Να μιλήσουμε για τον παιδαγωγικό μας ρόλο, αλλιώς δεν υπάρχει ελπίδα!

Ανάγκη για άνοιγμα διαλόγου για ένα «Παιδαγωγικό Μανιφέστο»

      Υπήρχαν παραδοσιακά δύο κύρια παράλληλα ρεύματα μέσα στον κλάδο των εκπαιδευτικών, ένα του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος και ένα των εκπαιδευτικών μέσα στη σχολική λειτουργία τους και στις διαδικασίες των Συλλόγων Διδασκόντων, και υπήρχε μια αμφίδρομη αλληλεπίδραση που αναζωογονούσε συνολικά την εκπαιδευτική κοινότητα.

      Σήμερα αυτή η αλληλεπίδραση – αν και οι καιροί είναι δύσκολοι και απαιτητικοί – δεν υπάρχει, γιατί απλά δεν υπάρχει το ένα ρεύμα, εκείνο του συνδικαλισμού. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΟΛΜΕ – με τη μέχρι πρότινος σύνθεσή του: 8 έδρες οι αριστερές παρατάξεις και 3 έδρες η δεξιά παράταξη, και η οποία είναι σύμπτωμα και μόνο σύμπτωμα της κρίσης αλλά και αναπαραγωγός της – έχει στομώσει απόλυτα το ρόλο του. Δεν παίρνει αποφάσεις επί των τόσων και τόσων σημαντικών παραμέτρων του σχολείου και ουσιαστικά είναι ένα σύνολο παραταξιακών παρατηρητών των όσων συμβαίνουν στην κοινωνία και στην εκπαίδευση. Έτσι, δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μόνο τη γενική κρίση και την κρίση στην εκπαίδευση αλλά και τη βαθιά και δομική κρίση στο εκπαιδευτικό πάλαι ποτέ δημιουργικό και αγωνιστικό κίνημα!

      Με βάση αυτό το δεδομένο, η όλη εικόνα στον κόσμο των εκπαιδευτικών είναι αρκετά απαισιόδοξη. Όμως η ίδια η ζωή αλλά και οι ανάγκες και τα προβλήματα των σχολείων και των εκπαιδευτικών θέτουν προβληματισμούς και ζητούν απαντήσεις. Παράλληλα, επεκτείνεται με φοβερούς ρυθμούς η νεοφιλελευθεροποίηση τόσο της οικονομίας όσο και της εκπαίδευσης και τίποτα πια δεν θυμίζει το χθες. Θεωρώ ότι όλο αυτό το γκρίζο σκηνικό της κρίσης θέτει εκ των πραγμάτων το πεδίο συζήτησης στον πιο βαθύ πυρήνα των εκπαιδευτικών πραγμάτων της χώρας μας και θα τον θέσω στη συνέχεια.

      Η οικονομική ασφυξία και το όλο περιοριστικό πλαίσιο στη λειτουργία των σχολείων αλλά και η πλήρης απαξίωση των εκπαιδευτικών σε όλα τα εργασιακά ζητήματά τους (από την αδιοριστία και τους μισθούς μέχρι την απαξίωση των πτυχίων τους με τις τρίτες αναθέσεις) διαμορφώνει μια «πραγματικότητα πέραν της πραγματικότητας» που μπορεί να αντέξει το εκπαιδευτικό σύστημα. Η γενική και βίαιη «εισβολή» του νεοφιλελευθερισμού και στο περιεχόμενο πλέον της εκπαίδευσης με οδηγό την εργαλειοθήκη του Ο.Ο.Σ.Α. – που έχει γίνει ο μοναδικός καθοδηγητής της εκπαιδευτικής πολιτικής του αντισυστημικού και αριστερού ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ανατρέπει τις βασικές παραδοχές της παιδείας όπως τη γνωρίσαμε στη μεταπολιτευτική περίοδο.

