Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχική >

Λαϊκό τραγούδι: Η μεγάλη κληρονομιά του Βασίλη Τσιτσάνη


Δημοσιεύτηκε: Πέμπτη, 18 Ιανουάριος, 2018 - 11:21 | Στην Κατηγορία:

Γεννήθηκε αλλά και πέθανε σαν σήμερα - 18 Ιανουαρίου 1915, 18 Ιανουαρίου 1984

Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του 20ού αιώνα στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι. 

Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1915 στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες και πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 1984.

Ο πατέρας του, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του. Τα πρώτα ακούσματα του Β.Τσιτσάνη τον ώθησαν να γίνει στρατιώτης της μουσική και να μας αφήσει μια πλούσια παρακαταθήκη στο ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. 

Τα χρόνια του εμφυλίου

Η πληγή του εμφυλίου πολέμου δεν τον αφήνει ανεπηρέαστο και πολλές από τις συνθέσεις του, παρά τον φόβο της λογοκρισίας, περνούν το μήνυμά τους και γίνονται ύμνος στα χείλια όλων των αντιμαχομένων. Το «Κάνε λιγάκι υπομονή», το «Η κοινωνία βαριά στενάζει», η «Συννεφιασμένη Κυριακή» είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα εκείνης της εποχής.
 
Ο ίδιος ο Τσιτσάνης έλεγε για το «Κάποια μάνα αναστενάζει» ότι: « Η σειρά, η ουρά των μανάδων από την οδό Λυκούργου, όπου ήταν το πρατήριο της Κολούμπια, έφτανε μέχρι την Ομόνοια. Γεγονός είναι ‘ότι κανένας δίσκος, ούτε από συλλέκτες, βρέθηκε σε καλή κατάσταση από τους 35.000-40.000 που έχουν πουληθεί. Όλοι είναι καταφαγωμένοι. Γι’ αυτό ειδικά το τραγούδι πρέπει να πω ότι από μουσικής πλευράς το θεωρώ από τις κορυφαίες μουσικές μου συνθέσεις». Κάποιες φορές μάλιστα οι αριστεροί αλλάζουν τη στροφή που λέει «(...) ο λεβέντης να γυρίσει από τη μαύρη ξενιτιά» και την κάνουν «(...) ο λεβέντης να γυρίσει από τη μαύρη Ικαριά». 

Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια. Η "Αρχόντισσα" είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ' αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα "Να γιατί γυρνώ", "Γι 'αυτά τα μαύρα μάτια σου" και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης. Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος Λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών.
 
Μ' αυτά απαντά στην λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. "Αχάριστη", "Μπαξέ τσιφλίκι", "Τα πέριξ", "Νύχτες μαγικές", "Ζητιάνος της αγάπης", "Ντερμπεντέρισσα" και βέβαια τη "Συννεφιασμένη Κυριακή".
 
Πολλά στοιχεία αντλήθηκαν από κατά καιρούς σε συνεντεύξεις του μεγάλου συνθέτη στον Κώστα Χατζηδουλή, καθώς και από το τεύχος - αφιέρωμα του περιοδικού «Λαϊκό Τραγούδι» στον Βασίλη Τσιτσάνη όσον αφορά τις επιλογές του στήριξης στο αντιστασιακό κίνημα. Δεν εντάχθηκε ποτέ αλλά με όποιον τρόπο μπορούσε έπαιρνε θέση καθώς πορευόταν στη ζωή του με το σύνθημα « Τραγουδάμε και πολεμάμε». Χαρακτηριστικά είχε αναφέρει πως «Ο μεγάλος δάσκαλος μπορεί να αρνείται την πολιτική ένταξη, αλλά δεν αρνείται να πάρει θέση για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου: «Πρώτον, και να ήμουνα, δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπομαι, διότι δεν είναι ρετσινιά. Ε; Τιμή είναι. Διότι οι ΕΑΜίτες δεν υπήρξαν προδότες, δεν συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Συνεννοηθήκαμε;». Ο Τσιτσάνης με τη μουσική του όχι μόνο διαλύει και την τελευταία αμφισβήτηση της λαϊκότητας του ρεμπέτικου τραγουδιού, αλλά γίνεται ταυτόσημο του αγώνα και της λαϊκής παράδοσης για την Αριστερά.
 
Χωρίς ποτέ να αποδεχτεί κάποια απ' τις εποχιακές "μόδες", παρουσιάζει πάντα κάποια τραγούδια που μπορούν να προστεθούν στα κλασικά του, αν και ανήκουν σε νεότερα χρόνια κι έχουν επιρροές απ' τον κυρίαρχο ήχο αυτών. Τραγούδια του ερμηνεύουν ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κι από κάποιο σημείο και κάτω, κατ' εξοχήν ο ίδιος. Απ' αυτά ν' αναφέρουμε ενδεικτικά : "Ίσως αύριο (1958), "Τα λιμάνια" (1962), "Τα ξένα χέρια"(1962), "Μείνε αγάπη μου κοντά μου"(1962), "Κορίτσι μου όλα για σένα"(1967).
Μετά από μια τέτοια πορεία και ένα τέτοιο έργο, Πεθαίνει στις 18 Ιανουαρίου 1984 στο Λονδίνο, όπου βρισκόταν για εγχείρηση, και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.


ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΩΝ

alfavita.gr δεν φέρει ευθύνη για τα σχόλια που αναρτώνται στην ιστοσελίδα της. Τα σχόλια εκπροσωπούν κάθε σχολιαστή. Στα πλαίσια προστασίας των επισκεπτών της, η alfavita.gr θα διαγράφει σχόλια που είναι απειλητικά, προσβλητικά, επιζήμια, δυσφημιστικά, χυδαία, βίαια, υβριστικά ή ρατσιστικά.

Σχετικά Άρθρα