολογία θεωρεί τα ισλανδικά τεκμήρια σαν τα πιο αξιόπιστα για τη μελέτη της γερμανικής διασποράς και του γερμανικού πολιτισμού. Η Ισλανδία είναι η τελευταία ευρωπαϊκή χώρα που εκχριστιανίστηκε  και σήμερα είναι κι αυτή στην πλειοψηφία της προτεσταντική χώρα. Είναι ιδιαίτερα γνωστή για την αγάπη της για την τέχνη γενικότερα και την ποίηση ειδικότερα. Αυτός ο μικρός λαός που μέσα στην απομόνωσή τους, μέσα στη μαγεία του πιο παράξενου και υποβλητικού τοπίου που υπάρχει στην υδρόγειο έχουν την άνεση να διαβάσουν, να ακούσουν και να απαγγείλουν στίχους που διατηρούν ολοζώντανη τη μεγάλη ποιητική παράδοση της Έδδα (ποιητικό έπος) και των σάγκα –των συναρπαστικών λαϊκών αφηγημάτων-, απ΄όπου αντλούν ασταμάτητα την έμπνευσή τους όλοι οι γερμανόφωνοι καλλιτέχνες. Σημαντικοί σύγχρονοι Ισλανδοί καλλιτέχνες είναι η τραγουδίστρια Μπγιόρκ (Björk) και πρωταγωνίστρια στο συγκλονιστικό Χορεύοντας στο σκοτάδι  (2000) του φοβερού Δανού Λαρς φον Τρίερ, το post rock συγκρότημα Σίγκουρ Ρος (Sigur Rós) με τα έξοχα βιντεοκλίπ από τη φύση της Ισλανδίας και ο συγγραφέας Χαλντόρ Λάξνες (Halldór Laxness), που βραβεύτηκε με το Βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1955.  

Κινηματογράφος

Οι σκανδιναβικές χώρες ενώ  είναι από τις πιο ειρηνικές σε όλο τον κόσμο με πολύ χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας και με τη Δανία να είναι η δεύτερη πιο ειρηνική χώρα στον κόσμο, μετά την Ισλανδία, είναι την ίδια στιγμή πολύ υψηλά στην παγκόσμια κατάταξη λόγω των υψηλών ποσοστών αυτοκτονίας. Οι περιοχές αυτές εκτός από το ψυχρό κλίμα αντέχουν και ανέχονται υπερβολικά ποσά φωτός και σκοταδιού ανάλογα με την περίοδο του χρόνου και αυτό αποτυπώνεται στη θεματική και τη σκηνοθεσία των κινηματογραφικών τους δημιουργών.

*Το κείμενο για τον Σκανδιναβικό Κινηματογράφο αποτελεί μέρος του κειμένου που μοιράστηκε στον Δημοτικό Κινηματογράφο Ν.Ιωνίας «Αστέρα» στα πλαίσια του Αφιερώματος στον Σκανδιναβικό Κινηματογράφο τον Ιανουάριο 2017.

Bιβλιογραφία

Οι λαοί της Ευρώπης- Καταγωγή και Χαρακτηριστικά, Β. Ραφαηλίδης, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2010

Τhe Cinema of Scandinavia, T. Soila, Wallflower Press, 2005

Historical Dictionary of Scandinavian Cinema, Scarecrow Press, 2012


[1] Μαξ Βέμπερ(Max Weber) 1864-1920,  Γερμανός κοινωνιολόγος δίδαξε στο Βερολίνο, στο Φράιμπουργκ, τη Χαιδελβέργη, τη Βιέννη και το Μόναχο. Ο Βέμπερ, προσέγγισε τη σχέση πραγματικότητας και ιδεών διαφορετικά απ’ ότι ο Εμπειρισμός και ο Μαρξισμός. Ο πρώτος υποβιβάζει τις ιδέες και την πραγματικότητα σε κατασκευές των ανθρωπίνων αισθήσεων, ενώ ο δεύτερος δίνει σημασία  στην υλική πραγματικότητα και υποβιβάζει τις ιδέες σε εξαρτημένα μέρη ενός εποικοδομήματος με βάση την οικονομία. Ο Βέμπερ προσπάθησε να δείξει την εξαιρετική σημασία που έχουν τα συστήματα των ιδεών για τις ανθρώπινες υλικές δραστηριότητες.

[2] Υπάρχουν δύο ελληνικές μεταφράσεις αυτού του έργου. 1) Μετάφραση, Δημοσθένης Κούρτοβικ, Κάλβος, Αθήνα χ.χ, η ίδια αυτή μετάφραση διανεμήθηκε από τον ΔΟΛ με το Βήμα στις 21/2/2010, στη σειρά «Βιβλία που άλλαξαν τον κόσμο», 7, με πρόλογο του Νίκου Μουζέλη και επιμελήτρια της σειρά την Αννα Αστρινάκη   και 2) Μετάφραση, Μ.Γ. Κυπραίος, πρόλογος-θεώρηση –επιμέλεια, Β. Φίλιας Gutenberg, Αθήνα,1993.

[3] Η πλαστογραφία ως θανάσιμο αμάρτημα, Πολύκαρπος Πολυκάρπου 

Σχετικά Άρθρα

Διαβάζω άρα ζω!

Όχι το «διαβάζω, άρα ζω» δεν είναι γενικό και αόριστο. 

Λογοτεχνικά απομεσήμερα - 10 Προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι

10+1 επιλογές βιβλίων που αξίζουν το χρόνο τους στην ξαπλώστρα ή την αιώρα