Οι αθεάτες πλευρές του σχεδίου νόμου για το Παν.Δυτικής Αττικής

Γράφει ο καθηγητής Γιώργος  Κ.  Βαρελίδης, Πρόεδρος Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών ΑΕΙ Πειραιά Τ.Τ.

Κατόπιν της ανάρτησης στη Δημόσια Διαβούλευση του σχεδίου νόμου για το Παν/μιο Δυτικής Αττικής (Π.Δ.Α.) και αναγνωρίζοντας ότι αυτό συνιστά μια αναμφισβήτητα θετική (και δίκαιη) εξέλιξη, επισημαίνονται τα ακόλουθα εμφανώς προβληματικά σημεία, προς ενημέρωση, σκέψη και ανάληψη πρωτοβουλιών αποκατάστασης της λογικής:

1. Απουσία οποιασδήποτε ρύθμισης για τους απόφοιτους των υφιστάμενων Τμημάτων

Το νομοσχέδιο δεν έχει την παραμικρή αναφορά ή ρύθμιση για τους χιλιάδες απόφοιτους των υφιστάμενων Τμημάτων.  Δεν προβλέπονται διαδικασίες αντιστοίχισης του νέου με το προγενέστερο πτυχίο, δεν υπάρχει κανένα εδάφιο που να υπενθυμίζει – έστω – ότι στο μέλλον κάπως θα ρυθμιστεί το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων με ενιαία διαδικασία για παλαιούς και νέους απόφοιτους, δεν υπάρχει πρόνοια – όπως επανειλημμένως έχει συμβεί κατά το παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις – για τον έως σήμερα απόφοιτο που θα ήθελε να ολοκληρώσει το νεότερο κύκλο σπουδών που θα εφαρμοστεί με το νέο ακαδημαϊκό φορέα. Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σημαντικό και δεν έχει αναδειχθεί μέχρι στιγμής στις πραγματικές του διαστάσεις.

Συνδυάζεται δε, με το επίσης άλυτο για δεκαετίες θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων, ειδικά σε ορισμένες ειδικότητες (μηχανικών κ.ά.), όπου δεν υπάρχει κανένα πλαίσιο άσκησης επαγγέλματος στα ιδιωτικά έργα για τους δεκάδες χιλιάδες αποφοίτους του Τεχνολογικού Τομέα των ΑΕΙ, γεγονός μοναδικό  και αδιανόητο για το ευρωπαϊκό δίκαιο και την ευρωπαϊκή εργασιακή πραγματικότητα.

2.  Το ζήτημα της μετατροπής των θέσεων καθηγητών Α` βαθμίδας σε θέσεις προσωποπαγείς

Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι θέσεις – μόνο – των καθηγητών Α` βαθμίδας των δύο συγχωνευόμενων ΑΕΙ μετατρέπονται αυτοδικαίως σε προσωποπαγείς θέσεις μελών ΔΕΠ ενώ κατόπιν, το κάθε μέλος ΔΕΠ σε προσωποπαγή θέση δικαιούται να ζητήσει από το Υπουργείο τη μετατροπή της θέσης σε τακτική θέση.  Εν συνεχεία ο Υπουργός, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, διορίζει μια 3μελή επιτροπή από πανεπιστημιακά μέλη ΔΕΠ Α` βαθμίδας, η οποία θα κρίνει εάν πληρούνται οι κατά νόμον προϋποθέσεις για την επανένταξη σε τακτική θέση Α` Βαθμίδας. 

Με άλλα λόγια, η διάταξη περιγράφει τα εξής:

Α.  Αναδεικνύει ως ανεπαρκέστερα μέλη ΔΕΠ των δύο ΑΕΙ, τα μέλη ΔΕΠ που έχουν ήδη αξιολογηθεί και κριθεί από καθηγητές Παν/μίων κ.ά. ΑΕΙ ως ικανά να κατέχουν την υψηλότερη Α` βαθμίδα.  Για άγνωστους λόγους, τα μέλη ΔΕΠ της υψηλότερης βαθμίδας στοχοποιούνται από το Υπουργείο ως τα κατά τεκμήριο λιγότερα κατάλληλα για τη θέση που κατέχουν και – για αυτό το λόγο – θα πρέπει οπωσδήποτε να ελεγχθούν.  Δεν χρησιμοποιούμε τον όρο «αξιολογηθούν», γιατί η σύνθεση της επιτροπής (μία ανά Σχολή) μπορεί και αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει μόνο τη συνδρομή (έλεγχο) τυπικών προϋποθέσεων και όχι την κατ` ουσία αξιολόγηση.     

Β.  Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα μέλη της Α` βαθμίδας δεν θα ξανά-αξιολογηθούν με τις ισχύουσες εκλεκτορικές διαδικασίες για τα ΑΕΙ με τις οποίες είχαν ήδη αξιολογηθεί, αφού κάτι τέτοιο προφανώς θα ήταν οξύμωρο, γιατί θα επαναλαμβανόταν μια διαδικασία που έχει ήδη ακολουθηθεί.  Επιλέγεται λοιπόν κάτι ακόμα πιο οξύμωρο:  Το ρόλο αυτό αναλαμβάνει μια 3μελής επιτροπή που ορίζει ο Υπουργός (!), κατά παρέκκλιση κάθε έννοιας δικαίου και λογικής.  Η 3μελής αυτή επιτροπή εισάγει ένα ιδιότυπο ακαδημαϊκό απαρτχάιντ, αφού δεν θα αποτελείται από καθηγητές όλων των ΑΕΙ, όπως σε κάθε αξιολογική διαδικασία, αλλά μόνο από καθηγητές Πανεπιστημίων!! 

Το – σουρεαλιστικό σε μία πρώτη ανάγνωση – σκηνικό συμπληρώνεται, εάν ληφθούν υπόψη και οι εξής επιπλέον παράγοντες:

1.  Τα μέλη ΔΕΠ των δύο ΑΕΙ έχουν ήδη αξιολογηθεί (Ν.2916/2001) επανειλημμένως από Εκλεκτορικά Σώματα (Ε.Σ.), στα οποία μετείχαν πληθώρα μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίων ημεδαπής ή αλλοδαπής ή έχουν συμμετάσχει ως μέλη Ε.Σ. σε αξιολογήσεις καθηγητών Πανεπιστημίων ενώ επίσης, συμμετέχουν σε 3μελείς συμβουλευτικές επιτροπές και επιτροπές αξιολόγησης διδακτορικών διατριβών.

2.  Τα μέλη ΔΕΠ των δύο ΑΕΙ έχουν αξιολογηθεί (Ν.2916/2001) με νομοθετημένα κριτήρια αυστηρότερα από του Πανεπιστημιακού Τομέα, αφού η νομοθεσία του 2001, επιπλέον των αόριστων κριτηρίων που έθετε ο Ν.1268/1982  των Πανεπιστημίων, προέβλεπε κατ` ελάχιστο τρεις (3) πρωτότυπες επιστημονικές δημοσιεύσεις για την κρίσιμη εισαγωγική βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και έβαζε συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια αποδεδειγμένου επαγγελματικού έργου για κάθε βαθμίδα, στοιχεία που ουδέποτε υπήρξαν στη νομοθεσία για τον Πανεπιστημιακό Τομέα.  Το παράδοξο εν προκειμένω είναι, ότι ο Πανεπιστημιακός Τομέας, έχοντας απολέσει από τη συλλογική μνήμη του τις αόριστες, ευέλικτες και κατά το δοκούν ερμηνεύσιμες προβλέψεις του Ν.1268/1982, έχοντας παραλείψει το πώς (χωρίς καμία αξιολόγηση) αποδέχθηκαν ως ανώτατα ιδρύματα πρώην σχολές οικοκυρικών, ακαδημίες, πρώην δομές διετών κύκλων σπουδών κ.ά. φορείς του παλαιο-πελατειακού μας κράτους, αγνοώντας πλήρως το νομικό πλαίσιο του Τεχνολογικού Τομέα και πασχίζοντας επί χρόνια να αποφύγει τις διαδικασίες εξωτερικής ακαδημαϊκής αξιολόγησής του (βλ. ΕΜΠ κ.ά.), αναφέρεται σε «αξιολόγηση με τις αντίστοιχες διαδικασίες εκλογής και εξέλιξης που ισχύουν στα Πανεπιστήμια» (βλ. ανακοίνωση Συνόδου Πρυτάνεων). 

Γ.  Επειδή, όπως προβλέπει το σχέδιο νόμου, οι καθηγητές σε προσωποπαγή θέση δεν θα έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, θα συμβεί το εξής:  Αμέσως μόλις δημοσιευτεί ο νόμος, όλα τα όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων, που κατά κανόνα απαρτίζονται από καθηγητές Α` βαθμίδας, θα αιτούνται προς τον Υπουργό και την 3μελή επιτροπή του να τους ξανακάνει τακτικούς καθηγητές (Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, Δ/ντές Σχολών, Πρόεδροι Τμημάτων, Δ/ντές Τομέων κ.λπ.).

Το κεντρικό ζήτημα όμως, εν προκειμένω, δεν είναι το εάν και πότε θα ξαναγίνουν κάποια μέλη ΔΕΠ τακτικοί καθηγητές Α` βαθμίδας. Όποια συζήτηση γίνεται για αυτό το ζήτημα είναι τελείως εκτός θέματος.  Από ότι διαφαίνεται, αυτό θα γίνει εύκολα και – πιθανότατα – τάχιστα, γιατί η διαδικασία θα βασίζεται σε έναν έλεγχο κάποιων minimum τυπικών κριτηρίων από επιτροπές που δεν θα δύνανται να κρίνουν τίποτα επί της ουσίας και «σκηνοθετούνται» απλώς και μόνο για να ικανοποιηθεί ο Πανεπιστημιακός Τομέας.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι, ότι εάν αποδεχτούμε μια τέτοια διαδικασία αποδεχόμαστε μια πρωτοφανούς κλίμακας απαξίωση της ακαδημαϊκής αξιοπρέπειας των δύο ΑΕΙ, έναν προφανή δημόσιο ακαδημαϊκό ευτελισμό, όπου η ακαδημαϊκή και διοικητική κορυφή της πυραμίδας τους καταδεικνύεται ως επισφαλώς αξιολογημένη μέσα από – ενδεχομένως διαβλητές – διαδικασίες και καλείται να δώσει στον Υπουργό και τις διορισμένες επιτροπές του τα ακαδημαϊκά της διαπιστευτήρια για να τα εξετάσουν ενδελεχώς κάποιοι προφανώς «αμερόληπτοι» συνάδελφοι, οι οποίοι όμως αρνούνται τη συναδελφική ιδιότητα, γιατί προέρχονται από ακαδημαϊκούς χώρους (πανεπιστήμια) που – όπως διαφαίνεται – αποτελούν πρότυπα αξιοκρατίας, χρηστής διοίκησης, έλλειψης συντεχνιακού πνεύματος κ.λπ. και άρα, έχουν τα ex officio προσόντα για τη διατύπωση ορθής κρίσης.  

Είναι όμως δυνατόν να αποδεχθούμε μια διαδικασία, όπου οι εκλεγμένοι Πρυτάνεις των Ιδρυμάτων μας την ημέρα του ΦΕΚ ίδρυσης θα υποβαθμιστούν αμέσως ως έχοντες προσωποπαγή θέση και θα ζητάνε ταπεινά από τον Υπουργό και από διορισμένες 3μελείς επιτροπές καθηγητών Πανεπιστημίου να επανέλθουν στην τακτική τους θέση; ;   Μήπως η πρακτική αυτή αγγίζει τα όρια του κωμικού; ;

Είναι δυνατό να αποδεχτούμε και να αναπαράγουμε – κατά τη γέννηση του νέου ακαδημαϊκού φορέα – βυζαντινού τύπου μεθοδεύσεις και μικρο-συντεχνιακούς τακτικισμούς που έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί επί δεκαετίες από τα κεντρικά πανεπιστημιακά ιδρύματα κατά την άσκηση της εσωτερικής και της δημόσιας πολιτικής τους; ;      

Η υιοθέτηση και η συμβολική σημασία μιας τέτοιας πρακτικής απαξιώνει πλήρως την ακαδημαϊκή υπόσταση των δύο Ιδρυμάτων και όλου του επιστημονικού προσωπικού τους και μάλιστα, εν τη γενέσει του νέου φορέα, ενώ θα αποτελέσει θεμελιώδες σφάλμα το να μείνουμε αναξιοπρεπείς αλλά ικανοποιημένοι με ιδιοτέλεια, από τη διαρρέουσα υπόσχεση που θα μας δοθεί, ότι σύντομα (και χωρίς πολλές διαδικασίες) θα ξαναγίνουμε τακτικοί καθηγητές.

Γιώργος  Κ.  Βαρελίδης,

Πρόεδρος Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών ΑΕΙ Πειραιά Τ.Τ.

Δ/ντής ΠΜΣ «Εφαρμοσμένες Πολιτικές & Τεχνικές Προστασίας Περιβάλλοντος» (ΑΕΙ Πειραιά Τ.Τ. – Ευρωπαϊκό Παν/μιο Κύπρου)

Επικοινωνία:  [email protected]