Κάνε δωρεάν την εγγράφη σου!

Διεκδίκησε υποτροφίες σε πάνω από 350 μεταπτυχιακά προγράμματα

Πάρε συμβουλές για την συμπλήρωση του μηχανογραφικού σου

Κάνε δωρεάν ψυχομετρικά τεστ

Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχική >

Οι εξελίξεις στο ΚΚΕ τη δεκαετία 1950 και οι πολιτικές επιπτώσεις τους στους πολιτικούς πρόσφυγες


Δημοσιεύτηκε: Δευτέρα, 8 Ιανουάριος, 2018 - 12:07 | Στην Κατηγορία:

ΚΚΕ: Οι εξελίξεις στο ΚΚΕ τη δεκαετία 1950 και οι πολιτικές επιπτώσεις τους στους πολιτικούς πρόσφυγες

ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΟ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Η εισήγηση του Κώστα Σκολαρίκου, μέλους του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Οι προηγούμενοι ομιλητές αναφέρθηκαν εκτενώς στο σημαντικό
διεθνιστικό χρέος που εκπλήρωσαν τα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης
απέναντι στο ΚΚΕ, απέναντι στους χιλιάδες ηρωικούς μαχητές του ΔΣΕ,
καθώς και στις χιλιάδες βασανισμένα παιδιά του λαού μας. Τη φιλοξενία και τη
φροντίδα τόσων κρατών στους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες το ΚΚΕ δεν
πρόκειται να την ξεχάσει ή να την υποτιμήσει. Αποτελεί πλευρά του
προλεταριακού διεθνισμού και της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Και είναι βέβαιο,
ότι το ίδιο θα έκανε και το ΚΚΕ, αν βρισκόταν στη θέση των σοσιαλιστικών
κρατών και χρειαζόταν να φιλοξενήσει και να φροντίσει μαχητές νικημένους
στρατιωτικά, αλλά νικητές από ηθικοπολιτική άποψη.
Συντρόφισσες και σύντροφοι, φίλες και φίλοι,
Η ζωή των πολιτικών προσφύγων αντικειμενικά διασυνδεόταν με τις
κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στις χώρες φιλοξενίας, αλλά και την πορεία
του ΚΚΕ που λάμβανε χώρα στο πλαίσιο μιας ιδιόμορφης και πρωτόγνωρης
κατάστασης. Η πλειοψηφία των μελών και των στελεχών του ΚΚΕ, ενός
κόμματος που αγωνιζόταν για την ανατροπή του καπιταλισμού στην Ελλάδα,
είχε ακολουθήσει αναγκαστικά το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς μετά την
ήττα του ΔΣΕ και φιλοξενούταν στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης,
δηλαδή εκτός της Ελλάδας. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι
σχεδόν το σύνολο των μελών και των στελεχών του ΚΚΕ στην Ελλάδα
βρισκόταν σε φυλακές και εξορίες ή δρούσε σε συνθήκες βαθειάς παρανομίας,
έκαναν απαραίτητη τη μεταφορά του καθοδηγητικού κέντρου στο εξωτερικό.
Αυτό σήμαινε ότι η πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚΕ
δεχόταν εκ των πραγμάτων την άμεση και έμμεση επίδραση των εξελίξεων
στα εκεί εργατικά και κομμουνιστικά κόμματα και του καθεστώτος αυτών των
κρατών. Οπωσδήποτε επρόκειτο για μια σχέση, στη σταθερότητα της οποίας
επιδρούσε η στρατηγική του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Όμως, στο εσωτερικό του ΚΚΕ και ιδιαίτερα στον καθοδηγητικό του