      Τούτων δοθέντων, οφείλουμε να δώσουμε τη μάχη και τον αγώνα εκεί που χάθηκε, στις αξίες και στις ιδέες. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη γενική αποδόμηση της εκπαίδευσης και της παιδείας στα επιμέρους και στα δευτερεύοντα ζητήματα. Αν δεν αμφισβητηθεί η νεοφιλελεύθερη εκδοχή που μετασχηματίζει την εκπαίδευση σε κατάρτιση και τη γνώση σε πληροφορία, αν δεν αντιτάξουμε αποτελεσματικά την αξία της αλληλεγγύης και της ελευθερίας στην μεγάλη «ιδέα – αξία» της αγοράς εκείνης του ανταγωνισμού, αν δεν απαντήσουμε ουσιαστικά στο μη μετασχηματισμό του πολίτη σε οικονομική μονάδα(!) καταπώς το προσδιορίζει η θεωρία του «ανθρώπινου κεφαλαίου», δεν έχουμε καμιά άλλη δυνατότητα μαστορέματος των αντιδραστικών αλλαγών.

      Και εκτιμώ ότι η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο το χώρο της αριστεράς και της κεντροαριστεράς αλλά και της παραδοσιακής δεξιάς. Γιατί η αγορά και ο καταναλωτισμός έχουν γίνει η μεγάλη σύγχρονη θρησκεία! Γιατί η βαρβαρότητα του νεοφιλελευθερισμού ανατρέπει και τις ιστορικά διαμορφωμένες βασικές ιδέες του πρώιμου και δημιουργικού αστικού φιλελευθερισμού, το τριαδικό πρόταγμα «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» θέτοντάς το στο χρονοντούλαπο της ιστορίας με σκοπό να χάσει ακόμα και τη θεωρητική προβολή του στη σημερινή πραγματικότητα. Ως εκ τούτου είναι αγώνας κοινωνικά και πολιτικά ευρύς και όχι «έφοδος» μιας δήθεν επαναστατικής καθαρότητας.

      Για να βρούμε τα ναυάγια της κρίσης οφείλουμε να στηριχτούμε σε μια σχεδία που θα είναι γερό σκαρί για την προσπάθειά μας. Και αυτό το σκαρί δεν μπορεί να είναι άλλο από τις προοδευτικές ιδέες και από τις ουμανιστικές αξίες, από το βαθιά προοδευτικό παιδαγωγικό ρόλο του σχολείου και των εκπαιδευτικών! Δεν είμαστε κυανόκρανοι απέναντι στο μείζον ζήτημα που τίθεται στην εκπαίδευση και υπερβαίνει εκείνο της σημερινής κρίσης, στο ζήτημα των ιδεών και των αξιών. Πρέπει όχι απλά και μόνο να πούμε με «ποια πλευρά είμαστε» αλλά και να αγωνιστούμε ουσιαστικά για την επιτυχία των σκοπών της. Αυτό είναι και το πιο ηθικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο εκπαιδευτικός σήμερα!

      Ο εκπαιδευτικός δεν είναι μόνο (ή και κυρίως) επαγγελματίας και επιστήμονας˙ είναι και παιδαγωγός και δημιουργός (καλλιτέχνης και ποιητής)! Δεν είναι φροντιστής που βλέπει στον ορίζοντά του μόνο τους βαθμούς και τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Δεν είναι μεταδότης της γνώσης, αλλά εντάσσει τη γνώση και τη μάθηση στην αγωγή και στην κοινωνικοποίηση των νέων. Δυστυχώς το έλλειμμα της παιδαγωγικής αντίληψης από τη λειτουργία του εκπαιδευτικού ευνόησε την επικράτηση της εργαλειακής γνώσης / πληροφορίας, που είναι και ο πυρήνας της «εκπαιδευτικής πρότασης» του νεοφιλελευθερισμού.

      Σ’ αυτό έχει βαριά ευθύνη η αριστερά, γιατί με αιτιολογία την παλιά κατίσχυση της συντηρητικής κατηχητικής εκδοχής της παιδαγωγικής με τη χρήση του τρίπτυχου «πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία» πήγε την εκπαιδευτική αντίληψή της στο άλλο άκρο του «εκκρεμούς», στην πλήρη εκδίωξη της ίδιας της παιδαγωγικής! Συνέργησε αντικειμενικά στην ιδεολογική άλωση του σχολείου από το νεοφιλελευθερισμό.

