Ο πατέρας και η χούντα της 21ης Απριλίου 1967

Εφτά χρόνια κράτησε το σκοτάδι στην Ελλάδα. 

Εκείνο το πρωί της 21ης Απριλίου 1967 ξεκίνησε ο πατέρας να πάει στη δουλειά στο εργοστάσιο «Εριοβιομηχανία  Ελλάδος» στη Νέα Φιλαδέλφεια στην Αθήνα. Έπαιρνε το πρωινό λεωφορείο στην οδό Αχαρνών κι έφτανε από τους πρώτους στη δουλειά.

Ο μεγάλος του γιος , μαθητής γυμνασίου, ξαφνιάστηκε που τον είδε να γυρίζει πίσω στο σπίτι μετά από μισή ώρα με τα χέρια στις τσέπες, κατεβασμένο το κεφάλι και αμίλητο.

Τι έγινε;

Έχουμε χούντα

Δηλαδή, τι είναι αυτό;

Ο στρατός πήρε την εξουσία, τα τανκς κατέβηκαν στους δρόμους

Και τώρα τι γίνεται;

Πάρε αυτά τα ψιλά και πήγαινε στο φούρνο να πάρεις ψωμί και γρήγορα τον παρότρυνε ο πατέρας.

Πήρε τα λεφτά ο γιος, πάει στο φούρνο και βλέπει πάνω από 100 άτομα μπουλούκι να περιμένουν για να αγοράσουν ψωμί. Μετά από δυό ώρες ορθοστασία και σπρωξίματα πήρε ένα κιλό, τόσο δικαιούταν και γύρισε σπίτι.

Άνοιξαν το ράδιο κι όλη η οικογένεια άκουγε τα εμβατήρια ‘Περνάει ο στρατός...’ κάποιοι φώναζαν Κόλιας, Κόλιας και ‘ Ο στρατός ανέλαβε την εξουσία’ κλπ, τα γνωστά συνθήματα που χρησιμοποιούν φασίστες, χουντικοί λάτρες των ναζί θέλοντας έτσι να δικαιολογήσουν την προδοσία τους όταν κάνουν ρεσάλτο στη δημοκρατία, την Ελλάδα, το λαό που τάχα προστατεύουν αλλά και στο ίδιο το στράτευμα.

Μπλόκα παντού, φαντάροι με όπλα, χωροφύλακες (μάλλον αστυνομικοί διότι οι υποδεέστεροι-οι χωροφύλακες- υπηρετούσαν στην επαρχία, στους βλάχους ντε) και τανκς.

Περπάτησαν νωρίς το απόγευμα της 21ης Απριλίου προς τη πλατεία Κολιάτσου γιατί μετά τις 6μμ απαγορεύονταν η κυκλοφορία μιας και στα στρατιωτικά καθεστώτα φοβούνται τη νύχτα παρόλο που οι ίδιοι δρουν νυχτιάτικα σαν τις νυφίτσες.

Εκεί πάνω σ’ ένα τεθωρακισμένο ερπιστριοφόρο όχημα τύπου Μ113 με τεράστιο οπλοπολυβόλο ένας αξιωματικός κουνούσε το χέρι του κρατώντας ένα περίστροφο δεξιά, αριστερά λες και διαφήμιζε βρακιά μιας χρήσης για ηλικιωμένους. Φευγάτε γιατί σας έφαγα...

Αφού έκοψαν κίνηση γύρισαν και κλείστηκαν στο σπίτι. ‘Μη βγαίνετε στην αυλή μπορεί να φάτε καμιά αδέσποτη’ είπε ο πατέρας στους γιους του. Τα παιδιά ‘χάρηκαν’ με τη κατάσταση γιατί το σχολείο έκλεισε για λίγες μέρες κι έτσι δεν θα ήταν υποχρεωμένα να μάθουν απ’ έξω στοίχους της Οδύσσειας που τους το επέβαλε εκείνος ο σκληρός φιλόλογος ο οποίος εξαφανίστηκε την επομένη του πραξικοπήματος κι ήρθε μετά ένας άλλος παλιός καθηγητής προς μεγάλη χαρά των μαθητών γιατί δεν γίνονταν πια μάθημα στη τάξη αλλά οι σαΐτες και τα στραγάλια πήγαιναν σύννεφο. Κανείς δεν διάβαζε Όμηρο αλλά όλοι περνούσαν την τάξη.( Σας θυμίζει τίποτα;) τώρα όταν οι παλιοί συμμαθητές βρίσκονται μαζί μετά από τόσα χρόνια κουνάνε με απογοήτευση το κεφάλι  με την τότε παιδική τους αφέλεια.

Εφτά χρόνια κράτησε το σκοτάδι στην Ελλάδα. Ο καθημερινός περίπατος του πατέρα ήταν προς το 16ο Αστυνομικό Τμήμα Αθηνών στην οδό Ιωάννου Δροσοπούλου για να τον ανακρίνουν για μια ακόμη φορά μπας και ομολογήσει αν είναι κομμουνιστής ή είχε σχέσεις με την Αριστερά. Οι ανακρίσεις έβγαιναν σε αδιέξοδο γιατί ο πατέρας ήταν άσσος στη διαφυγή παγίδων και μεθόδων ανάκρισης γιατί το 1944-45 ως τραυματίας αιχμάλωτος μαχητής του ΕΛΑΣ με παρέμβαση των ίδιων των Άγγλων (τον συνεχάρησαν, παρόλο εχθρός, για την ανδρεία του στη μάχη 17 χρονών τότε στα Δεκεμβριανά), γλύτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα στις φυλακές Χατζηκώστα που ήταν κρατούμενος από τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες των Γερμανών που κυβερνούσαν τη χώρα μας τα γκρίζα χρόνια μετά τη κατοχή.

Η ανεργία και η ανέχεια βασίλευαν στα χρόνια της χούντας. Το εργοστάσιο που δούλευε έκλεισε. Ήταν ο τελευταίος που απολύθηκε. Αν ήσουν εφοπλιστής , λαμόγιο εργολάβος (έφτιαξε δρόμους η χούντα, ναι αλλά με εκατονταπλάσιο κόστος) και δικός τους έφτιαχνες ματωμένα λεφτά.

Ξενιτεύτηκε στην Αμερική και μετά από 25 χρόνια γύρισε πίσω στην πατρίδα. Τώρα δεν ζει πια...