πυρήνα υπήρχαν διαφορετικές απόψεις και υποκειμενικές εκτιμήσεις για την
περίοδο 1940-1949. Το 7ο Συνέδριο δεν είχε προχωρήσει σε ουσιαστική
εκτίμηση της στρατηγικής του Κόμματος στη διάρκεια της Κατοχής, καθώς και
των συμφωνιών του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας, ενώ και μετά το
συνέδριο προστέθηκαν διαφωνίες σχετικά με την αποχή ή όχι του Κόμματος
από τις εκλογές του 1946, καθώς και με το αν θα έπρεπε να διεξαχθεί ο
ένοπλος αγώνας 1946-1949.
Μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, οξύνθηκε η εσωκομματική διαπάλη
και στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ, με κατάληξη το 20ο Συνέδριο. Οι αποφάσεις του
συνεδρίου, στο όνομα της λεγόμενης «προσωπολατρίας», καταδίκασαν τη
συνεισφορά του Στάλιν στην κολεκτιβοποίηση και γενικότερα στη σοσιαλιστική
οικοδόμηση πριν από τον πόλεμο, υποβάθμισαν το ρόλο του στο Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και τη συμβολή του στη γρήγορη μεταπολεμική
ανόρθωση. Στο όνομα της «προσωπολατρίας», το ΚΚΣΕ απέρριψε τη
συνέχιση της δικτατορίας του προλεταριάτου, αποδεχόμενο τη μη όξυνση της
ταξικής πάλης στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και απαρνήθηκε
τη θετική ιστορική πείρα του από την πάλη με τον οπορτουνισμό, από την
επαναστατική επαγρύπνηση για την υπεράσπιση του σοσιαλιστικού
συστήματος, για τη νίκη του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής απέναντι στις
επιβιώσεις του καπιταλιστικού παρελθόντος.
Στην πραγματικότητα, στο ΚΚΣΕ επανήλθε πιο ενισχυμένη η
αναθεωρητική τάση και η οπορτουνιστική πολιτική που αντανακλούσε την
όξυνση της ταξικής πάλης μεταξύ των κομμουνιστικών δυνάμεων και των
δυνάμεων της ατομικής ιδιοκτησίας στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες. Οι
αποφάσεις του 20ου συνεδρίου εξέφραζαν την αντίδραση στην επέκταση και
την εμβάθυνση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής μέσω του κεντρικού
σχεδιασμού, δηλαδή τους κολχόζνικους αγρότες, τα διευθυντικά στελέχη στην
αγροτική παραγωγή και στη βιομηχανία κ.α. Σε θεωρητικό επίπεδο
κυριάρχησαν σε μια πορεία οι θεωρίες του «σοσιαλισμού με αγορά» και η
αποδοχή του νόμου της αξίας ως συστατικού της σοσιαλιστικής παραγωγής.
Ως συνέπεια το ΚΚΣΕ έχασε σταδιακά τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά
και σε ένα βάθος χρόνου διαβρώθηκε τόσο, ώστε μεταβλήθηκε σε παράγοντα
επικράτησης της αντεπανάστασης, ειδικότερα την περίοδο της περεστρόικα.
Στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων και της στρατηγικής του διεθνούς
κομμουνιστικού κινήματος, το 20ο Συνέδριο γενίκευσε τη γραμμή της
«ειρηνικής συνύπαρξης» ιμπεριαλισμού-σοσιαλισμού που είχε αναπτυχθεί τα
πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και ως ένα βαθμό στο 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το
1952. Στην πράξη, η πρόταξη της «ειρηνικής συνύπαρξης» επέτρεψε την
καλλιέργεια ουτοπικών αντιλήψεων για τη δυνατότητα μακρόχρονης
συμβίωσης του ιμπεριαλισμού με τις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης
που είχαν σπάσει τη μονοκρατορία του. Παράλληλα, η γραμμή της «ειρηνικής
συνύπαρξης» τροφοδότησε τη ρεφορμιστική μετάλλαξη της στρατηγικής των
ΚΚ, αφού συνδυάστηκε με την πρόταξη της θέσης περί της δυνατότητας
κοινοβουλευτικού ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό. Η ιστορική πείρα
απέδειξε ότι η ταξική πάλη, όπως και η ιδεολογική-πολιτική της έκφραση
αποδυναμώνεται και αλλοιώνεται όταν επικρατήσει ο ρεφορμισμός στη
στρατηγική.
Οι προηγούμενες αλλαγές είχαν αντίκτυπο και στο ΚΚΕ. Η υπαρκτή
φραξιονιστική δραστηριότητα στο εσωτερικό του, που είχε εκφραστεί από τους
Μήτσο Παρτσαλίδη, Μάρκο Βαφειάδη και άλλους και είχε ερείσματα και στα
ηγετικά κλιμάκια του ΚΚΣΕ, ενισχύθηκε και εξελίχθηκε σε ανοιχτή οργανωτική
παρέμβαση στο ΚΚΕ, με στόχο την αλλαγή της ηγεσίας του και της πολιτικής
του.
Ως κύρια σημεία της πολεμικής κατά της ηγεσίας του ΚΚΕ, κυρίως κατά
του Νίκου Ζαχαριάδη, αναδείχτηκαν ο χαρακτήρας της επανάστασης στην
Ελλάδα, αν δηλαδή θα ήταν σοσιαλιστική ή αστικοδημοκρατική, η επιλογή του
ένοπλου αγώνα της περιόδου 1946-1949, καθώς και η εσωκομματική
λειτουργία. Τα παραπάνω συνοδεύονταν με κατηγορίες εναντίον του
Ζαχαριάδη που καλλιεργούσαν την εικόνα του ύποπτου για συνεργασία με τον
ταξικό εχθρό.
Επίκεντρο της διαπάλης αναδείχτηκε η περιοχή της Τασκένδης, αφού
εκεί ζούσαν 16.000 Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες. Από αυτούς, 8.000 ήταν
μέλη της Κομματικής Οργάνωσης, πολλοί νεολαίοι ήταν μέλη της Κομσομόλ
και η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων ήταν οργανωμένη στα
σοβιετικά συνδικάτα. Επιπρόσθετα, η Κομματική Οργάνωση Τασκένδης ήταν
η μόνη που υπαγόταν αποκλειστικά στο ΚΚΕ, την περίοδο που στις άλλες
χώρες που φιλοξενούνταν πολιτικοί πρόσφυγες είχε αρχίσει η διαδικασία
ένταξης των κομματικών μελών στα αδελφά εργατικά και κομμουνιστικά
κόμματα. Η Κομματική Οργάνωση Τασκένδης διέθετε εδαφικές οργανώσεις σε
14 πολιτείες, καθώς και ξεχωριστές Οργανώσεις στις Οικοδομικές
Επιχειρήσεις της Τασκένδης και του Τσιρτσίκ, στο εργοστασιακό συγκρότημα
Τασελμάς και 40 ανεξάρτητες ΚΟΒ διάφορων εργασιακών χώρων1. Όλα τα
προηγούμενα την καθιστούσαν ραχοκοκαλιά του Κόμματος, με καθοριστικό
ρόλο στην έκβαση των αποφάσεων των κομματικών σωμάτων και στην
εκλογή της Κεντρικής του Επιτροπής.
Το καλοκαίρι του 1955, άρχισαν οι διεργασίες για τη σύγκληση της 4ης
Συνδιάσκεψης της Κομματικής Οργάνωσης Τασκένδης. Με ευθύνη της
πλειοψηφίας του Γραφείου της Κομματικής Επιτροπής, αλλά και με τη στήριξη
στελεχών του ΚΚΣΕ και των κρατικών οργάνων της Σοσιαλιστικής
Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν διαμορφώθηκε συσχετισμός αντιπροσώπων
αναντίστοιχος με την τοποθέτηση της κομματικής βάσης και της πλειοψηφίας
της Κομματικής Επιτροπής.
Σε αυτές τις συνθήκες, με παρέμβαση της Κεντρικής Επιτροπής του
ΚΚΕ, η Κομματική Επιτροπή της Τασκένδης συμφώνησε να μετατεθεί η
Συνδιάσκεψη. Στη συνέχεια ο Ζαχαριάδης πήγε στην Τασκένδη, επικεφαλής
αντιπροσωπείας της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία εισηγήθηκε νέα αναβολή.
Στις 9 Σεπτέμβρη, η αντιπροσωπεία της ΚΕ καθαίρεσε το Γραφείο της
Κομματικής Επιτροπής Τασκένδης και μέλη των Κομματικών Επιτροπών σε 5
πολιτείες, έπειτα από επεισόδια που σημειώθηκαν στην 3η Πολιτεία. Την
επόμενη, πραγματοποιήθηκε ανοιχτή συγκέντρωση-διαμαρτυρία και επίθεση
στα γραφεία της Κομματικής Επιτροπής στην 7η Πολιτεία, όπου βρισκόταν και
η αντιπροσωπεία της Κεντρικής Επιτροπής. Στις 11 Σεπτέμβρη, χιλιάδες μέλη
της Κομματικής Οργάνωσης Τασκένδης και άλλοι πολιτικοί πρόσφυγες, που
είχαν ταχθεί υπέρ της Κεντρικής Επιτροπής, προχώρησαν σε συγκέντρωση
και επιθέσεις ενάντια στα καθαιρεμένα στελέχη της Κομματικής Οργάνωσης
Τασκένδης και τους υποστηρικτές τους. Στις συγκρούσεις αναμείχτηκαν υπέρ
των καθαιρεμένων στελέχη του ΚΚΣΕ, αλλά και οι κρατικές αρχές του
Ουζμπεκιστάν, που προχώρησαν σε πολλές συλλήψεις υποστηρικτών της
Κεντρικής Επιτροπής.
Η διαπάλη συνεχίστηκε και στην 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, το
Δεκέμβρη του 1955, όπου καταγγέλθηκε η ανάμειξη σοβιετικών στελεχών,
όπως και το ότι με την κατηγορία του αντισοβιετικού πραγματοποιούνταν
διαγραφές κ.α. στην Κομματική Οργάνωση Τασκένδης2.
Το μέλος του Πολιτικού Γραφείου Κώστας Κολιγιάννης υποστήριξε ότι
τα προβλήματα δεν αφορούσαν την Οργάνωση της Τασκένδης, αλλά την
Κεντρική Επιτροπή, ζήτησε παρέμβαση του ΚΚΣΕ, καθώς και την
επανεξέταση της διαγραφής του Βαφειάδη από το Κόμμα. Στην ίδια ρότα, 36
μέλη της Κομματικής Επιτροπής και της Επιτροπής Ελέγχου Τασκένδης
έστειλαν επιστολή στην Κομινφόρμ, όπου ανάμεσα σε άλλα έγραφαν:
«Προβάλλει το ερώτημα αν έπρεπε να κάνουμε τον δεύτερο ένοπλο
αγώνα ή να ακολουθήσουμε άλλον μακρύτερο «ειρηνικό» δρόμο.
(…) Είναι γεγονός ότι για το κίνημά μας οι συνθήκες στην περίοδο
1945-1949 ήταν πολύ δυσκολότερες απ’ τις συνθήκες της περιόδου 1941-
1945. Και οι δυσκολίες αυτές οφείλονταν, από διεθνή άποψη, στο ότι ο
πόλεμος είχε τελειώσει, η ΕΣΣΔ είχε ανάγκη από μια λίγο-πολύ μακρόχρονη
περίοδο να επουλώσει τις πληγές που της προξένησε ο πόλεμος, τα
καθεστώτα των λαϊκών δημοκρατιών δεν είχαν ακόμα στερεωθεί κλπ. Από
εσωτερική άποψη, στο ότι ο λαός είχε κουραστεί από τον πολύχρονο πόλεμο
(1940-1945), στο ότι η ήττα του Δεκέμβρη 1944 και η προδοσία του αγώνα απ’
την ηγεσία του ΚΚΕ είχε δημιουργήσει στις λαϊκές μάζες απογοήτευση, στην
ύπαρξη αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα κλπ. Δηλαδή, με δύο λόγια,
απαιτούνταν μια λίγο πολύ μακρόχρονη περίοδος για την ανασύνταξη των
επαναστατικών δυνάμεων.»3
Στο επίκεντρό της παραπάνω τοποθέτησης βρισκόταν η πεποίθηση ότι
ήταν προς όφελος της προάσπισης της σοβιετικής εξουσίας και του εργατικού-
λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα η υποχώρηση του τελευταίου μπροστά στις
αστικές επιδιώξεις και η συμμετοχή στις εκλογές του 1946.
Στη συνέχεια, η επιστολή στιγμάτιζε την τοποθέτηση του Ζαχαριάδη στο
κλείσιμο της 5ης Ολομέλειας του 1949, με την οποία προσδιοριζόταν ως
σοσιαλιστικός ο χαρακτήρας της επανάστασης στην Ελλάδα:
«…Η παραπάνω άποψη που ο σ. Ζαχαριάδης εξέφρασε (…) είναι
ριζικά εσφαλμένη και επιζήμια. Αποτελεί πήδημα στο κενό, γιατί παρακάμπτει
αυθαίρετα, αντιμαρξιστικά το στάδιο του αστικοδημοκρατικού
μετασχηματισμού. (…) Και ύστερα απ΄ το 1949 η καθοδήγηση του ΚΚΕ
εξακολουθεί να επιμένει στην εσφαλμένη διατύπωση του χαρακτήρα της
επανάστασης στην Ελλάδα σαν σοσιαλιστικής και να μην έχει μίνιμουμ
πρόγραμμα, πράγμα που φρενάρει, δεσμεύει την κινητοποίηση των λαϊκών
επαναστατικών δυνάμεων....»4
Το «ύστερα απ΄το 1949» αναφερόταν στο γεγονός ότι η επανάσταση
προσδιοριζόταν ως σοσιαλιστική και από το Σχέδιο Προγράμματος που
ψήφισε η 4η Πλατιά Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής το 1953, το οποίο
αποσύρθηκε, μετά την απόρριψή του από την ηγεσία του ΚΚΣΕ.
Βέβαια το Σχέδιο Προγράμματος, αν και αποτελούσε σημαντικό βήμα
στη συλλογική θεωρητική σκέψη του ΚΚΕ, στήριζε τον καθορισμό του
χαρακτήρα της επανάστασης στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ
των Κομμουνιστικών Κομμάτων και όχι, όπως θα έπρεπε, στην ωριμότητα των
υλικών προϋποθέσεων, δηλαδή στην κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων
παραγωγής στην Ελλάδα. Έτσι, οι αντιφάσεις στη στρατηγική του ΚΚΕ
συνέχιζαν να παραμένουν. Αναφερόμαστε για παράδειγμα στη συγκρότηση
της ΕΔΑ, που είχε ιδρυθεί όντας γενικός γραμματέας ο Νίκος Ζαχαριάδης.
Ακόμα και στη συγκρότηση της Δημοκρατικής Ένωσης στις εκλογές του
Φλεβάρη του 1956, όπου η ΕΔΑ συμμάχησε με το Γ. Παπανδρέου και τον Κ.
Τσαλδάρη. Ο Ζαχαριάδης θεωρούσε μεγάλη επιτυχία και ως απόδειξη μη
σεχταρισμού αυτή τη συμμαχία, όπου η ΕΔΑ εξέλεξε 18 βουλευτές. Αλλά και η
αντίθετη πλευρά είχε παρόμοια λογική συμμαχιών.
Μετά την επιστολή των 36 στελεχών, ακολούθησε η παρέμβαση του
μέλους του ΠΓ του ΚΚΣΕ Μ. Σουσλόφ, με την οποία ματαιωνόταν η σύγκληση
της 4ης Συνδιάσκεψης της Οργάνωσης Τασκένδης. τη στιγμή που ο
Ζαχαριάδης βρισκόταν ήδη εκεί για να πάρει μέρος. Ο Ζαχαριάδης, σε
επιστολή που απηύθυνε προς το Προεδρείο της ΚΕ του ΚΚΣΕ, τόνιζε:
«… η εκ νέου αναβολή της Συνδιάσκεψης παρατείνει την έκρυθμη
κατάσταση της Οργάνωσης και δημιουργεί για τους εκπατρισμένους
συντρόφους μας μια σειρά δυσκολίες γύρω από το ζήτημα της εργασιακής
αποκατάστασης, της συλλογικής διατροφής, της κατοικίας κτλ.
Αυτή η κατάσταση δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός
ότι, ουσιαστικά, οι σχέσεις ανάμεσα στην ηγεσία της ΚΟ Τασκένδης και στους
ντόπιους σοβιετικούς συντρόφους είναι καθαρά τυπικές και η καθοδήγηση της
ΚΟ Τασκένδης παραμερίζεται και αγνοείται στην επίλυση ζητημάτων που
σχετίζονται άμεσα με τους εκπατρισμένους συντρόφους μας….»5
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μέλη του ΚΚΕ έστελναν γράμματα στο ΚΚΣΕ
και σε άλλα αδελφά κόμματα. Σε αυτά κατηγορούσαν το Ζαχαριάδη και το ΠΓ
για σεχταριστική πολιτική, ανώμαλη εσωκομματική λειτουργία, έλλειψη
διεθνιστικής στάσης προς το ΚΚΣΕ, καθώς και για έλλειψη φροντίδας
αναφορικά με τις παράνομες οργανώσεις στην Ελλάδα.
Ενώ διαρκούσαν οι εργασίες του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ,
αντιπροσωπείες 6 κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων από τη Σοβιετική
Ένωση, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Πολωνία και την
Τσεχοσλοβακία αποφάσισαν να συγκροτήσουν Διεθνή Επιτροπή παρέμβασης
στο ΚΚΕ. Στις 26 Φλεβάρη 1956, η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να
συγκαλέσει την 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, με συμμετοχή όσων
είχαν εκλεγεί από το 7ο Συνέδριο και αργότερα καθαιρεθεί ή απαλλαγεί, ενώ
δέχτηκε να μην παραστούν οι Ζαχαριάδης και Μπαρτζιώτας6. Η 6η Ολομέλεια
συγκλήθηκε στις 11-12 Μάρτη 1956 και αποφάσισε την καθαίρεση του
Ζαχαριάδη από τη θέση του Γενικού Γραμματέα και την απομάκρυνσή του
από το ΠΓ. Επίσης, καθαίρεσε τον Μπαρτζιώτα και τον απομάκρυνε από το
Πολιτικό Γραφείο7. Ακόμα, αποκατέστησε ως μέλη του ΚΚΕ και της ΚΕ
καθαιρεμένα και διαγραφέντα στελέχη και προέτρεψε να επανεξεταστούν οι
καθαιρέσεις και οι διαγραφές της περιόδου Ζαχαριάδη8.
Η κρίση του 1956, ανάμεσα στα άλλα αναδείκνυε και τη δυσκολία και τη
συνθετότητα του εγχειρήματος κατάκτησης από την πλευρά του διεθνούς
κομμουνιστικού κινήματος της ενότητάς του σε επαναστατική κατεύθυνση. Το
κύρος του ΚΚΣΕ, σε συνδυασμό με την απουσία πλήρους ρήξης με τον
οπορτουνισμό σειράς Κομμουνιστικών Κομμάτων, δυσχέραινε την ανάπτυξη
σταθερής αυτοτελούς ταξικής κριτικής απέναντι στο ΚΚΣΕ, με κριτήριο τα
γενικά συμφέροντα της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε
τον αντικειμενικά βαρύνοντα ρόλο του ΚΚΣΕ στο διεθνές κομμουνιστικό
κίνημα, αφού ήταν εκείνο το κόμμα που πρωτοστάτησε στη διαπάλη με τον
οπορτουνισμό στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθοδήγησε
νικηφόρα την Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση και πρωτοστάτησε στην
οργανωτική συνένωση των Κομμουνιστικών Κομμάτων στο πλαίσιο της
Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Το θέμα λοιπόν βρίσκεται στην ικανότητα του διεθνούς κομμουνιστικού
κινήματος να διαμορφώνει σωστή στρατηγική, δίχως να αναιρείται η ευθύνη
κάθε Κομμουνιστικού Κόμματος για τη χώρα του. Κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα
έχει χρέος να παλεύει στη χώρα του και μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό
κίνημα για να πλουτίζεται ή να διορθώνεται σε επαναστατική κατεύθυνση η
διεθνής στρατηγική. Σε αυτή τη βάση, οι εξελίξεις σε κάθε γωνιά του κόσμου
πρέπει να ενδιαφέρουν το σύνολο των Κομμουνιστικών Κομμάτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, προβληματισμό προκαλεί και η μεταστροφή
δεκάδων μελών της ΚΕ, του ΠΓ και άλλων στελεχών που συμμετείχαν στην 6η
Ολομέλεια και τοποθετήθηκαν κατά του Ζαχαριάδη, ενώ μέχρι τότε
συμφωνούσαν με τις αποφάσεις και υπερθεμάτιζαν. Φυσικά, στη στάση τους
βάρυνε η τοποθέτηση του ΚΚΣΕ και των αδελφών κομμάτων. Φαίνεται ακόμα
ότι μια σειρά στελέχη του ΚΚΕ δεν ήθελαν να αντιπαρατεθούν με τις
αποφάσεις της Επιτροπής σε συνθήκες παρανομίας του ΚΚΕ, πολιτικής
προσφυγιάς, αλλά και στο πλαίσιο της οξυμμένης σύγκρουσης σοσιαλισμού-
καπιταλισμού. Ωστόσο, οι παραπάνω αντικειμενικές συνθήκες δεν μπορούν
να ακυρώσουν τις ευθύνες.
Οι αποφάσεις της Ολομέλειας αποτέλεσαν την απαρχή σειράς
αρνητικών επιλογών, που αφορούσαν τη στρατηγική του Κόμματος, τη
διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων το 1958, την ανάπτυξη
του αναθεωρητισμού στις γραμμές του που αποκρυσταλλώθηκε και
εκφράστηκε διασπαστικά το 1968 με τη 12η Ολομέλεια, αλλά και πριν από
αυτή με την ομάδα του Μάρκου Βαφειάδη κ.α..
Αμέσως μετά την 6η Ολομέλεια, ξεκίνησε η εσωκομματική ενημέρωση.
Με βάσιμες εκτιμήσεις, που πατάνε στα ντοκουμέντα της εποχής, υπήρχε
αμφισβήτηση των αποφάσεων9 από την πλειοψηφία της κομματικής βάσης.
Η κατάσταση δε βελτιώθηκε παρά τις καθαιρέσεις και τις περίπου 3.400
διαγραφές10. Τελικά, στις 31 Αυγούστου 1956, η ΚΕ αποφάσισε να διαλύσει
και να ανασυγκροτήσει πολλές Κομματικές Οργανώσεις11. Διαφωνίες
εκφράστηκαν και σε άλλες Κομματικές Οργανώσεις, όπως και στις φυλακές
και τις εξορίες στην Ελλάδα.
Παρόλα αυτά, το έργο της 6ης Ολομέλειας ήρθε να συμπληρώσει η 7η
Ολομέλεια που συγκλήθηκε στη Ρουμανία στις 30 Δεκέμβρη 1957. Η
εισήγηση κατηγορούσε το Ζαχαριάδη για ανοιχτή φραξιονιστική δουλειά12 και
η Ολομέλεια αποφάσισε την καθαίρεσή του από μέλος της ΚΕ και τη διαγραφή
του από το ΚΚΕ ως αντικομματικό, φραξιονιστικό, αντιδιεθνιστικό και εχθρικό
στοιχείο13. Παράλληλα, η απόφαση σημείωνε, ότι, επειδή πολλές ενέργειές του
ξέφευγαν από το πλαίσιο των συνηθισμένων λαθών, επιβαλλόταν να γίνει
συστηματική και λεπτομερειακή έρευνα σ’ ολόκληρη τη ζωή και τη δράση του.
Σε ανάλογο κλίμα κινήθηκαν οι πολιτικές αποφάσεις της 7ης
Ολομέλειας, όπως η Προγραμματική Διακήρυξη που διαμόρφωσε. Δεν είναι
τυχαίο ότι, 5 μήνες μετά την 7η Ολομέλεια, η Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της
ΕΔΑ αποφάσισε τη μετατροπή της σε ενιαίο κόμμα. Επρόκειτο για τον
πρόδρομο της διάλυσης των παράνομων κομματικών οργανώσεων στην
Ελλάδα και τη διάχυση των κομμουνιστών στην ΕΔΑ.

Οι αποφάσεις της 7ης Ολομέλειας διεύρυναν το χάσμα ανάμεσα στους
πολιτικούς πρόσφυγες. Το ΚΚΕ από το 1973 με απόφαση του 9ου Συνεδρίου
του κάλεσε να επιστρέψουν στο Κόμμα σε ατομική βάση όσοι είχαν διαγραφεί
τα προηγούμενα χρόνια, με την προϋπόθεση να συμφωνούν με το
πρόγραμμα του Κόμματος.
Αργότερα, το ΚΚΕ άσκησε κριτική στις αποφάσεις της 6ης και της 7ης
Ολομέλειας. Ωστόσο, με αυτές τις νεότερες επεξεργασίες του υπερέβη το
σχήμα «ζαχαριαδικοί-αντιζαχαριαδικοί», που επικράτησε επί πολλές δεκαετίες.
Ο παραπάνω διαχωρισμός δεν ανταποκρινόταν στη βαθύτερη φύση του
κομματικού προβλήματος που είχε ως πηγή τη στρατηγική του ΚΚΕ και του
διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Επίσης, με απόφαση Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης, τον Ιούλη του 2011,
το ΚΚΕ έκρινε ως άδικη και συκοφαντική την κατηγορία ότι ο Ζαχαριάδης ήταν
ύποπτος συνεργασίας με τον ταξικό εχθρό. Ταυτόχρονα, προχώρησε στην
επίσημη αποκατάσταση του Νίκου Ζαχαριάδη, αναγνωρίζοντας τη σημαντική
του συμβολή στην ανάπτυξη του ΚΚΕ την περίοδο 1931-1936, τον ηγετικό του
ρόλο σε συνθήκες σκληρής ταξικής πάλης, διώξεων, εκτελέσεων, δράσης
κρατικών εγχώριων και ξένων μυστικών υπηρεσιών κατά του ΚΚΕ, ακόμα και
διάβρωσης των κομματικών του οργανώσεων, κατά τη διάρκεια της
δικτατορίας του Μεταξά. Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη τόνισε τον
πρωταγωνιστικό ρόλο του Ζαχαριάδη στη δημιουργία και την ηρωική πάλη του
ΔΣΕ, η οποία αποτέλεσε και την κορύφωση της ταξικής πάλης στη χώρα μας
κατά τον 20ο αιώνα. Παράλληλα, ανέδειξε την ακλόνητη επιμονή του στην
ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων την περίοδο 1949-
1955 και στο συνδυασμό της νόμιμης με την παράνομη δουλειά14.
Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ επισήμανε αδυναμίες στον Ζαχαριάδη, κρίνοντάς
τον ως Γενικό Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής. Η κυριότερη ήταν ότι δεν
μπόρεσε να βγάλει ολοκληρωμένα συμπεράσματα από την πορεία του ΚΚΕ
την περίοδο 1941-1945, ώστε το 7ο Συνέδριο του Κόμματος, το 1945, να
διαμορφώσει πρόγραμμα πάλης για το σοσιαλισμό. Δίχως να αποτελούν τη
μοναδική αιτία, οι στρατηγικές αδυναμίες του 7ου Συνεδρίου επέδρασαν στη
διεξαγωγή του ένοπλου ταξικού αγώνα 1946-1949. Αυτά κι άλλα παρόμοιου
βάρους θέματα απασχολούν τον υπό επεξεργασία Α΄ Τόμο του Δοκιμίου
Ιστορίας του ΚΚΕ, περιόδου 1918-1949.


ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΩΝ

alfavita.gr δεν φέρει ευθύνη για τα σχόλια που αναρτώνται στην ιστοσελίδα της. Τα σχόλια εκπροσωπούν κάθε σχολιαστή. Στα πλαίσια προστασίας των επισκεπτών της, η alfavita.gr θα διαγράφει σχόλια που είναι απειλητικά, προσβλητικά, επιζήμια, δυσφημιστικά, χυδαία, βίαια, υβριστικά ή ρατσιστικά.

Αρθρογράφος: 
Κώστας Σκολαρίκος

Σχετικά Άρθρα

Γονείς-φίλοι με τα παιδιά τους. Τα παιδιά τα ρώτησαν;

Γιατί πολλοί γονείς θέλουν διακαώς να είναι φίλοι με τα παιδιά τους

Ελλάς – Ελλήνων – Φασιστών

Ένα οικονομικό "θαύμα" με "ξεχαρβάλωμα" όλων των οικονομικών δεικτών, αποσάθρωση της εγχώριας παραγωγής, βάρη στο λαό και μια πλασματική "ανάπτυξη"