      Παρενθετικά, θέλω να σημειώσω ότι στις επανειλημμένες παρεμβάσεις μου ως Πρόεδρος της ΟΛΜΕ να ξανασυζητήσουμε τον ελλειμματικό παιδαγωγικό ρόλο των εκπαιδευτικών κατηγορούμουν ότι χαρακτηριζόμουν από έντονο παιδαγωγισμό! Κι όμως εδώ κυρίως ηττηθήκαμε, χωρίς να δώσουμε κανέναν συστηματικό αγώνα και χωρίς να το καταλάβουμε. Ας μην κοιτάμε αλλού. Τη διάζευξη της εκπαίδευσης από την παιδαγωγική εμείς την κάναμε και οι «θύελλες της αγοράς» μπήκαν τόσο εύκολα στο σχολείο με πρόσχημα το καλό πλασάρισμα των νέων στην αγορά εργασίας σε μια κοινωνία όμως που βλέπει τη δομική ανεργία να αυξάνει με ρυθμούς πρωτόγνωρους και να προκαλεί σουρεαλιστικές εικόνες φτώχειας και περιθωριοποίησης. Αλλά αν η εκπαίδευση δεν διαπαιδαγωγεί, για ποιο λόγο υπάρχει;

Η εκπαίδευση δεν είναι μια νησίδα μέσα στην κοινωνία. Αντίθετα διατρέχεται από τις κοινωνικές αντιθέσεις και τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, όσο κανένας άλλος θεσμός. Γι’ αυτό οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας στοχαστικά τη βασική θεώρηση της Κριτικής Εκπαιδευτικής Θεωρίας.

«Ο κύριος σκοπός του σχολείου είναι παιδαγωγικός. Εάν όμως ο ρόλος και η λειτουργία του σχολείου εξεταστούν περισσότερο κριτικά, γίνεται φανερό ότι τα σχολεία συνεχώς περιορίζονται στο διδακτικό εκπαιδευτικό τους ρόλο και συνεχώς αναγκάζονται να υιοθετήσουν ένα παθητικό ρόλο «πομπού» που τα οδηγεί να αναπαράγουν χωρίς καμιά κριτική τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις του status quo. Αυτός ουσιαστικά είναι ένας ρόλος κοινωνικοποίησης: η χωρίς κριτική στάση προετοιμασία των μαθητών για συμμετοχή στο συγκεκριμένο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο. Πολύ συχνά, τα σχολεία θεωρούν ως δεδομένη τη δομή της κοινωνίας αντί να την αντιμετωπίζουν ως προβληματική, παρόλο που είναι μια ανθρώπινη και κοινωνική κατασκευή, το προϊόν πολλών αποφάσεων και προσδοκιών. Το να δεχτούν τα σχολεία την υπόθεση ότι η κοινωνική μας δομή είναι «φυσική» ή «δεδομένη» είναι σαν να αφαιρούν από την εκπαίδευση την κριτική της λειτουργία και να στερούν από τα σχολεία το βασικό τους έργο».  (W. Carr W. & S. Kemmis, Για μια κριτική εκπαιδευτική θεωρία).

      Οφείλουμε να θυμηθούμε ότι οι μεγάλοι προοδευτικοί στοχαστές της εκπαίδευσης, στη χώρα μας και αλλού, ήταν πάντα και μεγάλοι παιδαγωγοί. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι το ισοδύναμο του πρωταρχικού και ιστορικού αιτήματός μας για «Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία», του συμβόλου του εκπαιδευτικού μας κινήματος, είναι η «προοδευτική παιδαγωγική κουλτούρα» των μαχόμενων εκπαιδευτικών της σχολικής αίθουσας με σκοπό την προαγωγή των αξιών και των ιδεών της ουμανιστικής παιδείας.

 

Ετικέτες: