|
|
|
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ
25η ΜΑΡΤΙΟΥ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
[βλέπε
και υποστηρικτικά κείμενα για βασικές πλευρές της τουρκοκρατίας και της
επανάστασης του 1821]
ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ 25Η ΜΑΡΤΙΟΥ
Ξύπνα Ραγιά !
Θεατρική – μουσική παράσταση
Επιλογή, επιμέλεια, προσαρμογή, συγγραφή κειμένων : Μαριόλης Δημήτρης
…αντί εισαγωγής
Το θεατρικό έργο «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σταθμός για το
ελληνικό θέατρο, ανέβηκε το καλοκαίρι του ’73 στα χρόνια της δικτατορίας και οι
παραστάσεις του ήταν στην ουσία οι μαζικότερες – μέχρι το Πολυτεχνείο –
πολιτικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Πάνω από 400.000 θεατές σε Αθήνα και
επαρχία παρακολούθησαν το έργο που συντελεστές του ήταν μεταξύ άλλων, ο Καζάκος,
η Καρέζη, ο Παπαγιαννόπουλος, ο Ξυλούρης, ο Ξαρχάκος και ο Ευγένιος Σπαθάρης. Η
θεατρική – μουσική παράσταση «Ξύπνα Ραγιά» αποτελεί μια προσπάθεια μεταφοράς του
«Μεγάλου μας Τσίρκου» στη σχολική θεατρική πραγματικότητα. Έτσι οι σκηνές «Έναρξις»,
«Το ‘21», «Ερχομός του Όθωνα», «Γκιλοτίνα», «3η Σεπτέμβρη», «Μεγάλες Δυνάμεις
β΄», «Το άγαλμα» και «Τα επινίκια», με ελάχιστες προσαρμογές, προέρχονται από
αυτό το εξαιρετικό θεατρικό έργο. Απαραίτητο για να μπει κανείς στο κλίμα της
παράστασης, είναι να προμηθευτεί το δίσκο με τα ηχητικά ντοκουμέντα και τα
τραγούδια της : «Το Μεγάλο μας Τσίρκο – Σταύρος Ξαρχάκος».
Χρήσιμο εργαλείο για τη διαμόρφωση του παρακάτω κειμένου στάθηκε επίσης και το
βιβλίο της Βασιλικής Κυριοπούλου «Βοήθημα για σχολικές γιορτές», εκδ. Ντουντούμη,
που αποτελεί τη μόνη ίσως ενδιαφέρουσα συλλογή κειμένων και ποιημάτων στο είδος
της. Από τη συλλογή αυτή αντλήθηκαν, αναδιαμορφώθηκαν και προσαρμόστηκαν οι
σκηνές : «Κοτζαμπάσηδες», «Μεγάλες Δυνάμεις α’» και «Λαός» από τους «Προστάτες»
του Μήτσου Ευθυμιάδη και ο «Σηκωμός», εναλλαγή αφήγησης, έντεχνης ποίησης και
δημοτικού τραγουδιού, από το αντίστοιχο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη.
Η σκηνή «Το όνειρο του ραγιά» προέρχεται από την ταινία – ντοκιμαντέρ του
Διονύση Γρηγοράτου «Παράσταση για ένα ρόλο» και φαίνεται πως έχει την καταγωγή
της στο θέατρο του βουνού, τις θεατρικές παραστάσεις δηλαδή που οργάνωνε το ΕΑΜ
στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας ! Η εκδοχή που παρουσιάζεται στην ταινία του
Γρηγοράτου είναι κατάλληλη και για τη γιορτή του Πολυτεχνείου καθώς ο Ραγιάς
δηλώνει ότι «…ο Καραϊσκάκης μου είπε πως η σωτηρία μας ήτανε στους αντάρτες» και
η γυναίκα του κάνοντας μια εκπληκτική σύνδεση με τα γεγονότα της εποχής
αναρωτιέται «…μήπως οι σημερινοί είναι καλύτεροι ; Από τη μια απεργίες, από την
άλλη αύρες, τρεχάματα, κυνηγητά, δακρυγόνα». Στο εντυπωσιακό κλείσιμο της
σκηνής, ο Ραγιάς συνδέει το ’21 με την Εθνική Αντίσταση και το Πολυτεχνείο :
«…συνέχεια του βουνού είναι κι αυτοί οι σημερινοί, έτσι μου ‘πε ο Καραϊσκάκης
και με σκούντησε : Ξύπνα Ραγιά, έε, ξύπνα Ραγιά» !
Η σκηνή «Η παρέα του Καραγκιόζη ετοιμάζει επανάσταση» γράφτηκε με λίγες δανεικές
ατάκες από το «Μεγάλο Τσίρκο» με στόχο να κρατήσει το ίδιο ύφος μεταφέροντας
όμως τη δράση των ηρώων από την εποχή της Βαυαροκρατίας στα προεπαναστατικά
χρόνια.
Η «Κίνηση για έναν Παιδαγωγικό Όμιλο» των Παρεμβάσεων – Συσπειρώσεων φιλοδοξεί
με τις πρωτοβουλίες και τις εκδηλώσεις για την ιστορία και τις σχολικές γιορτές
να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα. Σήμερα, οι γιορτές της εμφυλιοπολεμικής περιόδου
αναπαράγονται και επιβιώνουν περίφημα σαν κυρίαρχο πρότυπο, με τις υμνολογίες
στο μεταξικό καθεστώς, τα απαράδεκτα μηνύματα θρησκοληψίας και εθνικισμού, την
ηρωοποίηση των «υπεράνθρωπων» αγωνιστών με στόχο και αποτέλεσμα την απαξίωσή
τους, την αναπαραγωγή ανιστόρητων μύθων (κρυφό σχολειό, Αγ. Λαύρα, κλπ.), την
περιθωριοποίηση της Εθνικής Αντίστασης. Με τον πρωτοφανή στρατωνισμό των
μαθητικών παρελάσεων και τον ανυπόφορο φορμαλισμό «τραγούδι από τη χορωδία μας –
ποίημα θα απαγγείλει ο μαθητής της ΣΤ’ τάξης – δημοτικοί χοροί από τα κορίτσια».
Το παρακάτω έργο, ανέβηκε με επιτυχία σε σχολεία του Κερατσινίου και του
Περάματος. Δεν φιλοδοξούμε σε καμιά περίπτωση με την προσπάθεια αυτή να
αντικαταστήσουμε τις έτοιμες συνταγές του «εθνικού φρονηματισμού» και της
ακύρωσης του απελευθερωτικού πνεύματος του ’21, του 1940, της Εθνικής Αντίστασης
και του Νοέμβρη με άλλες δικές μας έτοιμες συνταγές. Το έργο αυτό αποτελεί μια
διαφορετική προσέγγιση σε μορφή και περιεχόμενο, αναδεικνύει την ανθρώπινη
πλευρά των αγωνιστών, τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες της εποχής, αποκαλύπτει
το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων και προβάλλει τις ιδέες της Ελευθερίας και της
Ειρήνης ενοποιώντας θέατρο, απαγγελία, μουσική και χορό σε ένα ενιαίο σύνολο. Θα
έχει παίξει το ρόλο του, αν αποτελέσει μια εναλλακτική πρόταση για να
ακολουθήσουν ο κάθε εκπαιδευτικός με την τάξη του το δικό τους δρόμο.
1. ΕΝΑΡΞΙΣ
(Μπαίνουν ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι. Είναι ντυμένοι σαν παλιάτσοι.)
ΡΩΜΙΟΣ : Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Επειδή η παράστασή μας ανατρέχει σε
πολλά επεισόδια, εποχές, γεγονότα, η μικρή από δω και λόγου μου θα σας
πληροφορούμε μέσες άκρες για το που βρισκόμαστε και γιατί. Έλα στο έργο μας.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Α, ναι, ναι, στο έργο μας, στο έργο μας. Το έργο μας κυρίες και κύριοι
μόνον υπόθεση και πυροτεχνήματα δεν έχει. Κατά τα άλλα όμως έχει μουσική, χορό,
τραγούδι, γιατί λέει είναι ένα έργο που αποφάσισε να το ρίξει όξω να ξεθυμάνει.
ΡΩΜΙΟΣ : Θέλει να πει κυρίες και κύριοι ότι το έργο μας ήτο αδύνατο να τεθεί υπό
περιορισμόν. Τι μας συμβαίνει όταν σκεφτόμαστε κάτι που δεν το χωράει ο νους μας
; Μας στρίβει !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μάλιστα. Τι κάνουμε όταν θέλουμε να πούμε κάτι και η κουβέντα μας δεν
το χωράει ; Το στρίβουμε στο τραγούδι. Διότι το τραγούδι είναι μια κουβέντα που
…τρελάθηκε. Κι όταν πάλι δεν μας φτάνει το τραγούδι τι κάνουμε ; το στρίβουμε
στο χορό. Διότι ο χορός είναι ένα τραγούδι που ξανατρελάθηκε.
ΡΩΜΙΟΣ : Πολλά λες !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Καλώς !
ΡΩΜΙΟΣ : Κυρίες και κύριοι, νομίζω ότι μπορούμε να αρχίσουμε
(μπαίνει ο χορός)
ΧΟΡΟΣ
Καλήν εσπέραν αφεντάδες καλώς ορίσατε κυράδες
Καλώς ορίσατε κυράδες, καλήν εσπέραν αφεντάδες.
Μέλισσες μάζεψαν τη γύρη τη φέρανε στο πανηγύρι.
Οι μέλισσες ζυμώνουν μέλι, ήλιε μου φάε και μη σε μέλλει
Τα φίδια φέραν το φαρμάκι, τα παλικάρια το μεράκι
Κι όποιος το βράζει στο βαρέλι, ήλιε μου πιες και μη σε μέλει
Όσα κι αν πω κι ότι κι αν δείτε να μη μου παραξενευτείτε
Όσα χωράνε στην αλήθεια δεν τα βαστάν τα παραμύθια
2. ΤΟ ‘21
ΡΩΜΙΟΣ : Ξέρεις ποια ιστορία θα πούμε σήμερα ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Όχι !
ΡΩΜΙΟΣ : Το εικοσιένα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Εύκολο πράγμα !
ΡΩΜΙΟΣ : (Εκνευρίζεται) Βρε κωθώνι έτσι εύκολο το έχεις να μιλήσει κανείς για το
ποιοι ήταν οι ελευθερωτές αυτού του τόπου και τι απογίνανε ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : (Στους θεατές) Αυτός είναι εντελώς αστοιχείωτος.
(Στο Ρωμιό) Άσε με βρε παιδάκι μου να τα πω εγώ που τα ξέρω. Λοιπόν κυρίες και
κύριοι, εκείνα τα χρόνια η Ελλάδα ήταν πολύ σκλαβωμένη και ήρθε ο εγγλέζικος
στόλος, ήρθε ο γαλλικός στόλος, ήρθε ο ρώσικος στόλος και πολεμήσανε τους
Τούρκους και κατασκοτωθήκανε οι άνθρωποι και έτσι μας βοηθήσανε και
ελευθερωθήκαμε.
ΡΩΜΙΟΣ : (Σαν να γρυλίζει) Μάλιστα !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κι από τότε όλοι αυτοί γίνανε προστάτες μας και σύμμαχοί μας και
ήρθανε κι άλλοι ύστερα και αυστριακοί και Ιερά Συμμαχία κι έχουμε πάντα πρώτης
τάξεως συμμάχους και δεν μπορεί να μας πειράξει κανένας !
ΡΩΜΙΟΣ : (άγρια) Σταμάτα !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Γιατί καλέ ; Δεν έγινε έτσι ; Και τι δηλαδή έγινε το εικοσιένα ; Για
πες μας εσύ που τα ξέρεις καλύτερα !
ΡΩΜΙΟΣ : Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να πούμε τι έγινε πριν το εικοσιένα. Ποιοι
αγωνιστήκανε για να γίνει το εικοσιένα. Ας αφήσουμε όμως το Ρήγα το Βελεστινλή
να τα πει μόνος του.
(βγαίνει στη σκηνή ο Ρήγας)
3. ΘΟΥΡΙΟΣ
Ως πότε παλικάρια να ζούμε στα στενά,
Mονάχοι σα λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
Nα φεύγουμ' απ' τον Kόσμον, για την πικρή σκλαβιά.
Nα χάνουμε αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,
Tους φίλους, τα παιδιά μας, κι' όλους τους συγγενείς.
Κάλλιο ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά,
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι' αν σταθείς,
O Tύραννος αδίκως, σε κάμει να χαθείς.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, σε ό,τι κι' αν σου πει,
Kι αυτός πασχίζει πάλι, το αίμα σου να πιει.
Σ' Aνατολή και Δύση, και Nότο και Bορά,
Για την Πατρίδα όλοι, να ‘χουμε μια καρδιά.
Στην πίστη του καθ' ένας, ελεύθερος να ζει,
Στη δόξα του πολέμου, να τρέξουμε μαζί.
Βούλγαροι, κι' Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Aράπηδες, και άσπροι, με μια κοινή ορμή.
Για την ελευθερία, να ζώσουμε σπαθί,
Πως είμασθ' αντρειωμένοι, παντού να ακουστεί.
Όσ' απ' την τυραννία, πήγαν στη ξενιτιά,
Στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθει τώρα πια.
Kαι όσοι του πολέμου, την τέχνη αγρικούν,
Eδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.
ΧΟΡΟΣ
Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή
του σκλάβου που του μέλλει να χαθεί (2)
(ο χορός αποσύρεται)
4. Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΡΩΜΙΟΣ : Τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ήταν πολλά. Όμως οι Έλληνες δεν έκατσαν
με σταυρωμένα χέρια. Πολλές φορές ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας την ελευθερία τους.
Ήταν όμως ανοργάνωτοι, χωρίς συντονισμό και σχέδιο. Κι ακόμα πολλές φορές
στράφηκαν στην πολιτισμένη Ευρώπη πιστεύοντας πως κάποια μεγάλη δύναμη θα σταθεί
στο πλευρό τους και θα τους βοηθήσει στο δύσκολο αγώνα τους.
Μάταια όμως ! Οι εξεγέρσεις που ξεκινούσαν οι δύστυχοι ραγιάδες πιστεύοντας στις
υποσχέσεις των Ευρωπαίων, πνίγονταν στο αίμα, καθώς η πολυπόθητη βοήθεια δεν
έφτανε ποτέ.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κι έτσι έβαζαν πάλι μεσίτες να ψάξουνε, έβαζαν αγγελίες στις
εφημερίδες, έβαζαν τελάληδες.
Ελάτε κύριε Χατζηαβάτη μου, σας περιμένουμε.
(Ρωμιός και Ρωμιάκι αποσύρονται. Ο Χατζηαβάτης σηκώνεται μέσα από το κοινό και
απαγγέλλει ενώ ταυτόχρονα ανεβαίνει σιγά – σιγά στη σκηνή. Στη μια γωνιά της
σκηνής, κοιμάται κατάχαμα ο Καραγκιόζης, ενώ στην άλλη παίζουν τάβλι σε
αυτοσχέδιο καφενείο, ο Μπαρμπαγιώργος και ο Σταύρακας ενώ ο Νιόνιος
παρακολουθεί)
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Ακούσατε, ακούσατε. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Δανοί, Γερμανοί,
Ισπανοί, Αμερικανοί, ορθόδοξοι, διαμαρτυρόμενοι, καθολικοί...Ζητείται προστάτης
δια έθνος πτωχόν, αλλά ενάρετον, με λαμπράς οικογενειακάς αρχάς και παραδόσεις,
ολίγον μεταχειρισμένον, αλλά ωραίον και εις καλήν κατάστασιν ! Οι ενδιαφερόμενοι
πρέπει να έχουν τα εξής προσόντα : Να μην ομιλούν ελληνικά, να είναι ελέω Θεού
γαλαζοαίματοι, ξανθοί, χαριτωμένοι και εύθυμοι δια να ευθυμήσει και η δύστυχος
Ελλάς.
(πάει έξω από την παράγκα του Καραγκιόζη)
Ακούσατε, ακούσατε... (ο Καραγκιόζης ξυπνάει και τον κοιτάζει αγριεμένος)
Ακούσατε, ακού… (Ο Καραγκιόζης του δίνει μια δυνατή καρπαζιά)....άααααααχ το
κεφαλάκι μου !!! Να χαθείς παλιάνθρωπε, απολίτιστε, αγριάνθρωπε, γιατί με χτυπάς
μωρέ ;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Γιατί φωνάζεις όξω από την παράγκα και κοιμάται η οικογένεια ;
Ολόκληρη οθωμανική αυτοκρατορία έξω από τη δική μου τη παράγκα ήρθες να φωνάξεις
;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Καραγκιόζη μου, έχω το καθήκον να διαλαλήσω παντού, ότι οι
δύστυχοι ραγιάδες αναζητούν σωτήρα, αναζητούν προστάτη για να τους ελευθερώσει
από την τουρκική σκλαβιά.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Τώρα μάλιστα. Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει Χατζατζάρη. Πάμε να
βρούμε το μπάρμπα μου το Γιώργο και την παρέα του στο καφενείο να δούμε τι θα
πουν κι εκείνοι.
(πηγαίνουν στο καφενείο)
Έ μπαρμπούλη, για ελάτε που έχουμε κάτι μυστικό να σας πούμε. Για ελάτε να
μαζευτούμε εδώ σύμπας ο λαός.
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Τι είναι βρε ζαγάρ'. Τι θέλς ;
ΝΙΟΝΙΟΣ : Γειά σου ψυχούλα μου Καραγκιόζο !
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ : Γειά και χαρά σας μόρτες ! Τι χαμπαράκια ;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Αυτό το κουτορνίθι νομίζει πως θα μας λευτερώσουν οι κουτόφραγκοι
!
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Έχω το καθήκον να ανακοινώσω παντού ότι ζητείται σωτήρας για να
σώσει τους δυστυχείς ραγιάδες από τα βάσανά τους.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ιγώ νουμίζω ότι...
ΝΙΟΝΙΟΣ : ( διακόπτει και ο Μπαρμπα- Γιώργος δυσανασχετεί) Γιατί να ψάχνουμε για
σωτήρες στη Ρουσία, στην Αλεμάνια και στην Ιγγλετέρα ; Γιατί τζογούλες να μην
ξεσηκωθεί μονάχο του το δικό μας πόπολο δια την ελευθερία μας ; Όπου ομιλούμε
όλοι την ίδια λίνγκουα και έχουμε την ίδια μανταλιτά ; Κι έτσι οπούμαστε όλοι
ενωμένοι ποιός στρανιέρος ή ντόπιος θα τολμήσει να πάει κόντρα στη βολοντά του
λαού ;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ιγώ νουμίζω...
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : ( διακόπτει και ο Μπαρμπα- Γιώργος δυσανασχετεί) Μα σιορ Διονύσιε
ξεχνάς τι παραγγελίες μας δώσανε ; Ότι όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις θα μας
κατατρέξουν αν ξεσηκωθούμε μόνοι μας και κάνουμε του κεφαλιού μας. Πως θα τα
βγάλουμε πέρα μόνοι μας, ξυπόλητοι και αβοήθητοι απέναντι σε ολόκληρη
Αυτοκρατορία ;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ιγώ...
ΝΙΟΝΙΟΣ : ( διακόπτει και ο Μπαρμπα- Γιώργος δυσανασχετεί ξανά) Μωρέ σιγά τσι
παραγγελίες των ! Εγώ τζογούλες μου πιστεύω στην ελευθερίαν και την ποίηση, εγώ
είμαι θρεμμένος με Διονυσάκη Σολωμό που τα ήθελε ούλα ελληνικά ! Τσέντο περ
τσέντο !
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ιγώ...
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ : ( διακόπτει και ο Μπαρμπα- Γιώργος δυσανασχετεί ξανά) Να μου ζήσεις
φιόρο του λεβάντε ! Θυμάμαι και τις άλλες φορές ρε μάγκες που μας πιάσανε
κορόιδα δήθεν ότι θα μας βοηθήσουνε και στη τελική μας αφήσανε αμανάτι.
Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια. Θα γίνει μεγάλη φασαρία να πούμε. Θα τους κάνουμε με
τα κρεμμυδάκια !
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Τη γλέπετε τη γκλίτσα ; Έτσι και δε μ' αφήκετε να τελειώσω
θα σπάσω κεφάλια. Το λοιπόν ! Ποιός από σας ορέ ζαγάρια ξέρει τα κοπάδια
καλύτερα από μένα ; Σαν τα κοπάδια τους έχουνε ο Σουλτάνος κι οι κοζταμπάσηδες
τους ραγιάδις. Εκείνοι τους βγάνουν για βοσκή, έχουν μαντρόσκυλα γύρω γύρω να
τους φυλάνε, να τους φέρνουνε πίσω στη στρούγκα, να τους αρμέγουν, να τους
κουρεύουν, να τους πουλούν και να τους αγοράζουν.
Φτάν' πια το λοιπόν. Θα πάρω την αγκλίτσα μ' κι βουρ πάνου με τις κλέφτες και τς'
αρματολούς. Όρε μάνα μ' το πήρα απόφαση κι όποιους θέλ' μ' ακλουθεί !
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Μπράβο μπαρμπούλη, ωραία τα είπες. Εσείς οι άλλοι τι λέτε ;
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ : Εγώ θέλω να ξεσηκωθούμε, τελεία και παύλα !
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Αχού θα βρούμε το μπελά μας, αχού θα φάμε το κεφάλι μας !
(ο Καραγκιόζης παίρνει μια ελληνική σημαία και την κυματίζει ενθουσιασμένος)
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εμπρός λοιπόν αδέρφια. Φτάνει πια η σκλαβιά! Καλύτερα μιας ώρας
ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή ! Να βγούμε με το Θοδωράκη
τον Κολοκοτρώνη, κλέφτες στα βουνά. Να χτυπήσουμε τον κατακτητή παντού !
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Αχού θα βρούμε το μπελά μας...
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Να μου ζήσεις ανιψούδι μ'. Ζήτω η Ελλάς ! Ελευθεριά ή
θάνατος !
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Αχού θα φάμε το κεφάλι μας...
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εμπρός το λοιπόν. Αχ ρε Βεληγκέκα να πέσεις στα χέρια μου. Θα
βγάλω το σπαθί μου και να, να να, να, να... (χτυπάει τον αέρα με ένα φανταστικό
σπαθί)
(μπαίνει με φασαρία ο Βεληγκέκας και η συνοδεία του, ενώ ο Καραγκιόζης που δεν
τους έχει δει συνεχίζει να χτυπάει τον αέρα)
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Νάτα, νάτα, (ο Χατζηαβάτης ζαρώνει σε μια γωνιά)
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Να και σεις πασάδες, γενίτσαροι, Αγαρηνοί, να και συ παλιοσουλτάνε,
να, να, να.....
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : (δυνατά) Πρα - πρα - πρα ορέ ! Δε χαίρεστε να με βλέπετε ορέ
γκιαούρ πεζεβέγκια ;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Χαρά μας και δόξα μας κύριε Βεληγκέκα ! Όμως ποιο καλό αεράκι σας
έφερε σήμερα εδώ ;
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Οι φωνές σας ορέ πεζεβέγκια ! Σηκώσατε μπαϊράκι ορέ ; Εσείς
ξυπόλυτοι, εσείς πεινασμένοι, δαρμένοι σκύλοι, γκιαούρηδες, σηκώσατε δικό σας
μπαϊράκι ;
(στους στρατιώτες ) Πάρτε τους μέσα ορέ στο Δράκο να τους κάνει λιανά - λιανά
κομμάτια !
(οι Τούρκοι στρατιώτες συλλαμβάνουν το μπαρμπα-Γιώργο, το Νιόνιο και το Σταύρακα)
ΤΟΥΡΚΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Μέσα, μέσα ορέ γκιαούρηδες, μέσα να σας τρώει ο Δράκος.
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ : Οχ αδέρφια θα με φάνε λάχανο !
ΝΙΟΝΙΟΣ : Αχού μανούλα μου με χάνεις !
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ορέ μάναμ'
(ο Βεληγκέκας κυνηγά τον Καραγκιόζη)
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Έλα μέσα ...
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Είναι πιο βολικά εδώ
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Έλα που σου λέω
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Κάτω τα ξερά σου
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Έλα να σε πιάκω ορέ να σε πάω στο Δράκο
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Αμάν ο Κολοκοτρώνης ! (δείχνει στα ψέματα σε μια τυχαία
κατεύθυνση)
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Όρε μανούλα μου, πάμε χαμένοι !
(Ο Βεληγκέκας σαστίζει, ο Καραγκιόζης το εκμεταλλεύεται και φεύγει τρέχοντας)
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Φεύγω, γειά σας, γειά σας...
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Που είναι ορέ το ξυπόλητο γκιαούρ. Άααααχ να σε πιάσω !
(κυνηγιούνται με τον Καραγκιόζη)
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Φεύγω, φεύγω αδέρφια...Φεύγω μα θα ξανάρθω να σας λευτερώσω. Γειά
σας... Γειά σας...
ΝΙΟΝΙΟΣ : Τρέξε Καραγκιόζο, τρέξε
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ροβόλα ανιψούδ' κι μεις σε περιμένουμ'
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Άχ μωρέ σεϊτάν γκιαούρ να σε πιάνω να σε κάνω μικρά μικρά
κομματάκια να σε ρίχνω στο δράκο !
Εσύ δρόμο ορέ πεζεβέγκη. Όξω από δω, που πάτε μονάχοι σας να σηκώσετε μπαϊράκι.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Ακούσατε, ακούσατε. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Δανοί, Γερμανοί,
Ισπανοί, Αμερικανοί, ορθόδοξοι, διαμαρτυρόμενοι, καθολικοί...Ζητείται άαααααχ
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Έ μα δε τρώγεσαι πια τα ίδια και τα ίδια ! (τον τραβάει και
φεύγουν)
5. Το όνειρο του ραγιά
(Η αυλαία κλείνει και όταν ανοίγει ξανά σε μια καρέκλα στο κέντρο, κοιμάται
ο Ραγιάς. Τον πλησιάζει ένας οπλισμένος φουστανελάς με κόκκινο φέσι και κάτι του
λέει στο αυτί. Ο φουστανελάς φεύγει και σε λίγο ο Ραγιάς ξυπνά αλαφιασμένος)
ΡΑΓΙΑΣ : Μωρέ τι όνειρο ήταν ετούτο ; Έ, Μπιρμπίλω, που είσαι ;
(μπαίνει βιαστική η γυναίκα)
ΓΥΝΑΙΚΑ : Τι φωνάζεις Γιώργο, τι έπαθες ;
ΡΑΓΙΑΣ : Είδα ένα όνειρο σημαδιακό, ένα φουστανελά ως εκεί απάνω !
ΓΥΝΑΙΚΑ : Χριστός και Παναγιά !
(Κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα στο Ραγιά και σταυροκοπιέται.)
ΡΑΓΙΑΣ : Φόραγε κόκκινη σκούφια.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Ξορκισμένος να 'ναι !
ΡΑΓΙΑΣ : Είχε και γιαταγάνι ζωσμένο στη μέση.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Ααα, φτου τον τρισκατάρατο !
(φτύνει στον κόρφο της)
ΡΑΓΙΑΣ : Ήτανε λέει ο Καραϊσκάκης.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έπαιζε η κοιλιά σου από βραδύς Καραϊσκάκη, γι' αυτό θα τον είδες στον
ύπνο σου.
ΡΑΓΙΑΣ : Μωρέ μίλαγα μαζί του, κουβέντιαζα, πως να στο πω !
ΓΥΝΑΙΚΑ : Θα σου ανέβηκε λέω εγώ η θέρμη στο μυαλό.
ΡΑΓΙΑΣ : Δεν είναι η μέρα μου σήμερα, αύριο θα με πιάσει.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έ, τότε έπαθες βαρυστομαχιά από το πολύ φαϊ.
ΡΑΓΙΑΣ : Ναι από τα φύλλα τα κουκιά που εφάγαμε εψές, με δίχως ψωμί και δίχως
λάδι.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δε λες πάλι καλά που τα 'χαμε κι αυτά. Και δε μου λες, τι σου μολόγαγε
αυτός ο πρωτοκλέφτης ; Του πες και το τραγούδι του, "Καραϊσκάκη μου αρχηγέ και
πρώτε καπετάνιε" ; Είναι το τραγούδι των λιμασμένων σαν κι εμάς.
ΡΑΓΙΑΣ : Πολλά ξέρεις γυναίκα αλλά ο νους σου δε φτάνει σ' αυτά που λέγαμε εγώ
με τον Καραϊσκάκη.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Τι θα λέγατε ; Άρες, μάρες, κουκουνάρες. Ξέρεις μωρέ τι είναι τα
όνειρα ; Ξύλα, κούτσουρα, δαδιά καμένα.
ΡΑΓΙΑΣ : Δε πιστεύεις στα όνειρα εσύ ;
ΓΥΝΑΙΚΑ : Πως, όποιος πεινάει ονειρεύεται καρβέλια. Είδες στον ύπνο σου
φουστανέλα, ετοιμάσου να πεθάνεις.
ΡΑΓΙΑΣ : Δάγκωσε τη γλώσσα σου μωρή γυναίκα.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έ, αυτό φανερώνει το όνειρο, τώρα άλλο αν δε θες εσύ !
ΡΑΓΙΑΣ : Και τα γόνατά μου κόπηκαν αλλά και δε μ' αρέσει να πεθάνω !
ΓΥΝΑΙΚΑ : Πεθαίνουμε λίγο λίγο, μη στεναχωριέσαι.
ΡΑΓΙΑΣ : Λιώνουμε στα πόδια μας. Δυο οκάδες λαδάκι βγάζει το χωραφάκι μας, τη
μιά παίρνουν οι Τούρκοι και την άλλη οι κοτζαμπασήδες.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Τι τη θέλουμε τέτοια ζωή ;
ΡΑΓΙΑΣ : Έτσι για να 'μαστε στο μέτρο. Αυτά μου 'λεγε κι ο Καραϊσκάκης.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Ααα άσε με το Καραϊσκάκη και την Καραϊσκάκαινα μαζί. (κάνει να φύγει)
ΡΑΓΙΑΣ : Μπιρμπίλω μη φεύγεις, άσε με να σου πω. Ο Καραϊσκάκης μου είπε να μην
καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δε μου λες άντρα, τα 'χασες στα γεράματα ;
ΡΑΓΙΑΣ : Έννοια σου και τα 'χω ακόμα τετρακόσια.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έ, τότε τι κάθεσαι και με ψέλνεις με τον Καραϊσκάκη ;
ΡΑΓΙΑΣ : Είσαι μάνα και συ και πρέπει να ξέρεις.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Σαν τι να ξέρω ;
ΡΑΓΙΑΣ : Η σωτηρία μας είναι στο βουνό, στους κλέφτες και τους αρματολούς.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Ο Καραϊσκάκης σου το 'πε κι αυτό ;
ΡΑΓΙΑΣ : Αυτός, ναι !
ΓΥΝΑΙΚΑ : Στους κλέφτες !!! Πανάθεμά τους !
ΡΑΓΙΑΣ : Γιατί τους κακομελετάς ; Τι ζημιά πάθαμε απ' αυτούς ;
ΓΥΝΑΙΚΑ : Μου πήραν τη βελόνα και δε μου την έδωκαν πίσω !
ΡΑΓΙΑΣ : Την ήθελαν για να ραφτούν καημένη.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Να ραφτούν, μωρέ τι μας λένε...Να καθίσεις στα αυγά σου λέω εγώ πια !
ΡΑΓΙΑΣ : Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μας γυναίκα. Μονάχα το βουνό ! Το
καριοφίλι και το γιαταγάνι !
Να μην καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα !
Έτσι μου είπε κι ο Καραϊσκάκης και με σκούντησε : "ξύπνα ραγιά έεε, ξύπνα ραγιά"
!!
(Σηκώνεται να φύγει κι η γυναίκα του τον κυνηγάει)
ΓΥΝΑΙΚΑ : Που πας μωρέ Γιώργη, σταμάτα βρε τρελέ !
ΡΑΓΙΑΣ : Ξύπνα ραγιά !
(φεύγουν από τη σκηνή)
Χορός
Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ, του φόβου αισθάνονται (2)
Ζυγόν δουλείας ας έχουσι (2)
Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία (3)
(Ξαναμπαίνει στη σκηνή μόνος του ο Ραγιάς οπλισμένος και αποφασιστικός)
Εγώ ραγιάς δε ματαγίνομαι, Τούρκους δε προσκυνάω.
Δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες
Μον' καρτερώ την Άνοιξη, να ρθουν τα χελιδόνια
Να πάρω δίπλα τα βουνά, με τους καπεταναίους.
6. Ο ΣΗΚΩΜΟΣ
(στα μικρόφωνα οι αφηγητές και οι ποιητές και στο φόντο όλος ο χορός)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Τρεις απλοί άνθρωποι, καταλαβαίνουν πως η λευτεριά δε χαρίζεται μα κατακτιέται.
Παίρνουν την απόφαση να ετοιμάσουν το Σηκωμό και ιδρύουν στην Οδησσό το 1816 τη
Φιλική Εταιρία. Στις 22 Φλεβάρη του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης περνά στη
Μολδοβλαχία. Η επανάσταση άρχισε.
ΧΟΡΟΣ
Ελευθερία ή θάνατος !
Ελευθερία ή θάνατος !
Ελευθερία ή θάνατος !
ΠΟΙΗΤΗΣ (Κάλβος)
Ας μη βρέξει ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίσει
το χώμα το μακάριον
που σας σκεπάζει.
Ως γνήσια της Ελλάδος
τέκνα’ ψυχαί που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτόν Ηρώων
καύχημα νέον.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Κι ένας τρελόπαπας, ο Παπαφλέσσας, ξεσηκώνει το Μοριά και σε λίγο βροντάνε τα
καριοφίλια της λευτεριάς στην Καλαμάτα, την Τρίπολη και τη Μάνη. Στην Αλαμάνα
ξαναζούν οι Θερμοπύλες.
ΧΟΡΟΣ
Το Διάκο τονε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν,
ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.
ΔΙΑΚΟΣ
Για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει,
τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Ανδρούτσος υψώνει κάστρο λευτεριάς το πλίθινο χάνι της Γραβιάς. Εκατόν τριάντα
δύο ανδρειωμένοι κλείνονται σ’ αυτό χορεύοντας και τραγουδώντας σαν να πήγαιναν
σε γλέντι.
ΧΟΡΟΣ
Κάτω στου Βάλτου τα χωριά
και στα πέντε βιλαέτια
- βάλτε βρε να πιούμ’ αδέλφια.
Εκεί είν’ οι κλέφτες οι πολλοί
ούλοι ντυμένοι στο φλωρί,
κάθονται και τρων και πίνουν
και την Άρτα φοβερίζουν.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Οι ραγιάδες, με ηγέτη το Γέρο του Μοριά, πολιορκούν την Τριπολιτσά.
ΠΟΙΗΤΗΣ (Σολωμός)
Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πεθυμάς.
ΧΟΡΟΣ
Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κοίτονται στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα ‘χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε.
Πουλί πως πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι ;
- Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Την πολυάνθρωπη και κοσμοξάκουστη τότε Χίο, την τυλίγουν οι φλόγες, την πνίγει
το αίμα. Κι ένας κατάξερος βράχος καταμεσής στο Αιγαίο υψώνει σύμβολο
ελευθερίας.
ΧΟΡΟΣ
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη,
περπατώντας η δόξα μονάχη
μελετά τα λαμπρά παλικάρια,
και στην κόμη στεφάνη φορεί
γεναμένο από λίγα χορτάρια
που είχαν μείνει στην έρημη γη.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Στο Μεσολόγγι που «είχε για τείχος ένα φράχτη», πολιορκημένο απ’ όλες τις
δυνάμεις της Τουρκιάς και της Αιγύπτου γράφεται αθάνατο έπος ηρωισμού και
λευτεριάς.
ΠΟΙΗΤΗΣ (Σολωμός)
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε
Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει,
όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Ειν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν
Εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με το Χάρο
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Οι λαοί συγκλονίζονται από τον αγώνα των Ελλήνων. Εκείνοι όμως που τους
κυβερνούν, έχουν πυξίδα τους το συμφέρον. Πάνω από την Κρήτη, την Κάσο, τα Ψαρά,
το Μεσολόγγι, τη Ρούμελη απλώνεται πια το σάβανο του τυράννου. Μα οι αγωνιστές
συνεχίζουν να πολεμάνε ως το θάνατο και πέρα απ’ αυτόν γιατί ξέρουν ότι η
λευτεριά κερδίζεται μόνο με θυσίες.
ΠΟΙΗΤΗΣ (Σολωμός)
Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς,
Εις τον κάμπο Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.
Το σπαθί σου αντισηκώνεις
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
και εις το τέταρτο κτυπάς.
7. ΟΙ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ
(Βγαίνουν δυο κοτζαμπάσηδες στη σκηνή. Κρατούν πουγκιά και περπατούν
τεμπέλικα)
ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ Α’ :
Είμαστε οι Κοτζαμπάσηδες
μας μισούνε οι ραγιάδες
γιατί έχουμε παράδες
και γεννήματα
και σηκώνουν μπαϊράκι
για να βάλουνε χεράκι
στα δικά μας χτήματα
ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ Β’ :
Λύνουμε τότε κι εμείς
τα πουγκιά μας παρευθύς
και τους κράζουμε :
Βρε μπουμπούνες, βρε χαχόλια
αγοράζονται τα βόλια
δίχως όβολα ;
Πάρτε άσπρα, πάρτε γρόσα (σκορπίζουν νομίσματα)
ν’ αγοράσετε καμπόσα
μπαρουτόβολα !
ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ
Κι έτσι οι αρματολοί κι οι κλέφτες
αντί να μας κάνουν φέτες
μας κηρύσσουν ευεργέτες. (Φεύγουν )
8. ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ Α΄
(Εμφανίζονται η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσσία και η Αυστρία. Χορεύουν και
τραγουδούν)
ΑΥΣΤΡΙΑ :Τα μάθατε τι γίνηκε κει κάτω στη Γραικία ; Σηκώθηκαν οι Έλληνες,
χτυπάνε την Τουρκία.
ΑΓΓΛΙΑ : Και στα παλιά παπούτσια τους γράφουν τη συμμαχία.
ΓΑΛΛΙΑ : (Κοιτώντας καχύποπτα τη Ρωσία)Εμείς έχουμε τη γνώμη πως κάποιος κάτι
εδώ σκαρώνει.
ΑΥΣΤΡΙΑ : (Κοιτώντας καχύποπτα τη Ρωσία) Κάτι μου μυρίζει εμένα.
ΑΓΓΛΙΑ : Λες να τα ‘χουν μιλημένα ;Δε σηκώνουμε προστάτες πίσω απ’ τις δικές μας
πλάτες.
ΡΩΣΙΑ : Για συγνώμη ρε Αγγλία μ’ είδες να δίνω προστασία ;
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Πρέπει ν’ αποφασίσω τι στάση θα τηρήσω.
(μαζεύονται κατά ομάδες, συσκέπτονται)
ΓΑΛΛΙΑ : (μυστικά) Αν οι Άγγλοι επικρατήσουν κι οι Γραικοί τους προτιμήσουν
τι θα γίνει ; το Μοριά θα μας τον φάνε και στην Αίγυπτο θα πάνε και στην
Παλαιστίνη.
ΑΓΓΛΙΑ : (μυστικά) Τι σκοπούς έχουν οι Ρώσοι κι έχουν σχέδια καταστρώσει στο
υπόγειο ;
Ν’ αρμενίζουνε μια μέρα με τη ρωσική παντιέρα στη Μεσόγειο.
ΡΩΣΙΑ : Τα καθάρματα οι Εγγλέζοι μυριστήκαν πετιμέζι και γλυκάνισο,
θέλουν το Μοριά να φάνε δεν τους φτάνει που κρατάνε την Επτάνησο.
ΑΥΣΤΡΙΑ : (απειλητικά)Διατηρείτε στάτους κβο… άντε για να μη σας πω !
(τραγουδούν)
ΑΓΓΛΙΑ : Αγγλία
ΓΑΛΛΙΑ : Γαλλία
ΑΥΣΤΡΙΑ : Αυστρία
ΡΩΣΙΑ : Ρωσία
(τραγουδούν)
ΑΓΓΛΙΑ : Διπλωματίαααα
ΓΑΛΛΙΑ : Μηχανορραφίαααα
ΑΥΣΤΡΙΑ : Ραδιουργίαααα
ΡΩΣΙΑ : Πανουργίααααα
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Ιερά Συμμαχία
Και ...
Είμαστε τέσσερις δυνάμεις
Με καθήκοντα υψηλά
Η Ευρώπη να μην πάθει
από των μικρών τα λάθη
Τρα λα λα λα λα λα λα
ΑΥΣΤΡΙΑ : (πονηρά) Διαθέτουμε και βασιλιάδες ειδικούς για τους ραγιάδες !
(αποχωρούν οι μεγάλες Δυνάμεις και όλος ο χορός, μπαίνει ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι)
9. ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ
ΡΩΜΙΟΣ : Τα παλιά βάσανα της Ελλάδας περάσανε. Ήρθε ο Καποδίστριας !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ά ωραία.
ΡΩΜΙΟΣ : Πάει ο Καποδίστριας. Τώρα περιμένουμε τον Όθωνα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ά, τον Όθωνα. Ο Όθωνας και η Αμαλία έ.
ΡΩΜΙΟΣ : Όχι η Αμαλία θα έρθει αργότερα, τώρα περιμένουμε τον Όθωνα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Έτσι μπράβο. Να 'χουμε και μεις ένα δικό μας βασιλιά, να μην
περιμένουμε όλο από τους ξένους βασιλιάδες, γιατί όποιος δεν έχει νύχια να
ξυστεί... Καλά δε λέω ;
ΡΩΜΙΟΣ : Σοφά. Μόνο που κι αυτόν οι ξένοι μας τον διαλέξανε
ΡΩΜΙΑΚΙ : Έ άστους να διαλέγουν οι ξένοι. Ξέρουν αυτοί. Έχουνε πείρα οι
άνθρωποι.
ΡΩΜΙΟΣ : Σωστό. Ακούς τίποτα ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κάτι ακούω ναι, κάτι ακούω.
ΡΩΜΙΟΣ : Ώ ρε κόσμος που 'ρχεται για την υποδοχή, κοίτα κι είν' όλοι δακρυσμένοι
από χαρά
ΡΩΜΙΑΚΙ : Αφού και μένα έτσι μου 'ρχεται ν' αρχίσω να κλαίω απ' τη συγκίνηση.
ΡΩΜΙΟΣ : Πάμε, πάμε.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Πάμε.
(στη σκηνή βγαίνει ένα ξυπόλητο παιδί – ο Λαός - με το κεφάλι σκυμμένο)
10. Ο ΛΑΟΣ
Είμαι ο λαός.
Αν ήξερα ανάγνωση, γραφή,
αν ήταν το σπαθί δικό μου
δε θα μου τρώγαν το ψωμί
θ’ αρνιόμουν τη κλεψιά για ριζικό μου.
Πονώ για τις μελλούμενες γενιές
τους δουλευτές της φάμπρικας
τους χερομάχους
τις πλύστρες, τους χαμάληδες, τους φοιτητές,
τους οικοδόμους, τους ξωμάχους.
Κουράστηκα, δε μου ‘μεινε σταλιά
δύναμη να σηκώσω το κεφάλι
απότυχα και για άλλη μια φορά
με κυβερνούνε άλλοι.
11. ΓΚΙΛΟΤΙΝΑ
ΡΩΜΙΑΚΙ : Εσύ αλλιώς μου τα ‘χες πει.
ΡΩΜΙΟΣ : Αλλιώς ; Πως αλλιώς ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Δε μου πες να μη στενοχωριέμαι γιατί τώρα με τον ερχομό του Όθωνα θα
παν όλα ωραία και καλά ; Ψέματα μου τα ‘λεγες ;
ΡΩΜΙΟΣ : Όχι βέβαια. Απλά σου έλεγα ότι πιστεύανε οι Έλληνες εκείνο τον καιρό.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Στο παλάτι όμως χορεύουν ακόμα του καλού καιρού !
ΡΩΜΙΟΣ : Χορεύουν και θα χορεύουν ακόμα για χρόνια πολλά.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μα…καλά για να χορεύουν ήρθαν στην Ελλάδα ;
ΡΩΜΙΟΣ : Η Ελλάδα είναι ωραία αίθουσα χορού. Αλλά μη νομίζεις ότι δεν κάνουν
τίποτα άλλο. Έννοια σου μαγειρεύουν διάφορα. Δεν είδες τους καπετάνιους τι
φαρμακωμένοι που φύγανε ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Πως δεν το είδα. Μα γιατί τους πιάσανε έναν – έναν και ρωτούσανε «τι
θέλει» ;
ΡΩΜΙΟΣ : Για να τους διαλύσουνε. Έτσι θα τους αφήσουνε όλους μαζί ; Είναι κι
αρματωμένοι αυτοί. Έχουν λαό μαζί τους !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ναι, αλλά αυτοί πολεμήσανε, νικήσανε και μας ελευθέρωσαν.
ΡΩΜΙΟΣ : Ε, ωραία, άμα πεθάνουνε, θα τους κάνουμε αγάλματα, ποιήματα, λόγους
στεφάνια. Τώρα είναι ζωντανοί ακόμα…
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κι επειδή είναι ζωντανοί πρέπει να τους πετάξουμε ;
ΡΩΜΙΟΣ : Βεβαίως διότι τώρα ο πόλεμος τελείωσε. Κάθε φορά που τελειώνει ένας
πόλεμος, υπάρχουν κάποιοι που περισσεύουνε ! …Κι όπως είναι φυσικό, οι
περισσευούμενοι αυτοί εν καιρώ ειρήνης είναι οι χρειαζούμενοι εν καιρώ πολέμου,
κατά την ίδια λογική που οι επιπλέοντες εν καιρώ ειρήνης είναι οι άφαντοι εν
καιρώ πολέμου.
ΡΩΜΙΑΚΙ : (Στους θεατές) Να δείτε που τώρα θα τον κολλήσω στον τοίχο…Άκου εδώ
κύριε τέτοιε, ξέρεις τι λες αυτή τη στιγμή ; Είναι σα να λες…τι χρονολογία
έχουμε τώρα ;
ΡΩΜΙΟΣ : (Βγάζει το ρολόι της τσέπης) Αυτή ακριβώς τη στιγμή έχουμε 1835-1840.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ωραία, είναι σα να λες ότι ο Κολοκοτρώνης…
ΡΩΜΙΟΣ : Είναι φυλακή, καταδικασμένος σε θάνατο !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ο Κολοκοτρώνης !!! Είναι σα να λες ότι ο Πλαπούτας…
ΡΩΜΙΟΣ : Κι αυτός καταδικασμένος σε θάνατο !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ο Πλαπούτας ! Κι ο Νικηταράς ;
ΡΩΜΙΟΣ : Στη φυλακή κι αυτός. Και το Μακρυγιάννη τον έχουνε στα μαύρα τα
τεφτέρια.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Καλά ντε μην αγριεύεις, μια αντιρρησούλα είχαμε, δε χάλασε ο κόσμος !
ΡΩΜΙΟΣ : Τι ξόανο μου φέρανε για βοηθό. Η συνέχεια επί της σκηνής. Τώρα κυρίες
και κύριοι, είμαι επιφορτισμένος να σας απασχολήσω περί ολίγα τινά λαιμητόμου ή
γκιλοτίνα. Είναι ξέρετε μια εφεύρεση που την εποχή της Γαλλικής επανάστασης
γνώρισε μεγάλες δόξες. Έκοψε βασιλιάδες, πρίγκιπες, τσιφλικάδες κι ύστερα από
λίγο πολλούς από τους επαναστάτες που την ανέδειξαν. Τώρα όλοι αυτοί πέθαναν, η
γκιλοτίνα όμως έμεινε, τελειοποιήθηκε τεχνικώς και συνέχισε να προσφέρει τις
υπηρεσίες της στην ανθρωπότητα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Όταν για παράδειγμα τον καιρό του Όθωνα οι παλαιοί πολεμιστές
ξεσηκώθηκαν, στη Μάνη, στη Μεσσηνία, στη Ρούμελη, μας προσέφερε προθύμως τις
υπηρεσίες της. Πήρε σβάρνα τα χωριά κι έκοβε κεφάλια. Όταν ήμουν μικρό είχα μια
απορία. Πως γίνεται ένα εργαλείο που λανσαρίστηκε από τη Γαλλική Επανάσταση να
κόβει εν συνεχεία τους επαναστάτες.…Αλλά επειδή πρόκειται για μια παιδική
απορία, ας την αφήσουμε να βράζει στην αφέλειά της.
(Ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι φεύγουν. Μπαίνουν οι χωρικοί από τη μια πλευρά και από
την άλλη δυο στρατιώτες που κρατούν το ομοίωμα μιας γκιλοτίνας. Σε μια γωνιά ο
χορός στριμωγμένος, παρακολουθεί με τρόμο.)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ : (μιλάει τρομαγμένος, η φωνή του τρέμει) Εξοχότατοι και εκλαμπρότατοι
απεσταλμένοι εξ Αθηνών. Εξ ονόματος των συγχωριανών μου και με αισθήματα
βαθυτάτης …χαράς, σας εύχομαι το καλώς ήρθατε. Είναι πτωχά τα λόγια για να
εκφράσω την ευγνωμοσύνην μας δια την τιμή οπού μας κάνατε να μας φέρετε κι εδώ
την ξακουστή…γκιλοτίνα !
Με τη γκιλοτίνα συγχωριανοί θα έχομε από δω και μπρος …γλυκύτερον θάνατον !
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Μας τη στείλανε οι ξένοι φίλοι που μας αγαπούν.
ΧΩΡΙΚΟΣ Β’ : Και δεν παύουνε με κάθε τρόπο να μας βοηθούν.
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Μηχανές και εφευρέσεις για συλλήψεις κι εκτελέσεις
ΧΟΡΟΣ : (τραγουδά) Μηχανές και εφευρέσεις για συλλήψεις κι εκτελέσεις (2)
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Κάνεις πρώτα το σταυρό σου γονατίζεις στο σκαμνί
ΧΩΡΙΚΟΣ Β’ : Βάζεις δώθε το λαιμό σου λευτερώνουν το σκοινί
ΧΟΡΟΣ : (τραγουδά) Και ως που να πεις τι θέλει, το κεφάλι στο βαρέλι (2)
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Κόψανε πολλούς στη Μάνη και στο βάλτου τα χωριά.
ΧΩΡΙΚΟΣ Β’ : Φωνακλάδες καπετάνιους πειναλέα κλεφτουριά
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Τώρα τη φτωχή Γρεκία κυβερνάει η Βαυαρία
ΧΟΡΟΣ : (τραγουδά) Τώρα τη φτωχή Γρεκία κυβερνάει η Βαυαρία (2)
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Τώρα πάνε για τα’ Ανάπλι και για τη Τριπολιτσά
ΧΩΡΙΚΟΣ Β’ : Όπου βγήκανε οι κλέφτες πολεμούν για λευτεριά
ΧΟΡΟΣ : (τραγουδά) Ζήτω η Ελευθερία – ζήτω η Ελευθεριά ! (2)
(γκιλοτίνα, στρατιώτες, χωρικοί και χορός αποχωρούν)
12. 3η Σεπτεμβρίου
ΡΩΜΙΟΣ : Δε μου λες. Τι είναι η 3η Σεπτεμβρίου ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Σιγά ! Οδός. Την οδός 3η Σεπτεμβρίου δε ξέρουμε ;
ΡΩΜΙΟΣ : Ορίστε ! Γιατί τη λένε 3η Σεπτεμβρίου ; Τι έγινε στις 3 του Σεπτέμβρη ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Γιορτάζει κανένας άγιος ;
ΡΩΜΙΟΣ : Όχι !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Καμιά αγία ;
ΡΩΜΙΟΣ : Ούτε !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Είναι θρησκευτική εορτή ;
ΡΩΜΙΟΣ : Μωρέ άμα ήτανε θρησκευτική γιορτή θα την ήξερες κι απ' το σχολειό σου
κι απ' τη μαμά σου.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Είναι τίποτα σαν εθνική εορτή ;
ΡΩΜΙΟΣ : Όχι σαν !
ΧΟΡΟΣ (τραγουδά)
Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες, γέροι και παιδιά,
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεριανούν μες τα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μανάδες, γέροι και παιδιά.
γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά,
σαν δε φωνάξεις, έβγα να το γράψεις
να μη σ’ ακούσουν τα σκυλιά,
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά,
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά
Ήταν στρατιώτες, καπεταναίοι λαϊκοί,
όρκο σταυρώσαν βάλαν στο σπαθί τους,
η λευτεριά να μη χαθεί,
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί,
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί.
Κι όπου φοβάται, φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό,
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν΄ ακούει απ’ το λαό.
Γη παιδεμένη, με σίδερο και με φωτιά,
για κοίτα ποιόν σου φέρανε καημένη,
να σ’ αφεντεύει από ψηλά, τα κρίματά σου είναι πολλά,
χτυπούν το σίδερο θεριέψαν τη φωτιά.
Καίει το φιτίλι ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν Βουλή Συνταχτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν Βουλή ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά.
Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες, γέροι και παιδιά,
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στο βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη μάνες, γέροι και παιδιά.
13. ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
(Στη σκηνή οι Μεγάλες Δυνάμεις συζητούν, ενώ πίσω τους ο Χορός κινείται με
αργές κινήσεις, γράφει συνθήματα και πανό, ετοιμάζει την κινητοποίησή του
διεκδικώντας «Σύνταγμα», «Ελευθερία», κλπ.)
ΑΓΓΛΙΑ : Να έχουν Σύνταγμα ή να μην έχουν ;
ΡΩΣΙΑ : Αφού δεν είχαν γιατί να έχουν ;
ΑΥΣΤΡΙΑ : Θα τους παρέσυραν αυτοί που έχουν ! (κοιτάζει απειλητικά προς τη
Γαλλία)
ΑΓΓΛΙΑ : Να αρκεστούν εις αυτά που έχουν !
ΓΑΛΛΙΑ : Δεν είναι και ώριμοι για να το έχουν !
ΡΩΣΙΑ : Είναι κι ανώριμοι για να το έχουν.
ΓΑΛΛΙΑ : Για το καλό τους ας μην το έχουν.
ΑΓΓΛΙΑ : Δεν επιτρέπεται να το έχουν.
ΑΥΣΤΡΙΑ : Αποφασίζουμε να μην το έχουν.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Να μην το έχουν.
ΑΓΓΛΙΑ : Αγγλία
ΓΑΛΛΙΑ : Γαλλία
ΑΥΣΤΡΙΑ : Αυστρία
ΡΩΣΙΑ : Ρωσία
ΑΓΓΛΙΑ : Κοσμοκρατία
ΓΑΛΛΙΑ : Κεφαλαιοκρατία
ΑΥΣΤΡΙΑ : Τρομοκρατία
ΡΩΣΙΑ : Τσαροκρατία
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Ιερά Συμμαχία
Και ... (τραγουδούν και χορεύουν)
Είμαστε τέσσερις δυνάμεις
Με καθήκοντα υψηλά
Η Ευρώπη να μην πάθει
από των μικρών τα λάθη
Τρα λα λα λα λα λα λα
ΑΓΓΛΙΑ : Και αν επιμένουν να το έχουν ;
ΓΑΛΛΙΑ : Και αν το έχουν χωρίς να το έχουν ;
ΑΥΣΤΡΙΑ : Τι εννοείτε έχουν - δεν έχουν ;
ΓΑΛΛΙΑ : Εάν νομίζουν ότι το έχουν και εις την ουσία δεν το έχουν !
ΑΓΓΛΙΑ : Αυτοί θα χαίρουν πως το έχουν και μεις θα ξέρουμε πως δεν το έχουν !
ΡΩΣΙΑ : Έτσι θα έχουν χωρίς να έχουν και δε θα έχουν ενώ θα έχουν.
ΑΥΣΤΡΙΑ :Αποφασίζουμε να έχουν.
ΓΑΛΛΙΑ : Εάν εμποδίσουμε να έχουν υπάρχει κίνδυνος να έχουν.
ΡΩΣΙΑ : Ο μόνος τρόπος να μην έχουν, είναι να αφήσουμε να έχουν.
ΑΓΓΛΙΑ : Παράδειγμα όσα δεν έχουν. Είναι όσα αφήσαμε να έχουν. (αποχωρούν
τραγουδώντας)
14. ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ
(Χορός και Μεγάλες Δυνάμεις αποχωρούν, ενώ στη σκηνή μένει ο Κολοκοτρώνης
ακίνητος, με το χέρι τεντωμένο σε στάση που θυμίζει το άγαλμα στη Σταδίου.
Ακούγεται δυνατή ροκ μουσική, ενώ μπροστά από το άγαλμα περνά το Ρωμιάκι με
γουόκμαν χορεύοντας. Όταν αρχίζει ο διάλογος, η μουσική σιγά – σιγά σταματά.)
ΑΓΑΛΜΑ : Ε, εσύ
(Το Ρωμιάκι ψάχνει να βρει ποιος μίλησε)
ΑΓΑΛΜΑ : Έει, εσένα μιλάω !
(Το Ρωμιάκι συνεχίζει να ψάχνει)
ΑΓΑΛΜΑ : Από δω γύρνα
(Το Ρωμιάκι καταλαβαίνει ότι το άγαλμα μιλάει και παγώνει)
ΑΓΑΛΜΑ : Θα μου κάνεις μια χάρη ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Αμ…αμ…η…ο…
ΑΓΑΛΜΑ : Κωφάλαλο είσαι βρε κακόμοιρο
ΡΩΜΙΑΚΙ : Οϊ …αϊ…ημ…
ΑΓΑΛΜΑ : Τότε γιατί δεν αποκρίνεσαι ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μι…μι…λάς ;
ΑΓΑΛΜΑ : Εγώ μιλώ, εσύ τι έχεις και δε μιλάς ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μπο-μπο…μπορείς ;
ΑΓΑΛΜΑ : Τώρα μπορώ ! Άλλοτε δεν μπορούσα…
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μα…μα…μα…είσαι…
ΑΓΑΛΜΑ : Δίκιο έχεις. Δε μοιάζω και πολύ έτσι που με καταντήσανε αλλά, αν με
καλοπροσέξεις εγώ είμαι …ο γερο – Κολοκοτρώνης. Το λοιπόν θα μου κάνεις μια χάρη
;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Τι…τι..τι χάρη ;
ΑΓΑΛΜΑ : Θα μου ξύσεις λίγο την πλάτη ; Έχω μια φαγούρα που μ’ έχει αλαλιάσει !…
ΡΩΜΙΑΚΙ : Την πλάτη ;
ΑΓΑΛΜΑ : Ναι μπράβο ! Έτσι που μου ‘βαλε τα χέρια αυτός ο μαγκούφης ούτε να
ξυστώ δεν μπορώ…
(Το Ρωμιάκι πάει από πίσω για να του ξύσει την πλάτη)
ΡΩΜΙΑΚΙ : Εδώ ;
ΑΓΑΛΜΑ : Ναι μπράβο….Αααααα…Ααααααα…Αααααααααααα. Την ευχή μου να έχεις.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Φτάνει ;
ΑΓΑΛΜΑ : Άντε ευχαριστώ κι άμα περνάς από δω να με θυμάσαι.
(Το Ρωμιάκι φεύγει έντρομο και πέφτει πάνω στο Ρωμιό που μπαίνει στη σκηνή
φουριόζος)
ΡΩΜΙΑΚΙ : Έλα γρήγορα (τον τραβάει)
ΡΩΜΙΟΣ : Τι τρέχει ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μιλάει…
ΡΩΜΙΟΣ : Ποιος μιλάει ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Δε με πιστεύεις ;
ΡΩΜΙΟΣ : Που με πας ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ο…το…(τον έχει φέρει κοντά στο άγαλμα)…Μιλάει !…
ΡΩΜΙΟΣ : (Ευχαριστημένος) Σοβαρά ; (απλώνει το χέρι ψηλά και κάνει χειραψία με
το άγαλμα) Τα σέβη μου στρατηγέ, τι μου κάνετε ;
ΑΓΑΛΜΑ : Καλώς τον. Εσύ τι μου κάνεις ;
ΡΩΜΙΟΣ : Ας τα λέμε καλά ! Τι νέα έχουμε ;
ΑΓΑΛΜΑ : Εγώ τι νέα να ‘χω. Κάθομαι εδώ και φιλοσοφώ.
ΡΩΜΙΑΚΙ : (Στο Ρωμιό) Σε ξέρει ;
ΡΩΜΙΟΣ : Είναι πολύ ωραία θέση εδώ. Είναι πέρασμα.
ΑΓΑΛΜΑ : Εκείνον τον Καραϊσκάκη τον κάνανε άγαλμα ;
ΡΩΜΙΟΣ : Νομίζω…
ΑΓΑΛΜΑ : Θα τον κάνανε δε μπορεί, όλους θα μας κάνουνε, δε θα τη γλιτώσει
κανένας μας.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Τον κάνανε, εγώ το ‘χω δει το άγαλμα.
ΑΓΑΛΜΑ : Εδώ κοντά είναι ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Δε θυμάμαι.
ΑΓΑΛΜΑ : Εσύ μου ‘ξυσες την πλάτη πρωτύτερα ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Να την ξαναξύσω ;
ΑΓΑΛΜΑ : Προς ώρας, μου κάνεις εσύ μια μικρή χάρη ;
ΡΩΜΙΟΣ : Όσες θέλεις.
ΑΓΑΛΜΑ : Να μου κατεβάσεις το χέρι. Έχω πιαστεί έτσι που μου το παλούκωσε αυτός
ο κερατάς.
ΡΩΜΙΟΣ : Ευχαρίστως. Μικρή, έλα εδώ. Θα του κατεβάσουμε το χέρι !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κύριε στρατηγέ συμφωνείτε που θέλει να σας κατεβάσει το χέρι ;
ΑΓΑΛΜΑ : Εγώ του το είπα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Άμα του το είπατε εσείς, εντάξει. Γιατί αυτός, εσείς δεν τον ξέρετε
καλά, όλο πρωτοβουλίες είναι. Ώσπου να βρούμε κανένα μπελά.
ΑΓΑΛΜΑ : Βρε Έλληνες, δυο είστε και διαφωνείτε ;
ΡΩΜΙΟΣ : Πιάσε γερά το στρατηγό από τη μέση και βάστα κόντρα.
(Αγκαλιάζει το άγαλμα από τη μέση)
ΡΩΜΙΑΚΙ : Καλά είναι έτσι ;
ΡΩΜΙΟΣ : Ωραία. Στρατηγέ, κατεβάζω.
ΑΓΑΛΜΑ : Δώσε του ! Κι άλλο ! Κι άλλο. Έλα λίγο ακόμα…Δόξα σοι ο Θεός ! (κουνάει
ευχαριστημένος το χέρι του για να το ξεμουδιάσει)
ΡΩΜΙΟΣ : Και το άλλο.
ΑΓΑΛΜΑ : Το ζερβό ;
ΡΩΜΙΟΣ : Μια και αρχίσαμε ; Τι ένα, τι δύο ! (Στο Ρωμιάκι) Ξαναπιάσε !
ΑΓΑΛΜΑ : Άντε μπράβο…
Το Ρωμιάκι ξαναπιάνει, ο Ρωμιός ετοιμάζεται να κινήσει το αριστερό χέρι.
ΡΩΜΙΟΣ : Στρατηγέ τραβάω !…
ΑΓΑΛΜΑ : Τράβα και μη σε νοιάζει ! …Πιο δυνατά!…Ακόμα…Ντιπ μου το ξέρανε ο
κερατάς!…Τράβα ! …Έτσι μπράβο. Κουνάει ευχαριστημένος και τα δυο του χέρια. Τι
ωραία που ‘ναι να έχεις τα χέρια σου λυτά !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Αυτός μου είπε ότι σας δικάσανε για προδοσία, αλήθεια είναι ;
ΑΓΑΛΜΑ : Το κρύβουνε ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Όχι, αλλά ως φαίνεται δεν το πολυλένε κιόλας !
ΑΓΑΛΜΑ : Ρεζιλίκια ! Για σκέψου να δεις…Εμένα με 45 χρόνους στον πόλεμο με
βγάνουν προδότη. Αλλά τέλος πάντων ειρήνη είχαμε, εχθρούς είχα, εξουσία ήτανε.
Το καταλαβαίνω. Αλλά το να μπορεί να δίνει χάρη στους γερόντους Πλαπούτα και
Κολοκοτρώνη, ένα σχολιαρούδι που ‘ρθε ψες από τη Μπαυαρία με διαλογή των ξένων
(ειρωνικά) «Όθων βασιλεύς των Ελλήνων», αυτό δεν το κατάπια ούτε
πεθαμένος…(γελάει) Βρε τι γέλιο κάνω πεθαμένος άνθρωπος, ο Θεός να με συγχωρέσει
!…
ΡΩΜΙΟΣ : Κι ύστερα…
ΑΓΑΛΜΑ : Και που λες, ύστερα μου κάνανε κι ένα γλέντι στο παλάτι για να με
τιμήσουνε…Με βάνει ο βασιλιάς να καθίσω πλάι του… Σε μια στιγμή, λέει του
διερμηνέα να με ρωτήσει : Ποια τιμή και ανταμοιβή θέλω κι ότι να ‘ναι θα μου τις
δώσει.
Τι θέλω ; Πες στα βιολιά να μου παίξουν ένα κλέφτικο. (Ακούγεται χαμηλόφωνα ένα
κλέφτικο τραγούδι)
Άντε πηγαίνετε τώρα γιατί έχω να ετοιμαστώ για αύριο. Αύριο ; Τι θα γίνει αύριο
;…
ΑΓΑΛΜΑ : Αύριο ξημερώνει πάλι 25 του Μάρτη…Θα ‘ρθουνε με στεφάνια και
τούμπανα…Εγώ θα ‘μαι εκεί πάνω σαν άγαλμα…Και σαν έρθει η στιγμή να βγει μπροστά
ο μαγκούφης που θα βγάλει το λόγο… «Στάσου»…θα του πω!… «Κάθε χρόνο το λόγο τον
εβγάνατε εσείς!…Φέτος θα τον βγάλουμε εμείς…(πάει μπροστά στη σκηνή και
απευθύνεται κατευθείαν στο κοινό)
…Για ακούτε βρε τωρινοί Έλληνες. Άμα σας φέρνουνε για παράδειγμα εμάς τους
πεθαμένους, μάθετε να ξεχωρίζετε με ποια πονηριά σας το λένε…Κι άμα σας λένε για
την ελευθεριά που πολεμήσαμε, να τη βλέπετε πρώτα αν έχει τέσσερα μάτια. Δυο
μπροστά για να βλέπει τον κατακτητή και δυο πίσω για να βλέπει εκείνον που θέλει
να φύγει ο κατακτητής, για να γίνει αφέντης αυτός. Προσέχετε Έλληνες, εμείς οι
παλιοί όσο ζούσαμε πολλά επικραθήκαμε κι αδικηθήκαμε…Κι αν θέτε στ’ αλήθεια να
τιμήσετε εμάς τους παλιούς, μη μας τηράτε πλέον. Κάμετε το δικό σας δρόμο, πάτε
μπροστά και αγωνιστείτε! Εμάς το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε και δε
μοιάζει με το δικό σας. Μη σας λένε πως εμείς αγράμματοι, μ’ ένα ξεροκόμματο και
με την πίστη στο Χριστό κάναμε θαύματα ! …Που ‘σαι ορέ Καραϊσκάκη να τα πεις
καλύτερα !… Εμείς επολεμήσαμε για να ‘χετε εσείς τα γράμματα και το ψωμί που δεν
είχαμε και να μη χρειάζεστε θάματα για να ζήσετε μια ζωή ανθρωπινή…Έι
Παπαφλέσσα, σήκω κι έλα βοήθα. Αφήστε το δικό μας αγώνα και κοιτάτε το δικό σας.
Εμείς τι άλλο να θέμε ;…Που είσαι Καραΐσκο !…Έμπα μπροστά γερό – Πλαπούτα…Άει
μπράβο παίξτε μας ένα τσάμικο…
(η μουσική δυναμώνει και ακούγεται η «Ιτιά» ή κάποιο άλλο τσάμικο και τρεις
τέσσερις κλέφτες βγαίνουν στη σκηνή και χορεύουν τσάμικο μαζί με τον Κολοκοτρώνη
και μετά αποχωρούν από τη σκηνή χορεύοντας. μαζί τους φεύγει κι ο Ρωμιός.)
15. ΕΠΙΝΙΚΙΑ
ΡΩΜΙΑΚΙ : Εκείνο λοιπόν τον καιρό, όπως σε κάθε δύσκολο καιρό, ήταν πολλοί
εκείνοι που βγήκαν απ’ το πετσί τους. Άνθρωποι που δεν τους έπιανε το μάτι σου,
παίρναν το βουνό μ’ ένα ντουφέκι στο χέρι. Με το τίποτα, ο Γιάννης, ο Τάσος, ο
Μανόλης, η Λένω, η Δέσπω, αυτή η σιωπηλή στρατιά, αυτοί οι ωραίοι δικοί μας,
σπρώχναν για καλά τον καιρό προς την ελευθερία και την ειρήνη. Για μια ελευθερία
που πριν έρθει φαινότανε τόσο πλατιά. Και για μια ειρήνη που ακόμα γι’ αυτήν
αγωνιζόμαστε.
(μπαίνει ξανά ο Ρωμιός)
ΡΩΜΙΟΣ : Σαν πολύ δεν ωρίμασες μέσα σε μια παράσταση ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Σ’ έχασα !
ΡΩΜΙΟΣ : Έχουμε δουλειές, πρέπει να πηγαίνουμε !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Πάρε με μαζί σου…
ΡΩΜΙΟΣ : Πάμε για δύσκολες δουλειές.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κυρίες και κύριοι, σε δυο λεπτά το έργο μας τελειώνει. Όμως δε θα σας
αφήσουμε να φύγετε πικραμένοι, όχι γιατί σας κάνουμε τη χάρη αλλά γιατί έτσι
γίνεται πάντα και στη ζωή. Πάει να πει στον τόπο μας, οι ρίζες μας είναι βαθιές,
το χώμα δικό μας, κόβω, κόβεις, κόβει, κόβουμε, κόβετε, κόβουν τα κλαριά μας,
τον κορμό μας, μα το χώμα ξαναφουσκώνει. Μια πράσινη φωνούλα ξαναβγαίνει και
φωνάζει «εδώ είμαι».
ΡΩΜΙΟΣ : Καταπιαστήκαμε με κάτι δύσκολο. Καλέσαμε την τρέλα για βοηθό αλλιώς δεν
τα βγάζαμε πέρα. τρέμαμε μ’ αυτό που αγγίζαμε και τρέμουμε ακόμα. Όμως αυτό που
θέλαμε ήταν να ‘ρθείτε στην παράστασή μας και να μη φύγετε αδιάφοροι. Να βρείτε
ψεγάδια να μας κρίνετε αλλά να μη φύγετε αδιάφοροι. Κι αν σας κακοκαρδίσαμε ή αν
σας κάναμε να γελάσετε με πράγματα που δεν έπρεπε, είναι γιατί διαλέξαμε το
φαρδύ το δρόμο. Εκεί που η ζωή είναι χύμα. Το αστείο, το σοβαρό, τα όσια και τα
ιερά, ο άγιος και ο θεομπαίχτης.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ο Δράκος είναι εκεί και θα ‘ναι κι αύριο και μεθαύριο. Ξερογλείφεται
τον βλέπετε ; Είδε πως σκότωσαν την παρέα του Καραγκιόζη και περιμένει να τους
φάει.
Όμως δεν θα τους φάει.
Κι ούτε τους σκότωσαν.
(σιγά - σιγά και με πολύ αργό ρυθμό ακούγεται μπάσος ήχος τύμπανου)
Αν δεν με πιστεύετε, βάλτε το αυτί σας στο χώμα και ακούστε… (ο ήχος δυναμώνει
και ο ρυθμός γίνεται πιο γρήγορος)
Η γη μας χτυπάει με ογδόντα σφυγμούς…(ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται πιο
γρήγορος)
Ωραίους σαν από παλιό τύμπανο…(ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο
γρήγορος)
Κάτι γίνεται…(ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο γρήγορος)
Κάτι γίνεται…(ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο γρήγορος)
Το τύμπανο σταματά απότομα και όλος ο θίασος μπαίνει στη σκηνή και τραγουδά
Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες, γέροι και παιδιά,
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεριανούν μες τα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μανάδες, γέροι και παιδιά.
Ήταν στρατιώτες, καπεταναίοι λαϊκοί,
όρκο σταυρώσαν βάλαν στο σπαθί τους,
η λευτεριά να μη χαθεί,
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί,
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί.
ΤΕΛΟΣ
[αρχή σελίδας]
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 25ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ
Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου
Εισήγηση της Βάσως Νικολάου, από τον Παιδαγωγικό
Όμιλο των Παρεμβάσεων Κινήσεων Συσπειρώσεων Π.Ε. στην ημερίδα που διοργάνωσε ο
Παιδαγωγικός Όμιλος στις 29/2/2003, με θέμα: "Ιστορία και σχολείο. Η περίπτωση
των εθνικών γιορτών"
Κάθε χρόνο γιορτάζεται με μεγάλη λαμπρότητα η επέτειος της 25ης Μαρτίου του
1821. Γιορτάζεται ένα ιστορικό γεγονός, αυτό της ελληνικής επανάστασης. Τι είναι
ιστορικό γεγονός και τι χαρακτήρας του δίνεται στο πέρασμα του χρόνου; Ξέρουμε
ότι ιστορία είναι η αφήγηση του παρελθόντος. Αφήγηση η οποία δεν μπορεί να είναι
ουδέτερη, αλλά προσδιορίζεται από κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές ανάγκες
του παρόντος. Έτσι το γεγονός παραμορφώνεται μέσα από την οπτική του παρόντος.
Η αφήγηση για ’21 δεν υπήρξε ποτέ μία και ενιαία. Οι επιζώντες πρωταγωνιστές της
επανάστασης θέλησαν να υποστηρίξουν το δίκιο τους, τη δική τους εκδοχή για τα
γεγονότα. Ο χαρακτήρας των απομνημονευμάτων των στρατιωτικών και των πολιτικών
ηγετών ήταν απολογητικός. Το ότι έγραφαν δηλώνει τη βαρύτητα που απέδιδαν στη
διατήρηση της μνήμης του γεγονότος. Έπρεπε πολλά να αποσιωπηθούν, όπως φόβοι,
διλήμματα, ιδιοτέλειες, ανθρώπινες στάσεις. Αυτά δεν είχαν θέση σε ένα
νεοσύστατο κράτος που επιχειρούσε να αναπτύξει την εθνική συνείδηση. Γι’ αυτό
έπρεπε να υποβαθμιστούν, να παραχαραχτούν γεγονότα όπως ο εμφύλιος στη διάρκεια
της επανάστασης. Και δημιουργήθηκε μια ιστορία επική, που φιλοδοξούσε να διδάξει
μέσα από ηρωικά πρότυπα.
Και αφού λοιπόν «η ιστορία δεν είναι προγονικές μνήμες ή συλλογική παράδοση,
είναι αυτά που οι άνθρωποι έμαθαν από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους
συγγραφείς ιστορικών βιβλίων…», όπως λέει ο Χομπσμπάουμ, το ελληνικό σχολείο
έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί όχι τη συστηματική ιστορική γνώση αλλά μια
χειραγωγημένη και παραμορφωτική συλλογική μνήμη. Το μάθημα της Ιστορίας δεν
είναι το μόνο που συμβάλλει στην κατεύθυνση αυτή. Οι εθνικές γιορτές, οι
επέτειοι, γίνονται για να μην «ξεχάσουμε», να θυμόμαστε πάντα, να είμαστε όλοι
«εμείς». «Η μνήμη συνιστά στοιχείο ταυτότητας», γράφει η Αβδελά. «Οι κοινές
μνήμες που μοιραζόμαστε με άλλους ανθρώπους σφυρηλατούν στενούς δεσμούς μαζί
τους, την αίσθηση της κοινής μοίρας. Η επίκληση της κοινής μνήμης γίνεται πιο
επιτακτική όσο τα μέλη της ομάδας νιώθουν ότι απειλούνται να χάσουν τα
χαρακτηριστικά εκείνα που προσδιορίζουν τη συλλογική τους ιδιαιτερότητα».
Μέσα στο σχολείο περισσότερο, αλλά και έξω, οι «μεγάλοι άνδρες», οι αγωνιστές
της ελληνικής επανάστασης, οι ήρωες, συνθέτουν την εθνική ιστορική μνήμη. Όλοι
αυτοί οι ήρωες κοσμούν τις σχολικές αίθουσες στη γιορτή, πλάι στη θρησκευτική
εικόνα και το χάρτη της Ελλάδας. Σ΄ αυτή τη γιορτή η ιστορία έρχεται στο
προσκήνιο και μεταφράζεται - ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους. Ο
εκπαιδευτικός στο σχολείο την ερμηνεύει ανάλογα τα βιώματά του, τις πεποιθήσεις
του περί εθνικού κράτους, τη στάση του εν γένει απέναντι στον «άλλο» τον
«εχθρό». Από την άλλη μεριά η πολιτεία με πανηγυρικούς, παρελάσεις,
σημαιοστολισμούς, καταθέσεις στεφάνων, μηνύματα, δίνει στη γιορτή την εκδοχή της
μιας και μοναδικής αντίληψης του ιστορικού παρελθόντος.
Από τα μαθητικά μας χρόνια όλοι όσοι βρισκόμαστε σε αυτή την αίθουσα έχουμε
βιώσει και θυμόμαστε τα ποιήματα, τα τραγούδια, τα σκέτς στα οποία πήραμε μέρος
και την υπερηφάνεια που αισθάνονταν οι γονείς μας όταν κρατούσαμε την ελληνική
σημαία ή απαγγέλλαμε ποιήματα πατριωτικά.
Ας δούμε μέσα από μια μικρή έρευνα τάξης, σήμερα, τι ξέρουν τα παιδιά πριν τον
εορτασμό της 25ης Μαρτίου, τι τους έκανε εντύπωση στη γιορτή του σχολείου, και
ποια τα συναισθήματά τους μετά τη γιορτή.
Να τι λένε πριν: «Έχουμε την ελευθέρωση από τους Τούρκους το 1821. Μέσα στη
φυλακή είχαμε καθίσει 400 χρόνια», «Εγώ ξέρω ότι οι Τούρκοι πολέμησαν τους
Έλληνες και οι Έλληνες νίκησαν», « Στον πόλεμο αυτό στρατηγός ήταν ο
Κολοκοτρώνης», « Οι ήρωες του πολέμου ήταν ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος, ο
Παπαφλέσσας», «Οι Τούρκοι στο τέλος έκοψαν το κεφάλι του Παπαφλέσσα»
Πώς περιγράφουν τη γιορτή: «Στη γιορτή άκουσα και είδα για τους ήρωες τον
Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη και τη Μπουμπουλίνα.», «είδαμε σλάιτς για τον πόλεμο
και την απελευθέρωση», «εμένα μου έκαναν εντύπωση οι εικόνες στον τοίχο με τους
ήρωες», «Όλα τα παιδιά τραγουδήσαμε τον Εθνικό Ύμνο», «πριν μπούμε μέσα στην
αίθουσα τα παιδιά πήραν πρώτα τη σημαία»
Τα συναισθήματα μετά τη γιορτή: «Εγώ αισθάνομαι λυπημένος γιατί μπορεί να γίνει
πόλεμος και να σκοτωθεί πολύς κόσμος», «Εγώ θα ένιωθα χαρούμενη που νίκησε η
Ελλάδα αλλά θα ένιωθα και λύπη γι αυτούς που σκοτώθηκαν μέσα σε 9 χρόνια. Μακάρι
να ήμουν εκεί να τους βοηθήσω», «Εμένα όταν μου λένε ότι θα είναι η 25η Μαρτίου
αισθάνομαι πολύ χαρούμενη γιατί θα σηκώσω την Ελληνική σημαία», «Όταν ακούω για
πόλεμο αισθάνομαι φόβο, ανατριχίλα και άλλα. Λυπάμαι όταν σκέφτομαι ότι στον
πόλεμο έχουν πεθάνει πολλοί άνθρωπο», «Εγώ όταν ακούω για την 25η Μαρτίου του
1821 αισθάνομαι ότι ήμουν αρχηγός της Ελλάδας και πήγα με τα κλεφτόπουλα στον
πόλεμο και νικήσαμε τους Τούρκους . Εγώ αισθανόμουν χαρούμενος γιατί νικήσαμε
αλλά κάποιοι σκοτώθηκαν και λυπόμουνα λίγο. Και μετά πήγαμε και τους φτιάξαμε
μνημεία σ΄αυτούς που πέθαναν», «Εγώ όταν ακούω για την 25η Μαρτίου αισθάνομαι
φόβο, γιατί μπορεί να γίνει πόλεμος, γιατί στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι
από άλλες χώρες»
Τι μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο για την Ιστορία μέσα από τη γιορτή της 25ης
Μαρτίου; Όπως ακούσαμε όλα τα παιδιά μίλησαν για ήρωες, σημαία, τραγούδια,
σφαγές, γενναίους. Πόσα όμως από αυτά που τα παιδιά μαθαίνουν για την ιστορία
και την επανάσταση είναι αλήθεια και πόσα από αυτά είναι μυθεύματα;
Η ελληνική επανάσταση ήταν, ανάμεσα στα άλλα, ένα γεγονός συλλογικής
αυτοεπιβεβαίωσης.
Την ίδια περίοδο, οι δύο βασικές επιστήμες με αντικείμενο την έρευνα του
παρελθόντος, η ιστορία και η λαογραφία, συγκροτήθηκαν ως βασικοί "στυλοβάτες"
της εθνικής ιδεολογίας –όπως συνέβη άλλωστε σε όλους τους ευρωπαϊκούς
εθνικισμούς κατά τον 19ο αιώνα–, υπηρετώντας βασικές εγγενείς ανάγκες της: την
"παλαιότητα" αλλά και τη "συνέχεια" του έθνους δια μέσου των αιώνων, την
"ενότητα της φυλής" στο χώρο και στο χρόνο, την ορθοδοξία ως βασική διάσταση της
εθνικής ταυτότητας ή το ιδεολόγημα του "ελληνοχριστιανικού πολιτισμού". Το
ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του θα εφεύρει σύμβολα που θα ισχυροποιήσουν την
ενοποίησή του.
Επιπλέον, στις πρώτες δεκαετίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, η κατασκευή
των εθνικών μύθων, ο εξωραϊσμός του ρόλου της Εκκλησίας και η ανάπτυξη και
εμπέδωση της Μεγάλης Ιδέας, συντέλεσαν μεταξύ άλλων στην πειθάρχηση του
κοινωνικού σώματος και στη μετατόπιση των λαϊκών προσδοκιών και οραμάτων, από το
εσωτερικό, όπου κυριαρχούσαν τα αιτήματα για αναδιανομή της γης, αποκατάσταση
των αγωνιστών και Σύνταγμα, στο εξωτερικό, στις περιοχές που «όφειλαν να
απελευθερώσουν ή να διεκδικήσουν».
Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο και ανάγκες δημιουργήθηκαν μύθοι που ανάλογα με
την εποχή διαφοροποιούνταν.
Ας δούμε μερικούς από τους πιο χαρακτηριστικούς αυτούς μύθους.
Το κρυφό σχολειό
Όπως γράφει ο Παναγιώτης Στάθης, ιστορικός :
«Το “κρυφό σχολειό“ αποτελεί έναν από τους πιο γοητευτικούς και συνάμα και
από τους πιο ανθεκτικούς και πιο διαδεδομένους μύθους της εθνικής μας ιστορίας.
Τα τελευταία χρόνια εκδόθηκαν δύο πολύ καλές μελέτες που συγκλίνουν στις βασικές
τους θέσεις και οι οποίες αφενός αποδεικνύουν την ανυπαρξία παρόμοιου θεσμού την
εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, αφετέρου διερευνούν τους όρους δημιουργίας και
κατίσχυσης του μύθου στον μετεπαναστατικό 19ο αιώνα. Η διερεύνηση, άλλωστε,
αυτής της διαδρομής συνιστά ίσως τον αποτελεσματικότερο τρόπο κατάδειξης της
ανυπαρξίας κρυφού σχολειού. Αναφέρομαι στο βιβλίο του Άλκη Αγγέλου Το κρυφό
σχολειό, χρονικό ενός μύθου, που εκδόθηκε στα 1997 και στο άρθρο του Αλέξη
Πολίτη «Φεγγαράκι μου λαμπρό …» το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του
συγγραφέα Το μυθολογικό κενό που εκδόθηκε το 2000. Και τα δύο αποτελούν
επεξεργασμένες και εμπλουτισμένες διατυπώσεις παλαιότερων θέσεων των συγγραφέων
που είχαν δει το φως η μεν του Αγγέλου στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (τ.
ΙΑ΄) της Εκδοτικής Αθηνών στα 1974, η δε του Πολίτη στα 1994 στην εφημερίδα
Αυγή. Η κριτική που άσκησε ο Αγγέλου, όσο και άλλοι ερευνητές στο μύθο ήδη από
τη μεταπολεμική περίοδο καθώς και το ανανεωτικό πνεύμα που επικράτησε στα
σχολικά εγχειρίδια από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 είχαν ως αποτέλεσμα τη
σταδιακή απάλειψη της αναφοράς του τόσο από τα αναλυτικά προγράμματα όσο και από
το σύνολο σχεδόν των σχολικών εγχειριδίων της μέσης και πρωτοβάθμιας
εκπαίδευσης. Ωστόσο ο μύθος φαίνεται να ανθίσταται αν όχι και να επεκτείνει τη
διάδοση του».
Η Αγία Λαύρα
Γιατί αλήθεια επικράτησε να γιορτάζεται την 25η Μαρτίου αυτή η επέτειος;
Από νωρίς η έρευνα, οι ιστορικοί, απέδειξαν ότι η έναρξη της επανάστασης δεν
συμπίπτει με την 25η Μάρτη και μάλιστα στη Αγία Λαύρα. Δυο λόγοι ήταν κυρίως που
καθιερώθηκε η 25η Μάρτη και μάλιστα το1838 να γιορτάζεται τότε. Ο πρώτος λόγος
ήταν ο ψευδής ισχυρισμός ότι τότε και από εκεί ξεκίνησε η ελλ. επαν. Ο δεύτερος
λόγος ήταν ο γιορτασμός του Ευαγγελισμού. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο όπως γράφει
ο Βασίλης Κρεμμυδάς μια γαλλική εφημερίδα της εποχής δημοσίευε ένα κείμενο του
Π.Π.Γερμανού στο οποίο τονίζεται η θρησκευτικότητα του ξεσηκωμού των Ελλήνων, το
οποίο υποτίθεται έγινε ενώπιον του κλήρου και πιστών σε έναν ιερό τόπο και σε
μια χρονική στιγμή που κανείς άλλος δεν είχε κηρύξει την επανάσταση. Η
δημοσίευση αυτού του κειμένου στη γαλλική εφημερίδα εξυπηρετούσε τον Π.Π.Γερμανό
και διευκόλυνε τις πολιτικές του επιδιώξεις. Από την άλλη η Γαλλία θα αποκόμιζε
κι αυτή τα οφέλη της αφού η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη θα πληροφορούνταν ότι ο
Π.Π.Γερμανός ήταν «δικός τους».
Το κείμενο αυτό μιας ομιλίας που δεν έγινε αμφισβητείται γιατί περιείχε σχεδόν
αποκλειστικά αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη. Δεν έμοιαζε δηλ με τις
προκηρύξεις των Ελλήνων που καλούνταν για γενικό ξεσηκωμό. Οι πρωταγωνιστές
αυτής της υπόθεσης, το γαλλικό προξενείο Πατρών και ο Π.Π.Γερμανός βρίσκονταν σε
μειονεκτική θέση ως προς τις νέες σχέσεις που διαμορφώνονταν. Η γαλλική εμπορική
παρουσία στην περιοχή είχε εξασθενίσει και ο Π.Π.Γερμανός δεν θα είχε
πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν. Από όλες τις δυνατές
ημερομηνίες για τον εορτασμό της ελλην. επαν. είχε επιλεγεί από το 1838 εκείνη
της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα, είτε της 24ηε Φεβρουαρίου που εκδηλώθηκε
το κίνημα του Υψηλάντη είτε της 23ης Μαρτίου όταν ξεσπά η επαναστατική δράση
στην Πελοπόννησο. Δεν είναι τυχαία η τελική επιλογή της 25ης Μάρτη και μάλιστα
από τη Μονή της Αγίας Λαύρας. Ο ρόλος της εκκλησίας σε όλη τη διάρκεια της
επανάστασης ήταν καθοριστικός. Η σύνδεση του εθνικού αγώνα με την εκκλησία
αποτέλεσε τη βάση σύνδεσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Έτσι, ο Κωλέτης στα
χρόνια του Όθωνα προτείνει ο εορτασμός να γίνεται την 25η Μάρτη με το εποχείρημα
ότι οι καλόγεροι του Μεγάλου Σπηλαίου είχαν προφητέψει τη μέρα αυτή ως μέρα
απελευθέρωσης του γένους.
Κάθε μύθος χρειάζεται το σύμβολό του για να καθιερωθεί στην ιστορική μνήμη και
συνείδηση. Το κρυφό σχολειό καθιερώθηκε στη μνήμη από το ρασοφόρο δάσκαλο - παπά
και γύρω του παιδιά, επίσης ο Πίνακας του Γύζη έπαιξε ρόλο όπως και η σύνδεσή
του με το γνωστό τραγουδάκι φεγγαράκι μου λαμπρό. Πώς να ξεχαστεί ο μύθος όταν
πριν από λίγα χρόνια ήταν τυπωμένο στα διακοσάδραχμα.το 1996. Από τη μια μεριά
ήταν ο Ρήγας Φεραίος κι από την άλλη ο πίνακας του Γύζη. . Επιπλέον τυπώθηκε σε
γραμματόσημο που κυκλοφόρησε το 1971 με την ευκαιρία της επετείου των 150 χρόνων
από την επανάσταση του 1821• Μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ότι το κρυφό σχολειό
συνιστούσε έκφραση της επίσημης κρατικής ιδεολογίας πολλά χρόνια μετά την
επιστημονική κατάδειξη του μυθικού του χαρακτήρα.
Η Αγία Λαύρα είχε κι αυτή το δικό της λάβαρο-σύμβολο.
Πώς όμως αυτά τα σύμβολα χρησιμοποιούνται ακόμα σήμερα με διάφορες αφορμές ;
Το έργο του Γύζη έχει μεγαλώσει γενιές μαθητών κι έχει μετουσιωθεί στη συνείδησή
τους από καλλιτεχνική αναπαράσταση σε ιστορική μαρτυρία.
Ας δούμε μαζί μερικές χρήσιμες επισημάνσεις γι’ αυτούς τους μύθους.
Ο Μπαμπινιώτης σε ένα συνέδριο το 1996 με θέμα «Ορθοδοξία και Παιδεία» θύμισε
στους συνέδρους ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε μαχητικό κομμάτι του ελληνικού
έθνους και πέρα για πέρα προοδευτικό, άλλοτε αγωνιζόμενη για το φωτισμό του
Γένους με το κρυφό σχολειό, άλλοτε μαχόμενη εναντίον του προσηλυτισμού και της
ξένης θρησκευτικής προπαγάνδας.»
Ο Εμφιετζόγλου όταν δημοπρατήθηκε ο πίνακας του Γύζη και τον απέκτησε, έκανε την
εξής δήλωση: «Η αγάπη για την τέχνη δεν έχει καμία σχέση με αυτή την κίνηση. Το
κρυφό σχολειό είναι κομμάτι της ιστορίας της πατρίδας μας. Και είναι κάτι που θα
θυμίσει σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Ότι πάνω από τα ταπεινά υπάρχουν
ιδανικά για τα οποία πολέμησαν, περήφανα, οι πατέρες μας.»
Η κ. Κατερίνα Δασκαλάκη νοσταλγούσε το 1993 το κακοτυπωμένο ασπρόμαυρο κρυφό
σχολειό του σχολικού της βιβλίου και συμπληρώνει: «της ελληνικής πολιτείας δεν
της περισσεύουν χρήματα από τις προεκλογικές καμπάνιες για να αγοράσει το
πίνακα, δεν της περισσεύουν για να κρατήσει ένα θησαυρό και να τον δείχνει στα
παιδιά της : μη σκιάζεστε στα σκότη»
Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πολλές φορές έχει χρησιμοποιήσει τους μύθους και τα
σύμβολα για να τονώσει το θρησκευτικό ιδεώδες. Θυμηθείτε στο θέμα της αναγραφής
ή όχι του θρησκεύματος στις ταυτότητες ο Χριστόδουλος είχε κατέβει στο Σύνταγμα
με το λάβαρο της Αγίας Λαύρας. Να μας θυμίσει τι άραγε; Ή πάλι απ τον πανηγυρικό
του Χριστόδουλου για την 25η Μαρτίου 2002, «αντλώντας δύναμη από το Γένος των
Ελλήνων που είχε την αποκλειστική υποστήριξη του Χριστού με τη μεσολάβηση της
Θεοτόκου στον αγώνα εναντίον των άθεων Αγαρηνών»…
Λίγο καιρό μετά την κρίση στα Ίμια ο Γιώργος Καψάλης διατύπωνε την πρόθεσή του
να γιορτάσει την επέτειο της 25ης Μαρτίου στις βραχονησίδες Ίμια. Είχε κάνει
αίτηση στο λιμεναρχείο ζητώντας κάθε νόμιμη διευκόλυνση και προστασία , η
εκδήλωση προφανώς δεν πραγματοποιήθηκε.
Ένας μύθος δύσκολα φεύγει από τη μνήμη όταν γύρω του πολλά τον θυμίζουν.
Ψάχνοντας στο internet υλικό γι αυτή την εκδήλωση και πληκτρολογώντας τη
λέξη κρυφό σχολειό βρήκαμε αμέτρητες ιστοσελίδες με τίτλους τοπικών συλλόγων,
εντύπων με αυτή την επωνυμία, τραγούδια, εκκλησιαστικούς λόγους, μουσειακές
αναπαραστάσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας που καλούν τους πολίτες να τα
επισκεφτούν. Επίσης σε πολλά παιδικά ιστορικά μυθιστορήματα γίνεται αναφορά στο
κρυφό σχολειό. Η Παιδική Σκηνή του Θεάτρου Μπροντγουαίη του Βασίλη Πλατάκη έχει
επίσης ανεβάσει στο παρελθόν την παράσταση Το Κρυφό Σχολειό. Έχουν γραφεί ακόμη
αρκετά θεατρικά σκετς και ποιήματα που παρουσιάζονται στις σχολικές εθνικές
γιορτές. Αναφέρω για παράδειγμα το θεατρικό σκετς Το κρυφό σχολειό του Γιάννη
Σμυρνιωτάκη το οποίο μάλιστα χρονολογεί τη λειτουργία του κρυφού σχολειού μετά
τον Ρήγα Φεραίο, το θεατρικό έργο Το φως του λυχναριού, και το ποίημα Κρυφό
Σχολειό. Αν κρίνω από τα προγράμματα των σχολικών εορτών για την 25η Μαρτίου που
κυκλοφορούν σήμερα στο διαδίκτυο, σπάνια απουσιάζει κάποιο σκετς ή ποίημα για το
κρυφό σχολειό.
Ας σημειωθεί ότι σε όλες τις εικαστικές αλλά και τις λογοτεχνικές αναπαραστάσεις
ακολουθείται το πρότυπο του πίνακα του Νικολάου Γύζη, ο οποίος άλλωστε έχει
καθορίσει την κυρίαρχη εικόνα του κρυφού σχολειού τόσο με την εκφραστική δύναμη
του όσο και με την πολλαπλή αναπαραγωγή του σε σχολικές και άλλες εκδόσεις
Ακόμα και σήμερα η επίσημη – κυρίαρχη ιστορική καταγραφή της επανάστασης του ’21
και πολύ περισσότερο η σχολική εκδοχή της, συνεχίζει να κινείται στα όρια
ιστορικού και μυθικού. Τα κύρια στοιχεία αυτού του «συστήματος ιδεών» είναι τα
παρακάτω :
1ον : Η εμφάνιση του έθνους ως κοινότητα που υπάρχει και υπήρχε στο διηνεκές και
απλά η επανάσταση του ’21 αποτέλεσε την «αφύπνισή του». Η σχολική ιστορία
κυριαρχείται από αυτή την αντίληψη όταν από την Δ’ Δημοτικού ακόμα αναφέρει τους
Δωριείς ως «ελληνικά φύλα που ήρθαν από το βορά».
2ον : Η αποστέωση της επανάστασης του ’21 από την επαναστατικότητά της, ο
εξοστρακισμός του κοινωνικού στοιχείου, η υποβάθμιση της επιρροής του
Διαφωτισμού και της γαλλικής επανάστασης και η αποσιώπηση των εσωτερικών
κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων που οδήγησαν στη Βαυαροκρατία, στην
περιθωριοποίηση των αγωνιστών του ’21 και στη νέα υποταγή των αγροτικών και
λαϊκών στρωμάτων.
3ον : Ο εξωραϊσμός του «εθνικού» ρόλου της Εκκλησίας και η ανάδειξη της
ορθοδοξίας ως βασικής διάστασης της εθνικής ταυτότητας.
Το ελληνικό σχολείο είναι λοιπον ακόμα παγιδευμένο στην εθνικιστική αντίληψη του
19ου αιώνα, δηλ. στους εθνικούς μύθους που νομιμοποιούν τη διεκδίκηση εδαφών και
προετοιμάζουν τους επεκτατικούς πολέμους. Η ιστορία του σχολείου είναι σε μεγάλο
ποσοστό μυθολογία που αποσιωπά τη νεωτερική διάσταση της έννοιας έθνος και τη
δημιουργία των εθνών, εμφανίζει το ελληνικό έθνος σαν οντότητα περίπου αιώνια
και περίπου φυσική που την ενώνουν δεσμοί αίματος, σαν μια οικογένεια με απόλυτη
πάντα ομοιογένεια, ανεπηρέαστη πολιτισμικά από τα κοινωνικά γενόμενα και την
πορεία της ιστορίας στη μακρά διάρκεια. Η ιστορία του σχολείου αποδίδει σε
«εμάς» τους Έλληνες μόνο δίκαια ενώ στους «άλλους» αποδίδει άλλοτε άδικα και
άλλοτε «συμφέροντα», αποδίδει επίσης όλα τα επιτεύγματα και τις πολεμικές νίκες
στα χαρίσματα και στον ηρωισμό των Ελλήνων, ενώ αποδίδει όλα τα λάθη και τις
πολεμικές ήττες στην αγριότητα των εχθρών και την αδιαφορία των συμμάχων,
εμφανίζοντας έτσι την ηγεσία του ελληνικού κράτους απολύτως ανεύθυνη για τις
ήττες και τις καταστροφές. Η ιστορία του σχολείου εμφανίζει σαν απελευθερωτικούς
όλους τους πολέμους του ελληνικού κράτους και άρα εμφανίζει σαν αμυντική την
επεκτατική πολιτική άλλων εποχών.
Από αυτή την οπτική γωνία, του εγκλωβισμού του σχολείου στα εθνικιστικά πρότυπα
προηγούμενων δεκαετιών, αξίζει τον κόπο να επανεξετάσουμε και ένα ακόμα ζήτημα :
τις μαθητικές παρελάσεις.
Ο θεσμός των παρελάσεων καθιερώθηκε από το Μεταξά επίσημα, μαζί στρατιωτική και
μαθητική το 1936. Οι μαθητές παρελαύνουν μπροστά από το Μεταξά και το βασιλιά
κλείνοντας την κεφαλή επί δεξιά. Ομοιόμορφα ντυμένοι παρατεταγμένοι σα
στρατιώτες υψώνουν το ανάστημά τους και υποκλίνονται στην εξουσία- το κράτος.
Σήμερα επιπλέον, γίνεται μεγάλη συζήτηση στις παραμονές των εθνικών γιορτών για
το ποιος θα κρατάει τη σημαία στις παρελάσεις. «Όποιος κρατάει τη σημαία πρέπει
να είναι έτοιμος να σκοτώσει και να σκοτωθεί για την πατρίδα» ισχυριζόταν ο
Παπαθεμελής πρόσφατα. Πράγματι, αν το σχολείο έχει σαν στόχο να προετοιμάζει
στρατιώτες «έτοιμους να θυσιαστούν για την πατρίδα», τότε οι μαθητές έχει νόημα
να παρελαύνουν με στρατιωτικά εμβατήρια κρατώντας μόνο Έλληνες τη σημαία. Οι
μεταξικές παρελάσεις είχαν πρότυπα ναζιστικά και στόχο να προετοιμάζουν
σιδερένιους στρατούς. Σήμερα γιατί γίνονται παρελάσεις; Γιατί οι αντιδράσεις
περιορίζονται στην απαίτηση «να παρελάσει και η εθνική αντίσταση» ή στο
«δικαίωμα των μεταναστών να κρατούν τη σημαία» ; Γιατί ως εκπαιδευτικοί δεν
αντιδρούμε στις παρελάσεις παρά μεμονωμένα, όπως στην περίπτωση της συναδέλφου
Φρατζέσκας Ρωμάνου η οποία διώχτηκε από την υπηρεσία για την επιλογή της;
Κλείνοντας ας γυρίσουμε πάλι στα βιβλία Ιστορίας. Η απάλειψη των μύθων από τα
βιβλία όπως διαπιστώσαμε δεν είναι επαρκής. Οι μύθοι και τα σύμβολα κυριαρχούν
και θα κυριαρχούν στα βιβλία της ιστορίας κάθε που το κράτος θα τα χρησιμοποιεί
για «εθνικούς, πατριωτικούς, θρησκευτικούς λόγους διαπαιδαγώγησης». Στα υπό
κατασκευή καινούρια βιβλία ιστορίας διαβάζουμε εισαγωγικά για τους στόχους της
διδασκαλίας της ιστορίας : « Να αποκτήσουν εθνική συνείδηση και αγάπη για τη
χώρα τους», και ειδικότερα στη ΣΤ΄τάξη για την ελληνική επανάσταση και για το
θέμα που μας απασχόλησε σήμερα: «να γνωρίσουν τις συνθήκες λειτουργίας των
σχολείων την εποχή της σκλαβιάς και τους παράγοντες που οδήγησαν στην
προοδευτική ανάπτυξή τους».
Το ότι μιλούμε σήμερα για μύθους είναι μεγάλο βήμα, ένα βήμα όμως μετέωρο.
Άλλωστε, η σχέση που τα παιδιά διαμορφώνουν με την ιστορία εντάσσεται στην
ευρύτερη στάση που η κοινωνία επιφυλάσσει στην ιστορική γνώση. Αν δεχτούμε ότι
κάθε στάση απέναντι στην ιστορική γνώση, κάθε σκέψη γι’ αυτήν, αποπνέουν το
κλίμα της εποχής τους, χρειάζεται να εκτιμήσουμε ότι οι ανάγκες των κυρίαρχων
του σήμερα διαφοροποιούνται από τις ιδεολογικές αποσκευές των εθνικών επετείων
και τη συνακόλουθη μυθολογία τους και αναζητούν μια νέα μυθολογική ανασύνθεση
του παρελθόντος. Πολύ περισσότερο που αυτές οι «ανάγκες» αντιστοιχούν,
διαχέονται και ανακλώνται σε διαφορετικά, ακόμα και σε αντίπαλα ρεύματα,
προκαλώντας αντιφάσεις και συγκρούσεις. Τα προτάγματα της «Ισχυρής Ελλάδας», της
«Ολυμπιακής Ιδέας» και της «ευρωπαϊκής προοπτικής στα ευρύτερα πλαίσια της
παγκοσμιοποίησης», συνυπάρχουν με τις στρατιωτικές αποστολές κατά των «βαρβάρων
του μουσουλμανικού τόξου», με την ξενοφοβία και το ρατσισμό. Όπως έχει εύστοχα
διατυπωθεί, «υπάρχει, μια κυρίαρχη Δημόσια ιστορία, συγκάτοικος του
τεχνοκρατισμού και της αναπαραγωγής στερεοτύπων που διοχετεύονται από τα ΜΜΕ,
τον διαφημιστικό και τον πολιτικό λόγο, τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα. Μια
Δημόσια ιστορία που επιστρατεύεται και λατρεύεται ως «κληρονομιά» για να
επενδύσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες ή την υπεράσπιση των “εθνικών θεμάτων”.» (Δ.Λαμπροπούλου)
Αυτές και άλλες σύγχρονες σταυροφορίες και επιδιώξεις, διαμορφώνουν τη βάση της
ανάπτυξης, σύγκρουσης και συνύπαρξης των κοσμοπολίτικων και εθνικιστικών εκδοχών
αυτής της Δημόσιας Ιστορίας. Έτσι, είναι πολύ πιθανό, στο επόμενο διάστημα, η
υποβάθμιση ή και εξαφάνιση του ιστορικού ρόλου των κοινωνικών, ταξικών, εθνικών
και όποιων άλλων διαχωριστικών γραμμών, να συνυπάρχει με τις εθνικιστικές
εξάρσεις, τις παρελάσεις και την αναπαραγωγή της μυθολογίας του 19ου αιώνα.
Άλλωστε, το πρόσφατο παράδειγμα της λογοκρισίας της αναφοράς σχολικού βιβλίου
της ιστορίας στο ρόλο της ΕΟΚΑ Β’, λογοκρισία την οποία επέβαλλε ο Υπουργός
Παιδείας κ. Ευθυμίου με δήλωσή του, αποδεικνύει, ότι η ιστορική καταγραφή και
αφήγηση δεν καθορίζεται από το επιστημονικό κριτήριο, αλλά από τις ανάγκες και
τις ισορροπίες της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας.
«Στο κλίμα της εποχής, ευδοκιμεί η υποταγή σ’ ένα παρόν που θεωρείται αυτονόητο
και δεδομένο, ενώ συγχρόνως εκχερσώνονται τα ερωτήματα που υπονομεύουν αυτή την
εικόνα. Όμως η στάση απέναντι στο παρελθόν, η περιέργεια για τη γνώση του
εξαρτώνται από τέτοια ακριβώς ερωτήματα. Αν δεχτούμε ότι η άγνοια του
παρελθόντος δεν προκαλεί μόνο συγχύσεις στη γνώση του παρόντος αλλά και
υπονομεύει κάθε δυνατότητα δράσης στο παρόν, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε αν η
ιστορική γνώση των μαθητών συμβάλλει στην ανάληψη τέτοιας δράσης. Αν τους βοηθά
να γίνουν εξερευνητές του ζωντανού κόσμου . Αν, με άλλα λόγια, η γνώση τους για
την ιστορία αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη της κριτικής τους συνείδησης
και πρακτικής». (Δήμητρα Λαμπροπούλου, Η κυρίαρχη ιδεολογία το μεγαλύτερο
μαργαριτάρι, εφημερίδα Πριν, 20/7/2003)
Η λειτουργία της μνήμης δεν είναι να δοξάζει το παρελθόν. Είναι να βοηθά να
φανταστούμε το μέλλον. Η διδασκόμενη ιστορία πρέπει να κάνει δημόσιες,
διαθέσιμες τις αλήθειες που απειλούνται ή αποσιωπώνται. Η ανάδειξη της
κοινωνικής βάσης των συγκρούσεων αλλά και όλων των διαχωριστικών γραμμών που
τέμνουν και καθορίζουν τα ιστορικά γεγονότα, η ερμηνεία της ήττας των
απελευθερωτικών σκιρτημάτων, η αποκάλυψη της φρίκης του πολέμου, η ανακάλυψη της
αξίας της φιλίας και της αλληλεγγύης των λαών, είναι πλευρές που αξίζει και
πρέπει να βγουν στο φως της σχολικής αίθουσας.
Όσο εύκολη φαντάζει η απάντηση στα παραπάνω προβλήματα τόσο δύσκολη
αποδεικνύεται η αναληψη δράσης για τη λύση τους. Η υποκρισία με την οποία οι
υπεύθυνοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο δημόσιο
διάλογο. Απομένουν να αποδειχτούν η ευαισθησία και η υπευθυνότητα τόσο των
εκπαιδευτικών όσο και των ιστορικών. Που, για να μετατρέψουν τη σχολική ιστορία
σε μια περιπέτεια κριτικής σκέψης και δημιουργικής φαντασίας, οφείλουν να
προχωρήσουν σε αρκετές πράξεις ανατροπής.
Βιβλιογραφία
Άλκης Αγγέλου, Το κρυφό σχολειό. Χρoνικό ενός μύθου, Εστία, 1997
Βασίλης Κρεμμυδάς, «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων. Σχετικά με μια ομιλία
του Παλαιών Πατρών Γερμανού», Μνήμων, 1996
Άννα Φραγκουδάκη, Ιερά ηρωικά σύμβολα και μεγάλες πολιτικές αντιφάσεις, Τα Νέα,
17/11/2001
ΙΟΣ, Ελευθεροτυπία, Καμαρωτά περνάνε τα σχολεία μας, 29/10/1995
ΙΟΣ, Ελευθεροτυπία, Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι, 30/8/1998
Παναγιώτης Στάθης, Εθνικές μυθολογίες για την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας.
Παναγιώτης Στάθης, Το κρυφό σχολειό: διαδρομές του μύθου, διαδρομές της
ιστορίας.
Έφη Αβδελά, Ιστορία και σχολείο, νήσος, 1998
Δήμητρα Λαμπροπούλου, Μια επανάσταση στα όρια του μύθου και της ιστορίας,
εφημερίδα Πριν, 24/3/1996
Δήμητρα Λαμπροπούλου, Η κυρίαρχη ιδεολογία το μεγαλύτερο μαργαριτάρι, εφημερίδα
Πριν, 20/7/2003
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΥΤΟΝΟΜΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
http://www.paremvasis.gr/
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ
[αρχή σελίδας]
Tο κρυφό σχολειό
και η κρυφή του αλήθεια
του Γιάννη Χάρη
Για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που τον γιορτάζουμε στη Λαύρα τη μέρα που
εκείνος ήταν στην Πάτρα, και για το κρυφό σχολειό, που ήταν όμως φανερό, λέγαμε
στην προηγούμενη επιφυλλίδα. Kαι τ' αφήσαμε στη μέση. Πέρασε στο μεταξύ η 25η
Mαρτίου, κατά τα γνωστά, με παρελάσεις και κάθε λογής θεατρικά: Όπου το
«Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ» το απάγγειλε ολόκληρο, μέσα στην
εκκλησία, ο ξέρετε ποιος
Ο γνωστός πίνακας του N. Γύζη, όπου «μορφοποιείται» ο μύθος του κρυφού σχολειού
Έγραφα ότι η νεότερη ιστοριογραφία αποδεικνύει πως το περίφημο κρυφό σχολειό δεν
υπήρξε, και ούτε είχε λόγο να υπάρξει, καθώς η εκπαίδευση τα χρόνια της
τουρκοκρατίας λειτουργούσε απρόσκοπτα. Αυτά μας έλεγαν άλλωστε και παλαιότεροι,
όπως είδαμε με σχετικά παραθέματα, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, αλλά και ο Μανουήλ
Γεδεών, μέγας χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Συνεχίζω με άλλο ένα παράθεμα του Γεδεών, αντλημένο και αυτό από την ειδική
μελέτη του Aλκη Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό: χρονικό ενός μύθου (Εστία, 1997): «η
τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν ότι εις
τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα
αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως και συνεπώς ουδέποτε
εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν».
Αυτά γράφει το 1939 ο «του ανατολικού κλίματος» λόγιος.
Αλλά ήδη το 1820, μέσα δηλαδή στην Ιστορία της εποχής, ο επιφανής κληρικός και
δάσκαλος του Γένους Νεόφυτος Βάμβας, που μεγαλουργεί στο περιλάλητο -και
ελεύθερο, φυσικά- Γυμνάσιο της Χίου, λέει: «Είτε από αδιαφορία είτε ως αρχή η
Υψηλή Πύλη δεν αντιτάχθηκε καθόλου στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας».
Και το 1873, στα Ιστορικά περί της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ο Δημητσανίτης
Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη και έτσι βασικός ιστορικός του
Αγώνα, γράφει ότι κατά την τουρκοκρατία «η λατρεία των χριστιανών εξησκείτο
ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από τους Τούρκους [...] επροστατεύετο δε και ελευθέρως ενηργείτο και η εκπαίδευσις». Το ειδικό βάρος
αυτής της μαρτυρίας είναι ότι ο Οικονόμου σπούδασε αρχικά στη σχολή της πατρίδας
του. Και η σχολή της πατρίδας του ήταν η Μονή Φιλοσόφου. Και στη Μονή Φιλοσόφου
λειτουργούσε, κατά τον θρύλο, ένα από τα περιφημότερα -και βασικά για τη
δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου- κρυφά σχολειά. Πώς δεν μνημονεύει
λοιπόν ο Δημητσανίτης τη μετέπειτα «τουριστική ατραξιόν» της ιδιαίτερης πατρίδας
του;
Έτσι κι αλλιώς, ούτε η ιστορία αλλά ούτε και η κοινή λογική μπορεί να συνδέσει
την απαγόρευση αυτών που θα λέγαμε σήμερα «δημοτικά σχολεία» -που ήταν περίπου
αυτοσχέδια και υποτυπώδη, όπως σ' ολόκληρη την Ευρώπη την εποχή εκείνη- με την
απρόσκοπτη λειτουργία ανώτερων εκπαιδευτηρίων και πατριαρχικών ακαδημιών, από το
Γυμνάσιο της Χίου που αναφέραμε πιο πάνω ώς τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Και πώς
να απαγορευόταν η κατώτερη εκπαίδευση, λόγου χάρη στα ορεινά χωριά, όπου στα
περισσότερα σπάνια είδαν Τούρκο πάνω από μία φορά το χρόνο, όταν περνούσε να
εισπράξει το φόρο (αν δεν ήταν και πάλι ο κοτζαμπάσης); Ή και σε νησιά ολόκληρα,
στις Κυκλάδες, όπου στα περισσότερα δεν έχουμε μόνιμη εγκατάσταση Τούρκων; Και
πιο χαρακτηριστικά στην Τήνο, που μόλις τον 18ο αιώνα πέφτει στα χέρια των
Τούρκων, χωρίς και πάλι ν' αλλάξει τίποτα στη ζωή των κατοίκων της, «με την
καθολική απουσία Τούρκων από το νησί» (Αγγέλου, σ. 60); Κι όμως, στην Τήνο
θρυλείται λειτουργία κρυφού σχολειού, και από εκεί μας έρχεται, έμμεσα
εννοείται, ο γνωστός πίνακας του -Τηνιακού- Νικολάου Γύζη, ζωγραφισμένος το 1886
στη Γερμανία.
Μύθος λοιπόν το κρυφό σχολειό, και μάλιστα όψιμος, που γεννιέται στα μέσα πια
του 19ου αιώνα, αφού από ολόκληρη την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει
καμία απολύτως μαρτυρία. Τη συναρπαστική, από μια άποψη, σύστασή του την
ανιχνεύει βήμα προς βήμα ο Aλκης Αγγέλου. Στη μελέτη που ανέφερα πιο πάνω
παρακολουθούμε μια διαδρομή η οποία ξεκινά, στα χρόνια του Αγώνα, από τη
συνάντηση της εθνικής σκοπιμότητας -όταν προσπαθούμε να τραβήξουμε το σπλαχνικό
βλέμμα των ξένων δυνάμεων- με τη λαογραφία, όπου το ευρύτατα διαδομένο παιδικό
τραγουδάκι-νανούρισμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό...» θεωρήθηκε ότι περιγράφει τα
παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, μες στους λύκους, να πάνε κρυφά
απ' τους Τούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα.
Κι όμως, στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού (Φωριέλ 1824, Σάντερς 1844,
Πάσσοβ 1860 κ.ά.) δεν γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με κρυφό σχολειό.
Ειδικότερα για την πορεία του παιδικού τραγουδιού και τη σύνδεσή του με το μύθο
μάς κατατοπίζει η μελέτη του Αλέξη Πολίτη «Φεγγαράκι μου λαμπρό...», που
δημοσιεύτηκε στην Αυγή το 1994 και έπειτα το 2000 στο βιβλίο του με τον
χαρακτηριστικό τίτλο Το μυθολογικό κενό (εκδ. Πόλις), ένα βιβλίο γενικότερα
ενδιαφέρον, καθώς προσεγγίζει βασικούς μύθους της νεότερης ιστορίας.
Κορύφωση της διαδρομής του μύθου και αποκρυστάλλωσή του αποτελεί ο σχετικός
πίνακας του Νικολάου Γύζη το 1886, και το ποίημα που εμπνέεται από αυτόν το 1899
ο Ιωάννης Πολέμης («Απ' έξω μαυροφόρα απελπισιά...»). H οπτικοποίηση πια του
«κρυφού σχολειού» μαζί με τη συστηματική διδασκαλία του ποιήματος από τα σχολικά
βιβλία εγκαθιστούν οριστικά στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση έναν μύθο
οπωσδήποτε γοητευτικό, τέκνο της μεγαλύτερης έξαρσης του ρομαντικού
φιλελληνισμού και γενικότερα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Που τον συντηρεί
και τον υπερασπίζεται, με νύχια και με δόντια και με λογοκριτικές παρεμβάσεις,
προπάντων η Εκκλησία, αφού σ' αυτόν ειδικά το μύθο επιχειρείται να εμφανιστεί
σαν αυτονόητος ο εθνοσωτήριος ρόλος της κατά την τουρκοκρατία και τον Αγώνα.
Ώστε τουριστική ατραξιόν, είπα παραπάνω, το κρυφό σχολειό; Ο Παναγιώτης Στάθης,
σε υπό έκδοση μελέτη του, όπου εξετάζει την πολυπλοκότητα του μύθου και τη
σύνθετη διαδρομή του («Το κρυφό σχολειό: διαδρομές του μύθου, διαδρομές της
ιστορίας»), παρακολουθεί συστηματικά την εξάπλωση των κρυφών σχολειών -όχι
βεβαίως στην εποχή τους αλλά στην εποχή μας: «Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 τα
κρυφά σχολειά ανά την Ελλάδα που έχω συναντήσει δεν ξεπερνούν τα 10. Πρόκειται
για τα κρυφά σχολειά στις μονές Φιλοσόφου Δημητσάνας [...], Ντίλιου Ιωαννίνων,
Αγίας Τριάδας Τήνου, Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας, και ίσως ακόμα στις μονές
Φανερωμένης Ιεράπετρας, Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Λακωνίας, Άνω Δίβρης Ηλείας,
καθώς και ένα τοπωνύμιο στην Ίο. Από αυτά δε μόνο τα τρία πρώτα εμφανίζονται
προπολεμικά. Από τη δεκαετία του 1970 όμως τα "ανακαλυπτόμενα" κρυφά σχολειά
αυξάνονται κατακόρυφα...» Και φτάνουν αισίως τα 102!
Από αυτά, τα περισσότερα «αναφέρονται σε ιστοσελίδες που έχουν στόχο, άμεσα ή
έμμεσα, την τουριστική αγορά: σελίδες προβολής νομών, δήμων ή παλαιών
κοινοτήτων, σελίδες τουριστικών επιχειρήσεων, σελίδες προβολής μοναστηριών».
Όπου κελί, ανήλιαγο δωμάτιο ή κρύπτη, εκεί κι ένα κρυφό σχολειό. Ακόμα κι αν σε
ορισμένα μετά βίας χωράει ένας άνθρωπος μόνος του. Ακόμα κι αν βρίσκονται μακριά
από οικισμούς, όπου χρειαζόταν ταξίδι ολόκληρο για να φτάσει, και μάλιστα κρυφά,
μικρό παιδί. Ακόμα κι αν πολλά εντοπίζονται σε μέρη όπου λειτουργούσε φανερά
κοτζάμ ιερατική ή ανώτερη σχολή. Ακόμα κι αν ορισμένα από αυτά τοποθετούνται
τώρα μέσα σε οθωμανικά κάστρα, όπως στα κάστρα της Κορώνης και του Άργους!
«O μύθος ριζώνει γερά μέσα μας» γράφει ο Αλέξης Πολίτης (σ. 70), «καθώς
εδράζεται σε μια συμβολική ανάγνωση της ζωής, σε μια ποιητική, αναλογική
πρόσληψη της πραγματικότητας».
Αλλά, σκέφτομαι εγώ καμιά φορά, η ποίηση μας μάρανε! Ιστορική αλήθεια και
ιστορία του έθνους; Μπα, μπίζνες!
ΤΑ ΝΕΑ , 03/04/2004
[αρχή σελίδας]
Eθνική παλιγγενεσία και εθνική μυθολογία
Του Γιάννη Χάρη
25η Mαρτίου ante portas, έτοιμοι για παρελάσεις και γιορτές, για πανηγυρικούς
και αναμάσημα των πλέον δημοφιλών μύθων Παλαιών Πατρών, Αγία Λαύρα, λάβαρο και
25 Μαρτίου δεν συνδέονται στην Ιστορία, ούτε καν στα απομνημονεύματα του ίδιου
Μία μόλις εβδομάδα από τις εκλογές, οπότε και γράφεται η επιφυλλίδα αυτή, πρέπει
ν' αφήσουμε στην μπάντα σκέψεις και αισθήματα από τα αποτελέσματα των εκλογών,
για να προλάβουμε μια φορά και την επικαιρότητα. Βέβαια, τι ξεχωριστό μπορεί να
έχει μια επικαιρότητα που αποτελείται από την τελετουργική ανακύκλωση του ίδιου
υλικού που παραγεμίζει μιαν εθνική επέτειο; Θα παρακολουθήσουμε κι εφέτος το
γνωστό γιορταστικό πακέτο, όπου το εθνικό διολισθαίνει συχνά προς το
εθνικιστικό, και το πατριωτικό φρόνημα εκφράζεται σχεδόν αποκλειστικά με το
μιλιταριστικό πνεύμα. Έτσι θα δούμε και τα παιδιά μας να παρελαύνουν σαν
στρατιωτάκια, μαζί με τα τανκς και τις λοιπές δυνάμεις ξηράς, θαλάσσης και
αέρος. Αφού προηγουμένως με αέρα κυρίως τα ταΐσαμε τα παιδιά, στη νενομισμένη
σχολική γιορτή, με όλους δηλαδή τους μύθους που καλλιεργούνται επίμονα και
συστηματικά, από τους έχοντες εντέλει ίδιον συμφέρον, κατά κανόνα μη εθνικό -αν
όντως το εννοούμε αυτό που μόνο να παπαγαλίζουμε ξέρουμε, πως εθνικό είναι το
αληθινό.
Ίδιος λοιπόν και απαράλλαχτος ο τρόπος αντιμετώπισης των επετείων, με καρύκευμα
απλώς, τα τελευταία χρόνια, το ποιος θα σηκώσει τη σημαία στη σχολική παρέλαση,
Έλληνας από DNA ή μήπως Αλβανός. Αυτό όμως, μόνο ΠΡΟΠΟ θα μπορούσε να το παίξει
η επιφυλλίδα αυτή, αφού γράφεται δυο βδομάδες πριν από τη Μεγάλη Παρέλαση, κι
ακόμα δεν ξεκίνησε ο σχετικός εθνικός αγώνας. Που τη φορά αυτή θα έχει ίσως άλλη
αίγλη, με την επικράτηση της παράταξης όπου κύλησε ο Παπαθεμελής και βρήκε τον
Ψωμιάδη. Και με πιο γενναιόδωρες και ευφρόσυνες τις ευλογίες του προκαθημένου
της Εκκλησίας -και του έθνους ολόκληρου, όπως νομίζει, και πάντως διεκδικεί. Ο
οποίος, την ώρα ακριβώς που γράφεται η επιφυλλίδα αυτή, "παίζει" σε όλα τα
κανάλια κύρια είδηση, ο Ανερυθρίαστος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, με το κρυφό
λογοπαίγνιο πως "η παντοδύναμη Δεξιά του Κυρίου δείχνει τι θέλει ο Θεός και τι
θέλει ο λαός"!
Σύμπτωση μια φορά! Να ξεμυτίσει κατά κάποιον τρόπο από μόνος του ο Εν Λόγω, σε
μια επιφυλλίδα όπου θα είχε έτσι κι αλλιώς την τιμητική του. Γιατί ξεκίνησα να
μιλάω για μύθους. Όπου τον πρώτο ρόλο τον παίζει η Εκκλησία. Έλεγα για τον αέρα
με τον οποίο ταΐζονται τα παιδιά μας, τον αέρα με τον οποίο ανατραφήκαμε κι
εμείς οι ίδιοι, άλλοτε για λόγους προφανείς, άλλοτε πιο κρυμμένους.
Και τέτοιος είναι, για να ξεκινήσουμε ανάποδα, από τους πιο κρυμμένους μύθους, η
25η Μαρτίου, ημέρα κήρυξης ή έναρξης ή ποιος ξέρει τι, του Αγώνα για την
Ανεξαρτησία, ημέρα πάντως, εδώ όλοι είναι σίγουροι, κατά την οποία ο Παλαιών
Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο στην Αγία Λαύρα κτλ. Αλλά η Ιστορία επιμένει ότι
στις 25, ή και στις 21 Μαρτίου, όταν αρχίζουν οι πολεμικές επιχειρήσεις και
πέφτει η Καλαμάτα, ούτε ο Παλαιών Πατρών ούτε κανένας άλλος βρίσκεται στη Λαύρα,
καμιά δοξολογία δεν γίνεται, κανένα λάβαρο δεν υψώνεται εκεί, και όλα τα άλλα
γλαφυρά που μας κληροδότησε απλώς ο Πουκεβίλ στην Ιστορία της Ελληνικής
Επαναστάσεως το 1824. Τα του λαβάρου μάλιστα δεν τα αναφέρει ούτε ο ίδιος ο
Παλαιών Πατρών στα απομνημονεύματά του. Ξέρει όμως κι εδώ καλύτερα, αλίμονο,
αυτός που κατέχει τη βούληση του ίδιου του Θεού, και έτσι το κουβάλησε λίγα
χρόνια πριν από τη Λαύρα, για να το υψώσει τώρα αυτός, Ανερυθρίαστος, όπως
είπαμε -η Ιστορία που επαναλαμβάνεται σαν φάρσα-, στο συλλαλητήριο για τις
ταυτότητες.
Όσο για την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης, 24 Φεβρουαρίου ήταν που
κυκλοφόρησε ο Υψηλάντης την περίφημη προκήρυξή του "Μάχου υπέρ πίστεως και
πατρίδος". Ο Υψηλάντης που τον αφόρισε ο Πατριάρχης, αυτόν και τους Φιλικούς και
τους αγωνιστές και το "έργον απονοίας" τους (απόνοια: αποκοτιά, παράφρων
ενέργεια, εξαχρείωση κτλ.), για λόγους ισορροπίας απέναντι στον σουλτάνο. Για
λόγους πάλι ισορροπίας θα 'ταν που η επίσημη Εκκλησία, πιο συγκεκριμένα ο
ανώτερος κλήρος, και στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και φυσικά του Αγώνα,
στάθηκε από αμέτοχος έως εχθρικός σε κάθε κίνηση για την κατάκτηση της
Ανεξαρτησίας, μαζί βεβαίως με την πλειονότητα των προυχόντων. Από τις λίγες,
φωτεινές εξαιρέσεις, ο Σαλώνων Ησαΐας, που μοίρασε τα υπάρχοντά του, ευλόγησε
τον Αγώνα, πολέμησε και θυσιάστηκε γι' αυτόν.
Όμως η έναρξη του Αγώνα ταυτίστηκε με τη γιορτή του Ευαγγελισμού, με διάταγμα
του Όθωνα, το 1838, και η Εκκλησία βρέθηκε να διεκδικεί άλλη μια φορά τη σωτηρία
του έθνους. Βασικός μύθος που κλήθηκε ή στήθηκε για να τεκμηριώσει τον
εθνοσωτήριο ρόλο του κλήρου κατά την Τουρκοκρατία είναι το κρυφό σχολειό. H
επιστήμη μίλησε κι εδώ, όμως ποτέ η επιστήμη δεν μπορεί να συναγωνιστεί την
ψυχική ανάγκη που γεννά, καλλιεργεί και διαδίδει τους πάσης φύσεως μύθους.
Από την επιστήμη λοιπόν, στα δύο μεγαλύτερα συλλογικά έργα της νεότερης
ιστοριογραφίας, την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών και τώρα
την Ιστορία του Νέου Ελληνισμού που κυκλοφορεί μαζί με την εφημερίδα αυτή,
αμφισβητείται η αυθεντικότητα του κρυφού σχολειού. Ειδικότερα από επιμέρους
επιστήμονες και μελετητές, παλαιότερους και νεότερους, από τον Δημ. Γρ.
Καμπούρογλου, τον Γιάννη Βλαχογιάννη και τον Γιάνη Κορδάτο, από τον K. Θ.
Δημαρά, τον Λίνο Πολίτη, τον Άλκη Αγγέλου (με ειδική μονογραφία) και τον Φίλιππο
Ηλιού, από τον Αλέξη Πολίτη, τον Παναγιώτη Στάθη κ.ά., τονίζεται η παντελής
έλλειψη μαρτυριών σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
"Ανάμεσα σ' όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή
γυναίκες δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού
σχολειού, όμως ούτ' εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της
σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτα που να κάνει λόγο
για το σκολειό..." γράφει ο Βλαχογιάννης. Και: "ποτέ ο Τούρκος ο αγράμματος δεν
μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνει..."
Γιατί όχι μόνο δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη κρυφών σχολειών, αλλά ίσα
ίσα όλα δείχνουν πως ήταν ελεύθερη η εκπαίδευση. Και δεν μιλούν μονάχα "νεοτεριστές",
αλλά και γνωστοί πρόμαχοι της ορθοδοξίας, όπως ο μέγας χαρτοφύλακας και
χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μανουήλ Γεδεών:
"Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων [...] βεζίρην ή
αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν" γράφει το 1939
ο Μανουήλ Γεδεών (Ιστορία των του Χριστού πενήτων). Και με μια δόση ίσως
υπερβολής, για να δείξει την έκταση της κατώτερης εκπαίδευσης: "Εάν παραδεχθώμεν
δεκαπεντακισχιλίους τουλάχιστον ναούς εν τη ενορία του πατριαρχείου
Κωνσταντινουπόλεως, ως είχε προ του 1821, τόσα στοιχειώδη σχολεία θ' αποδεχθώμεν
υπάρχοντα αμέσως μετά την άλωσιν, είτε εις τους των ναών νάρθηκας, είτε είς τι
κελλίον μικρού ή μεγάλου μοναστηρίου, είτε εις τον οικισμόν, όπου διέμενεν ο
παπάς χωρίου".
Αυτά τώρα τα λεγόμενα "γραμματοδιδασκαλεία", που ξεκινούν από το Βυζάντιο,
ευνοούν τη σκόπιμη εν πολλοίς σύγχυση με τα κρυφά σχολειά, σύγχυση πάντως που
μόνο στα μέσα πια του 19ου αιώνα αρχίζει να καλλιεργείται.
Έχει όμως ενδιαφέρον ειδικά αυτός ο μύθος, όπως σταδιοδρόμησε και ανθεί ώς τις
μέρες μας, και αξίζει να συνεχίσουμε την επιφυλλίδα αυτή, που είναι αυτονόητα
αφιερωμένη στον Φίλιππο Ηλιού: αυτός άλλωστε με βοήθησε, όταν ξανάγραφα για το
ίδιο θέμα, παρεμπιπτόντως, στα Μικρά Γλωσσικά, ενώ τώρα μας βοηθάει όλους η
σκέψη του μόνο.
ΤΑ ΝΕΑ , 20/03/2004
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
H Eκκλησία στο
Eικοσιένα
Mύθοι και ιδεολογήματα
Του Βασίλη Κρεμμυδά*
Όταν ο Αρχιεπίσκοπος, ο κ. Χριστόδουλος, προβάλλει τον εαυτό του και την
Εκκλησία ως υπερασπιστές των εθνικών ιδεωδών του περιούσιου ελληνικού λαού, όταν
κλαίει για τις «Χαμένες πατρίδες», όταν τραγουδάει το γνωστό αλυτρωτικό άσμα,
δεν επιδιώκει τόσο να συγκινήσει τον κόσμο της προσφυγιάς, που βρίσκεται ήδη
στην τρίτη γενιά του, όσο επιδιώκει να ταυτιστεί με την εθνική μας Ιστορία, με
την περιπέτεια της κοινωνίας στον χρόνο. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος του
Αρχιεπισκόπου δεν είναι αμιγώς πολιτικός, παρά προβάλλεται ως εθνικός λόγος, με
σκοπό να ταυτιστεί η εθνική Ιστορία με την Εκκλησία με σκοπό να αναδείξει ως
πρωταρχικό τον εθνικό ρόλο της.
Για την ευόδωση του σκοπού, ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος, περισσότερο από
οποιονδήποτε κοντινό ή μακρινό προκάτοχό του, χρησιμοποιεί τους ιστορικούς
μύθους και τα ιδεολογήματα, κατασκευές της Εκκλησίας επίσης, εμμέσως ή αμέσως,
κατά το πολλαπλώς εθνικά κρίσιμο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Με ακόμη
περισσότερη έμφαση, ο Αρχιεπίσκοπος προβάλλει την Εκκλησία - και τον εαυτό του -
ως τον μόνο θεματοφύλακα του έθνους - συχνά κάνει λόγο για το Γένος, που είναι
διαφορετικό - ως φύλακα των παραδόσεων και της γνησιότητας του λαϊκού ως τον
μοναδικό ιστό του έθνους που δεν υπέστη αλλοιώσεις από το πέρασμα του χρόνου.
Χρησιμοποίησα αυτήν τη μακρά εισαγωγή για να πω ότι η Εκκλησία στις πιο κρίσιμες
στιγμές του έθνους, για να χρησιμοποιήσω δικό της όρο, ήταν απούσα για την
Επανάσταση του 1821 μάλιστα ήταν ανοιχτά αντίθετη, γιατί η ιδεολογία της ήταν
αντεπαναστατική. Στην Εγκύκλιο του Μαρτίου 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος E'
ισχυρίστηκε ότι οι επί γης εξουσίες, οι βασιλείες, είναι θεόπεμπτες και όποιος
οργανώνει ανταρσία εναντίον τους διαπράττει μέγιστο αμάρτημα, είναι σαν να
κινείται εναντίον τού Θεού και γι' αυτό η Εκκλησία τον αφορίζει και τον
καταδικάζει σε αιώνια τιμωρία - και τον Σουλτάνο ο Θεός τον έστειλε και οι
Έλληνες που οργάνωναν την Επανάσταση διέπρατταν το ίδιο αμάρτημα.
Προσπάθησαν κατόπιν να ισχυριστούν ότι τον Πατριάρχη τον εξανάγκασε η οθωμανική
κυβέρνηση να εκδώσει την εν λόγω Εγκύκλιο αλλά υπάρχει άλλη Εγκύκλιος, του
ίδιου Πατριάρχη, του 1797, όταν ούτε η ιδέα για Επανάσταση δεν είχε εμφανιστεί,
με το ίδιο ιδεολογικό περιεχόμενο. Και προσπάθησαν να ισχυριστούν ότι μπορεί το
Πατριαρχείο να ήταν περιορισμένο, ο κλήρος όμως έγινε μπροστάρης. Εν τούτοις, τα
εγχειρίδια Ιστορίας δεν γνωρίζουν άλλον επίσκοπο από τον Π. Πατρών Γερμανό και
οι ιστορικοί γνωρίζουμε 3-4 ακόμη που έπαιξαν ρόλο (ενώ η Πελοπόννησος διέθετε
πάνω από 30) έπαιξαν όμως ρόλο όχι με την ιδιότητα του ιερωμένου ή με αυτήν του
εκπροσώπου της Εκκλησίας, αλλά με την ιδιότητα του εκπροσώπου της επαρχίας τους,
με την ιδιότητα του ηγέτη, ενός από τους ηγέτες της.
Γι' αυτό, η σημερινή ηγεσία της Εκκλησίας δεν επιμένει να αναδείξει πρωτεύοντα
ρόλο τής πριν από σχεδόν διακόσια χρόνια προκατόχου της πολύ περισσότερο που ο
μόνος με πρωταγωνιστικό ρόλο ιερωμένος παραήταν επαναστάτης έπρεπε λοιπόν να
εξαφανιστεί από την κατά την Εκκλησία εθνική Ιστορία ο Παπαφλέσσας και να
εφευρεθεί ρόλος που τη βόλευε. Προκειμένου να συνδεθεί η Εκκλησία με το Έθνος
κατασκευάστηκε ένας από τους πιο ανθεκτικούς ιστορικούς μύθους: ο επίσκοπος Π.
Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο-σημαία της Επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας
Λαύρας, κήρυξε δηλαδή την ελευθερία του Έθνους την κήρυξε η Εκκλησία.
Ένα άγνωστο έως τώρα τεκμήριο μάς δείχνει καθαρά πως κατασκευάστηκαν οι
ιστορικοί μύθοι από την Εκκλησία κατά το γενεσιουργό τους δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα: τον Μάιο του 1889 ένας πρωτοσύγκελλος βεβαίωσε ότι ο Π. Π. Γερμανών
ευλόγησε τα όπλα, ύψωσε τη σημαία και «ανεκήρυξε την ανεξαρτησίαν της πατρίδος».
Δεν χρειάζεται να απασχοληθούμε εδώ με το περιεχόμενο του εγγράφου, μολονότι
πολύ ενδιαφέρον χρειάζεται να δούμε κάτι άλλο: ο εν λόγω πρωτοσύγκελλος είχε
γεννηθεί το 1797, ήταν δηλαδή το 1821 24 ετών το 1889 όμως ήταν 92 ετών. Έχουμε
λοιπόν κάποιον, ο οποίος σε ηλικία 92 ετών θυμόταν με απίστευτες λεπτομέρειες -
και βεβαίωνε επισήμως - γεγονότα που απείχαν 68 χρόνια! Αυτό που πρέπει να
επισημάνω είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα είδος «διαπλοκής» της οικογένειας
Ζαΐμη, επί δεκαετίες κατόχου της σημαίας, με την Εκκλησία και με το γεγονός και
ότι αυτά συμβαίνουν σε μια κρίσιμη στιγμή, όπου παραεξουσιαστικές οργανώσεις με
«εθνικό» σκοπό προβάλλουν τα «εθνικά δίκαια», προπαγανδίζουν την ανάγκη για
διεκδίκησή τους και πιέζουν για πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Πολύ περισσότερο όμως επιμένει η σημερινή ηγεσία της στον ρόλο της Εκκλησίας
κατά την Τουρκοκρατία, με την κατασκευή άλλων μύθων: διάσωση της παιδείας, των
παραδόσεων και της γλώσσας του Έθνους που, γι' αυτόν τον λόγο, διατήρησε την
ταυτότητά του και μπόρεσε να επαναστατήσει και να αποκτήσει την ανεξαρτησία του.
Και ενώ η ιστοριογραφία μάς έχει αποκαλύψει και τεκμηριώσει τους
κατασκευασμένους από την Εκκλησία και ασμένως υιοθετημένους από την πολιτική
εξουσία μύθους, η σημερινή ηγεσία της Εκκλησίας επιμένει σ' αυτούς, σε βαθμό που
τοπικές ηγεσίες της να επιμένουν και να επιδεικνύουν Κρυφά Σχολειά, ας πούμε, σε
τόπους όπου κατά την Τουρκοκρατία δεν κατοικούσαν άνθρωποι επιμένει να κηρύσσει
τη διάσωση της παιδείας και των παραδόσεων από τα μοναστήρια και τους ναούς την
ώρα που και μεγάλος αριθμός κανονικών σχολείων λειτουργούσε και κανένας δεν
εμπόδιζε τη λειτουργία τους - ο Οθωμανός κατακτητής δεν είχε απαγορεύσει τη
λειτουργία σχολείων, τι χρειάζονταν τα «κρυφά» με το «φεγγαράκι το λαμπρό». Αλλά
και τη γλώσσα από ποιον εχθρό, από ποιες απαγορεύσεις τη διέσωσαν. Και ευτυχώς
που δεν χρειάστηκε να τη «διασώσουν», γιατί αν συγκρίνουμε δύο σύγχρονα κείμενα
του τέλους της Τουρκοκρατίας, μία Εγκύκλιο της Εκκλησίας, ας πούμε, και μία
επιστολή εμπόρου θα διαπιστώσουμε ότι η Εκκλησία δεν είχε καμία σχέση με την από
τότε διαμορφούμενη νέα ελληνική γλώσσα.
Ο Βασίλης Κρεμμυδάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών,
διευθυντής των «Αρχείων Πρωθυπουργού».
ΤΑ ΝΕΑ , 22/03/2005
[αρχή
σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Eθνοσωτήρια ψεύδη
Του Γιάννη Χάρη
«Πάντως η Eκκλησία
διέσωσε την εθνική συνείδηση επί 400 χρόνια και ηγήθηκε στον αγώνα για την
ανεξαρτησία» κ.τ.λ., κάπως έτσι τα είπε ο θεολόγος καθηγητής, και ο συνομιλητής
του συμφώνησε, για να προχωρήσει όμως στην κριτική του απέναντι στα όσα
συμβαίνουν σήμερα στην Eκκλησία
|
|
|
«Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να
πηγαίνω στο σχολειό, να μαθαίνω...» ψέματα, του παπά τα ψέματα
|
O θεολόγος καθηγητής
ήταν ο Χρ. Γιανναράς, πολέμιος ωστόσο και αυτός του Χριστόδουλου, και ο
συνομιλητής του, ο οποίος δέχτηκε την παρατήρηση, ήταν ο τέως πρόεδρος του
Συνασπισμού Νίκος Κωνσταντόπουλος, από τους ελάχιστους πάντως πολιτικούς με
ξεκάθαρη συνολικά στάση απέναντι στο εκκλησιαστικό. Από τη σκηνή αυτή, σε
τηλεοπτική συζήτηση, έμεινα με την αίσθηση, ή με το φόβο, πως δεν ήταν απλώς
«διπλωματική» η συγκατάνευση, έτσι όπως εκφράστηκε από τον τέως πρόεδρο του
Συνασπισμού. Σύμπτωση ευτυχής, τις ίδιες περίπου μέρες, και με αφορμή την
επέτειο της 25ης Μαρτίου, στην ίδια εδώ εφημερίδα υπήρξαν δύο εμπεριστατωμένα
άρθρα: του καθηγητή Βασίλη Κρεμμυδά («H Εκκλησία στο Εικοσιένα», 22/3), και του
εκπαιδευτικού Χρήστου Κάτσικα («Από το Κρυφό Σχολειό... στην Αγία Λαύρα», 24/3).
Ας μου επιτραπεί να προσθέσω και δύο δικά μου, κατά την περσινή επέτειο («Εθνική
παλιγγενεσία και εθνική μυθολογία», 20.3.04· «Το Κρυφό Σχολειό και η κρυφή του
αλήθεια», 3.4.04), και ενώ πιο παλιά είχα ασχοληθεί ειδικά με τη «σωτηρία της
γλώσσας» από την Εκκλησία («Οι αναθυμιάσεις των ημερών και το οστεοφυλάκιο της
γλώσσας», 1.7.2000).
Το άρθρο του κ.
Κρεμμυδά αναφέρεται γενικά στον συμβιβαστικό ρόλο της Εκκλησίας στα χρόνια της
οθωμανικής κυριαρχίας, που φτάνει στον «αφορισμό» των Φιλικών και των αγωνιστών
από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον E'. Επίσης εξετάζονται οι δύο βασικοί μύθοι με
τους οποίους επιχειρεί η Εκκλησία να αναδειχτεί σωτήρας του έθνους: το λάβαρο
που τάχα ύψωσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, κηρύσσοντας την έναρξη του Αγώνα, κάτι
που ούτε ο ίδιος δεν αναφέρει στα απομνημονεύματά του· και το περιβόητο Κρυφό
Σχολειό, όπου μάθαιναν τάχα τα ελληνόπουλα γράμματα, την ίδια ώρα που σε
πλείστες πόλεις ανθούσαν σχολειά και σχολές, και γενικά ελεύθερη και ανεμπόδιστη
ήταν η όποια, στοιχειώδης και μη, εκπαίδευση. Στους ίδιους μύθους, της Λαύρας
και του Κρυφού Σχολειού, αναφέρεται και το άρθρο του Χρ. Κάτσικα, με παραπομπές
σε έλληνες και ξένους ιστοριογράφους.
Έτσι κι αλλιώς, ομόφωνη
είναι η επίσημη Ιστορία και δύστροπες οι ημερομηνίες όσον αφορά το λάβαρο και
τον Παλαιών Πατρών -που πάντως υπήρξε από τους ελάχιστους ιερωμένους του
ανώτερου κλήρου που βοήθησαν στον Αγώνα. Και επίσης ομόφωνη είναι ως προς το
Κρυφό Σχολειό. Θα υπενθυμίσω την εκτενή μελέτη του Παναγιώτη Στάθη («Το κρυφό
σχολειό: διαδρομές του μύθου, διαδρομές της ιστορίας»), ο οποίος μετράει και
εξετάζει «κρυφά σχολειά»: 10 όλα κι όλα «μαρτυρούνταν» τη δεκαετία του '60, πάνω
από 100 πλέον αυτά που σκαρφίστηκε στο μεταξύ ο ζήλος των κατά τόπους συλλόγων
και φορέων: κρυφά σχολειά σε πόλεις όπου λειτουργούσαν ελεύθερα ιερατικές ή
ανώτερες σχολές, κρυφά σχολειά σε μέρη ακατοίκητα, κρυφά σχολειά ακόμα και μέσα
σε οθωμανικά κάστρα!
Πάντα όμως η Ιστορία,
γενικά η επιστήμη, δυσκολεύεται ή και αδυνατεί να αντιστρατευτεί τη μυθολογία,
πολύ περισσότερο όταν έχουμε να κάνουμε με εκκλησιαστικούς και εθνικούς μύθους,
τους οποίους δηλαδή υποστηρίζει και επιβάλλει ένα ολόκληρο σύστημα με κάθε
τρόπο, λογοκρισία, έμμεση έως και άμεση βία.
Πάνε κι έρχονται λοιπόν
γενικά τέτοιοι μύθοι, πάνε κι έρχονται ειδικά αυτό το διάστημα οι συγκεκριμένοι
μύθοι: η Εκκλησία-κιβωτός της εθνικής συνείδησης, αυτή ίσα ίσα που έκανε ό,τι
μπορούσε για να μη διασαλευτεί η τάξη της οθωμανικής κατοχής και να μη χαθούν τα
κεκτημένα της· η Εκκλησία-κιβωτός της γλώσσας, αυτή που δεν έκανε απολύτως
τίποτα από τα όσα μυθολογούνται, με τα κρυφά σχολειά, ενώ έκανε ό,τι μπορούσε
για να καθηλωθεί, μάλλον να ακυρωθεί η ζωντανή γλώσσα και να επιστρέψει στα κλέη
του αττικισμού.
Γιατί πάντοτε η
Εκκλησία πορεύτηκε ταυτισμένη με την εκάστοτε εξουσία, οθωμανική ή άλλη,
«εθνική» πια, για να φτάσουμε στη νεότερη ιστορία, τη μεταξική δηλαδή περίοδο,
και την αμέσως επόμενη, του εμφυλίου, ώς τη νεότατη, την επτάχρονη δικτατορία
των συνταγματαρχών. Και καθώς δεν επιδέχεται συγκάλυψη η στάση της Εκκλησίας σ'
αυτή την πιο σύγχρονη περίοδο, με τη δύναμη που της εξασφαλίζει ακριβώς η
συμπόρευσή της με την εξουσία επιβάλλεται η μυθευτική εκδοχή της δράσης της κατά
την παλαιότερη ιστορική περίοδο, του Αγώνα για την Ανεξαρτησία! Θαυμαστή,
αλήθεια, διαλεκτική της Ιστορίας.
Αλλά, από τη δημιουργία
της κιόλας, γράφει ο καθηγητής N. E. Καραπιδάκης («Εκκλησιαστικά σκάνδαλα ή
κοινωνική υποκρισία;», Καθημερινή 27/2· ας διαβαστεί μαζί με ένα επόμενό
του, «Ο διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας», 27/3), η Εκκλησία συμμάχησε «με την
ισχυρότερη ιδεολογία της εποχής της, την αυτοκρατορία· δηλαδή την εξουσία. Μια
συμμαχία που δεν θα εγκαταλείψει ποτέ έκτοτε, ανεξαρτήτως των μορφών που θα
ενδύεται η κοσμική εξουσία. Ξανάγραψε, στη συνέχεια, την αρχαία ιστορία· [...]
μονοπώλησε, ή σχεδόν, τη θρησκευτικότητα των ανθρώπων· ερμήνευσε την αρχαία
φιλοσοφία· προσδιόρισε τους οικονομικούς όρους· πρότεινε τους δικούς της όρους
στην πολιτική κοινωνία. Έγινε η ίδια κοινωνία, καθορίζοντας τη ζωή των ανθρώπων
από τη γέννησή τους ώς τον θάνατό τους, παρακολουθώντας ταυτόχρονα τις φοβίες
τους και ρυθμίζοντας τις ανισότητές τους. Οι στοχαστές της επικαιροποίησαν, για
κάθε εποχή, τη διδασκαλία της, δανείζοντας το λεξιλόγιό τους για να μιληθούν τα
κοινωνικά και τα πνευματικά προβλήματα».
Και παρακάτω: «Οι
νεοτερικές κοινωνίες, γνωρίζοντας τη δύναμή της και εν πολλοίς επειδή τη
χρειάζονταν, προσπάθησαν να οροθετήσουν τον ρόλο της, περιορίζοντάς την στην
ιδιωτική σφαίρα. H νέα ελληνική κοινωνία δεν υπήρξε ποτέ σαφής ως προς αυτό το
σημείο· στάση που επέτρεψε στην Εκκλησία να διατηρήσει ευρύτατο χώρο παρέμβασης
και διευρυμένη κοινωνική ηγεμονία».
Το πραγματικό πρόβλημα
λοιπόν είναι «η αμφιλεγόμενη και επαμφοτερίζουσα στάση της κοινωνίας μας
απέναντι στην Εκκλησία». Το πρόβλημα δηλαδή είναι όταν ο πρόεδρος σοσιαλιστικού
κόμματος πάει και κοινωνάει σε λειτουργία στο ολυμπιακό χωριό, και την Κυριακή
της Ορθοδοξίας απαγγέλλει το «Πιστεύω», χωρίς να του το επιβάλλει καμία παράδοση
και κανένα τυπικό!
Θα ήταν επιπόλαιο να
πιστέψει κανείς ότι αυτή η θέση της Εκκλησίας στη σημερινή κοινωνία και στη
συνείδηση των ανθρώπων μπορεί να κλονιστεί από την ανασκευή των κάθε λογής μύθων
της. Οφείλουμε παραταύτα να επιμείνουμε. Και πολύ περισσότερο οφείλουμε να
επιμείνουμε σε κάτι που μοιάζει από ανέφικτο έως ανεδαφικό: στη διάκριση της
Εκκλησίας από την ενδιάθετη ίσως θρησκευτικότητα που επενδύεται σ' αυτήν, ή που
βρίσκει την έκφρασή της μέσα από αυτήν. Και ως προς τούτο είναι απαραίτητη μια
άλλη διάκριση: των προσώπων από την Εκκλησία σαν σώμα. Σε πρόσωπα, είτε
λίγα, φωτεινές εξαιρέσεις, είτε πολύ περισσότερα, μπορεί να χρωστούμε πολλά· δεν
ισχύει όμως το ίδιο με την Εκκλησία σαν σώμα. Γιατί, σαν σώμα, επιμένω, με την
εκάστοτε εκπροσώπησή του, ακόμα κι αν αυτή δεν εκφράζει το σύνολο (όπως λ.χ.
πολύ συχνά σε έναν διεθνή οργανισμό η εκπροσώπηση ενός δικτατορικού καθεστώτος
δεν εκφράζει την πλειοψηφία του λαού της χώρας), σαν σώμα λοιπόν η Εκκλησία
ελάχιστα βοήθησε τα πραγματικά συμφέροντα του έθνους.
Αν όμως επιτέλους όλα
αυτά αφορούν το παρελθόν, δεν είναι ανακουφιστικότερα τα όσα γενικότερα ορίζουν
το παρόν, ακόμα και αν φύγουμε από τα τάχα μεμονωμένα, όπως τα νυν σκάνδαλα και
οι ραδιουργίες, και εστιάσουμε στη γενικότερη υπηρεσία στην κοινωνία και στο
περιβάλλον, στα πιο απτά δηλαδή και καθημερινά: από το όργιο της ναοδομίας ανά
την επικράτεια έως τα ποθούμενα, για την ώρα: νέο συνοδικό μέγαρο στον Καρέα,
πολυτελές ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας, νέα μητρόπολη. Τι μένει; Ίσως το
φιλανθρωπικό της έργο; Επιδοτούμενο όμως κι αυτό, με 8,5 εκατομμύρια ευρώ από
την Πολιτεία μέσα σε 3 μόλις χρόνια (2002-04, μόνο για την οργάνωση
«Αλληλεγγύη»). Δηλαδή από εμάς για μας. Άξιος ο μισθός μας; Για τον δικό τους,
υπερμισθό βεβαίως, ούτε λόγος.
ΤΑ ΝΕΑ , 02/04/2005
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Το εθνικό και ταξικό περιεχόμενο
της επανάστασης του 1821
Η πραγματική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821 απέχει αρκετά από την
επίσημη εκδοχή της, έτσι τουλάχιστον όπως διαμορφώθηκε με την πλήρη επικράτηση
τής ελληνικής αστικής τάξης, την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και τη
διευθέτηση του ζητήματος του "ξένου προστάτη" για το νεότευκτο κράτος.
Από τη μια υπάρχουν τα σχολικά βιβλία και οι τόμοι των επίσημων εκφραστών της
αστικής αντίληψης για το ζήτημα, που παρουσιάζουν (πλήρως διαστρεβλωμένο) τον
εθνικό χαρακτήρα του "εικοσιένα" αποσιωπώντας ή υποτιμώντας το κοινωνικό και
ταξικό του περιεχόμενο. Ακόμα και για πασίγνωστα γεγονότα, όπως η εμφύλια
σύγκρουση σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης, η επίσημη εκδοχή
καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να περιορίσει τη σημασία τους και να τα παρουσιάσει
ως μια θλιβερή παρένθεση στη “μεγαλειώδη” πορεία της "εθνικής παλιγγενεσίας".
Από την άλλη, υπάρχει μια πλούσια ιστοριογραφία απομνημονευμάτων λαϊκών
αγωνιστών (Κολοκοτρώνη, Περραιβού κ.ά.), τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, η
"Ελληνική Νομαρχία", μελέτες του Κορδάτου και του Βαλέτα, τα καυστικά κείμενα
του Γιάννη Σκαρίμπα, αλλά και ξένων ιστορικών, όπως του Φίνλεϊ, που προσεγγίζουν
την πραγματική διάσταση του ζητήματος και προβάλλουν, πέρα από τον εθνικοαπελευθερωτικό (που έτσι κι αλλιώς υπήρχε) και τον ταξικό-κοινωνικό
χαρακτήρα της επανάστασης. Στα κείμενα αυτά μπορούμε να δούμε τον αντιδραστικό
ρόλο της Εκκλησίας και των κοτζαμπάσηδων, την υπονόμευση του αγώνα από μερίδα
της ελληνικής αστικής τάξης που έφτασε μέχρι και την ανοιχτή προδοσία, αλλά και
τον ηρωικό αγώνα απλών λαϊκών αγωνιστών που κατάφεραν εμπνευσμένοι από την
πρόσφατη γαλλική επανάσταση, σε πολλές περιπτώσεις, να κυριαρχήσουν (σε τοπικό
επίπεδο) και να θέσουν (έστω και πρόωρα) ζήτημα λαϊκής εξουσίας.
Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην προεπαναστατική περίοδο
Η ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821 έχει σαν αφετηρία της τις
οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στην οθωμανική
αυτοκρατορία αρκετά χρόνια πριν. Η ελληνική αστική τάξη, με τον τρόπο που
διαμορφώθηκε, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, είχε αναπτυχθεί αρκετά και σε
τέτοιο βαθμό που μόνο η δημιουργία ενός δικού της εθνικού κράτους θα μπορούσε να
αποτελέσει τον όρο για το προχώρημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Από τα πρώτα
χρόνια της κατάκτησης του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς δόθηκαν αρκετές
δυνατότητες ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας. Αυτό συνετέλεσε, αργότερα, στην
ανάπτυξη της μικρής βιοτεχνίας (κυρίως οικογενειακής) αλλά μέσα στο 17ο αιώνα
στην προώθηση των εξαγωγών και του εμπορίου σε όλη σχεδόν τη Δυτική Ευρώπη.
Ταυτόχρονα αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό και η ναυτιλία. Μάλιστα από το 18ο αιώνα
η ελληνική ναυτιλία και το θαλάσσιο εμπόριο θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατείχαν
μια από τις πρώτες θέσεις στο μεσογειακό χώρο. Το αποτέλεσμα ήταν η ίδρυση
ελληνικών παροικιών σε πολλές πόλεις της Ευρώπης. Ετσι δεν θα αργούσε να τεθεί
με πιο έντονο τρόπο η αναγκαιότητα συγκρότησης ελληνικού κράτους.
Φυσικά, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε η αστική τάξη από μόνη της να φέρει
σε πέρας αυτή την ανατροπή. Επρεπε να κερδίσει με το μέρος της τον ελληνικό λαό,
την αγροτιά αλλά και τους ακτήμονες που ήταν μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού.
Απ' την άλλη μεριά συχνά ξεσπούσαν λαϊκές εξεγέρσεις, σε τοπικό επίπεδο, οι
οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ακαθοδήγητες, υποκινούνταν από ομάδες
ακτημόνων και είχαν απώτερο στόχο τη δικαιότερη μοιρασιά της γης, το μεγαλύτερο
μέρος της οποίας ανήκε σε τσιφλικάδες.
Οι προσπάθειες της αστικής τάξης να πυροδοτήσει τις εξελίξεις για την επανάσταση
και να καθοδηγήσει με πιο ολοκληρωμένο τρόπο την υπόθεση αυτή ξεκινάν μετά τα
1750 και πάντα με τις διασυνδέσεις που υπήρχαν με τις μεγάλες δυνάμεις της
εποχής, κύρια της Ρωσίας (το ξανθό γένος) που είχε σοβαρό λόγο αλλαγής τού τότε
status. Είναι γνωστές οι προσπάθειες παραμερισμού της κυριαρχίας των Τούρκων και
καθόδου της στη Μεσόγειο.
Ρήγας Φεραίος
Σημαντική από αυτή την άποψη ήταν η προσπάθεια του Ρήγα Φεραίου να ξεκινήσει την
επανάσταση των εθνοτήτων σε όλο τον βαλκανικό χώρο, με την προοπτική ίδρυσης της
βαλκανικής ομοσπονδίας. Ενα όραμα αρκετά προοδευτικό, που αν συνδυαστεί με το
κοινωνικό περιεχόμενο που έθετε θα λέγαμε ότι δείχνει έναν άνθρωπο που έβλεπε
πολύ μακρύτερα από την εποχή του. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι καλούσε ακόμα
και τη φτωχολογιά των Τούρκων να επαναστατήσει ενάντια στο σουλτάνο:
“Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμιοί,
Νησιώτες και Ηπειρώτες, με μια κοινή ορμή,
για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί,
ν' ανάψουμε μια φλόγα εις όλην την Τουρκιά,
να τρέξει απ' την Μπόννα έως την Αραπιά…
…να σφάξουμε τους λύκους που τον ζυγόν βαστούν
και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν”.
(Γ. Κορδάτου, “Ο Ρήγας Φεραίος και η βαλκανική ομοσπονδία”, σελ. 72).
Με τέτοια κηρύγματα ο Ρήγας και οι συνεργάτες του προσπαθούσαν να ενώσουν τους
λαούς των Βαλκανίων. Δεν έμελλε όμως να ζήσει πολύ για να ολοκληρώσει το έργο
του. Το Δεκέμβρη του 1797 συλλαμβάνεται στην Τεργέστη. Ακολουθεί κύμα συλλήψεων
από την αυστριακή αστυνομία. Τον Απρίλη του 1798 ο Ρήγας και οι σύντροφοί του
παραδίδονται στις τουρκικές αρχές. Στις 17 Ιούνη τον στραγγαλίζουν μαζί με
άλλους 8 Ελληνες που κρατούνταν σε φυλακή του Βελιγραδίου.
Με την ευκαιρία αξίζει να δούμε τη στάση της Εκκλησίας στο ζήτημα. Το
Οικουμενικό Πατριαρχείο, όταν συνελήφθη ο Ρήγας, με εγκύκλιο του πατριάρχη
Γρηγορίου του Ε', καλούσε τους δεσποτάδες να κατάσχουν το επαναστατικό μανιφέστο
του Ρήγα γιατί όπως ανέφερε “πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των δολερών αυτού
εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον”. Ο ίδιος,
πλαστογραφώντας το όνομα του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ανθιμου, εξέδωσε την περίφημη
“Πατρική διδασκαλία” με την οποία τασσόταν ενάντια σε κάθε ιδέα εθνικής
εξέγερσης, ενάντια στις δημοκρατικές αρχές της γαλλικής επανάστασης και
καθησύχαζε το λαό λέγοντας ότι οι Τούρκοι ήταν… θεόσταλτοι. Δεν ήταν πρωτόγνωρη
αυτή η φιλοτουρκική στάση του ανώτερου κλήρου και δικαιολογείται πλήρως, αφού
από την πρώτη στιγμή της οθωμανικής κυριαρχίας όχι μόνο διατήρησαν τα όποια
προνόμια είχαν επί Βυζαντίου, αλλά τα διεύρυναν κιόλας. Είναι χαρακτηριστικό ότι
κάθε χριστιανός ήταν υποχρεωμένος να δίνει το ένα τρίτο των εισοδημάτων του στην
Εκκλησία (ειδικός φόρος που λεγόταν ρόγα ή ζητεία). (Γ. Κορδάτου, “Η κοινωνική
σημασία της ελληνικής επανάστασης του 1821”, σελ. 71).
Φιλική Εταιρεία
Στα 1814 ιδρύεται στην Οδησσό η Φιλική Εταιρεία. Σκοπός της μυστικής αυτής
οργάνωσης ήταν να ξεκινήσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Μπορεί
στη διακήρυξή της να μην είχε τις προοδευτικές-ριζοσπαστικές ιδέες του Ρήγα αλλά
έθετε ένα σοβαρό ζήτημα για την εποχή: την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και την
ίδρυση κράτους βασισμένου μόνο στις δυνάμεις των Ελλήνων.
Στην αρχή η ανάπτυξή της ήταν υποτυπώδης. Μάλιστα έγινε πρόταση στον Ιωάννη
Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της, αλλά αυτός αρνήθηκε. Στην αυτοβιογραφία
του εξηγεί τους λόγους: “Οι καταστρώσαντες τοιαύτα τα σχέδια είναι περισσότερον
ένοχοι και αυτοί ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον. Είναι ελεεινοί
εμποροϋπάλληλοι, καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής... Σας επαναλαμβάνω:
φυλαχτείτε από τοιούτους άνδρας”. (Γ. Κορδάτου, “Η κοινωνική σημασία της
ελληνικής επανάστασης του 1821”, σελ. 142).
Αναμενόμενο από έναν άνθρωπο με μαύρο παρελθόν. Δεν είναι βέβαια γνωστή η δράση
του πριν από την επανάσταση. Η αστική ιστοριογραφία θέλει να δείξει τα έργα του
ως πρώτου κυβερνήτη μετά την επανάσταση και ξεχνά ένα πολύ σημαντικό γεγονός που
στιγμάτισε τη δράση του. Οταν στα 1804 στα Εφτάνησα επικρατούν οι Ρώσοι, στην
Κεφαλονιά ξεσπά αγροτική αντιφεουδαρχική εξέγερση. Ο Καποδίστριας, τοποτηρητής
των Ρώσων και γνήσιος υπηρέτης της ρωσικής κατοχής, έπνιξε στο αίμα την
εξέγερση, τασσόμενος σαφώς με το μέρος των φεουδαρχών.
Στα 1818 η έδρα της Φιλικής Εταιρείας μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη και η
Εταιρεία αρχίζει να αναπτύσσεται ραγδαία. Στην οργάνωση όμως μπήκαν και πολλοί
Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες, αλλάζοντας ριζικά τη σύνθεσή της. Μετά το θάνατο
του Σκουφά ανατίθεται η αρχηγία στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Οι τάσεις που
συνυπήρχαν μέσα στους Φιλικούς ήταν:
α) Η αστικοδημοκρατική-προοδευτική τάση. Ηταν οι συνεχιστές του Ρήγα που
στηρίζονταν στην προοδευτική μερίδα των αστών και στις λαϊκές μάζες. Εκπρόσωποί
της ήταν, εκτός από το Σκουφά, οι: Αναγνωστόπουλος, Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας,
Νικηταράς, Αναγνωσταράς, Ανδρούτσος κ.ά.
β) Η συντηρητική-συμβιβαστική τάση. Στηριζόταν στη συντηρητική μερίδα των αστών
και σύναψε συμμαχίες με τους κοτζαμπάσηδες και τους Αγγλους. Εκπρόσωποί της ήταν
οι: Μαυροκορδάτος, Ιγνάτιος, Νέγρης, Κουντουριώτηδες, Ορλάνδος κ.ά.
γ) Η αντιδραστική τάση. Ηταν οι: μεγαλοκοτζαμπάσηδες και παλιά φεουδαρχικά
στοιχεία που υπονόμευαν διαρκώς την επανάσταση. Εκπρόσωποί της ήταν οι: Ζαΐμης,
Λόντος, Νοταράς, Π. Π. Γερμανός, Χρύσανθος Μονεμβασιάς κ.ά.
Από τη στιγμή εκείνη τα γεγονότα ήταν ραγδαία. Ο Αλ. Υψηλάντης συντάσσει, μαζί
με τον Παπαφλέσσα και το Γεώργιο Λεβέντη, το “Γενικόν Σχέδιον” της επανάστασης.
Το σχέδιο προέβλεπε ταυτόχρονη επανάσταση στη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη
Μολδοβλαχία, την Ηπειρο και την Πελοπόννησο. Αποφασίζεται να κατέβει ο Αλ.
Υψηλάντης στην Πελοπόννησο και να ξεκινήσει την επανάσταση στα τέλη του 1820
ταυτόχρονα σε όλα τα Βαλκάνια. Στη Σερβία με τον Οβρένοβιτς, στη Μολδοβλαχία με
τον Βλαντιμιρέσκου, καθώς και στη Βουλγαρία. Τελικά το σχέδιο τροποποιήθηκε
γιατί ο Οβρένοβιτς δεν ακολούθησε και οι Αγγλοι ειδοποίησαν το σουλτάνο για τα
σχέδια των Φιλικών. Επίσης ο Αλ. Υψηλάντης λόγω των αντιδραστικών του
πεποιθήσεων διέταξε τον τουφεκισμό του Βλαντιμιρέσκου, καθώς ο τελευταίος ήθελε
να δημιουργήσει καθαρά αγροτικό κίνημα ενάντια όχι μόνο στους Τούρκους, αλλά και
στους φεουδάρχες, πράγμα που έβρισκε αντίθετο τον, μοναρχικών αντιλήψεων,
πρίγκιπα. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ακολουθήσουν μαζικά άλλες εθνότητες και να
ναυαγήσει η προσπάθεια (ήττα στο Δραγατσάνι).
Στις αρχές του 1821 έρχονται οι απεσταλμένοι των Φιλικών στη Νότια Ελλάδα για να
συντονίσουν τις προετοιμασίες της επανάστασης. Αρχισε να φαίνεται ξεκάθαρα πλέον
ότι οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση την
επανάσταση. Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση στις 26 Γενάρη στη Βοστίτσα
(Αίγιο), στο σπίτι του Ανδρέα Λόντου, όπου ο Παπαφλέσσας προσπαθεί να πείσει
τους κοτζαμπάσηδες, τους καπετάνιους, τους δεσποτάδες και τον Παλαιών Πατρών
Γερμανό να ξεκινήσει η επανάσταση. Οι περισσότεροι από αυτούς αρνούνται. Μάλιστα
απείλησαν τον Παπαφλέσσα ότι θα τον φυλάκιζαν ή και θα τον σκότωναν αν δεν
σταματούσε την επαναστατική του προπαγάνδα.
Λαϊκές εξεγέρσεις
Στις 21 Μάρτη ο τσαγκάρης Παν. Καρατζάς ξεσηκώνει τους Πατρινούς. Η Πάτρα
καταλαμβάνεται από τους εξεγερμένους και οι Τούρκοι κλείνονται στο κάστρο. Στις
22-23 Μάρτη ξεσηκώνεται η Μάνη. Ο Κολοκοτρώνης κι ο Παπαφλέσσας μπαίνουν την
ίδια μέρα στην Καλαμάτα και την ελευθερώνουν. Η επανάσταση είχε ήδη αρχίσει παρά
την επίσημη άποψη ότι ξεκίνησε στο μοναστήρι τη Αγίας Λαύρας στις 25 Μάρτη.
Στις 24 Μάρτη φτάνουν στην Πάτρα, που ήταν ήδη κατειλημμένη από το λαό, ο
αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ανδρέας Ζαΐμης και ο Ανδρέας Λόντος, εκ
των υστέρων και αφού δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, κηρύσσουν την
επανάσταση στην Πελοπόννησο.
Από τότε ξεκίνησε μια προσπάθεια της παλιάς κάστας που κατείχε τα προνόμια αλλά
και της νέας αστικής τάξης που διαμορφώθηκε, να κυριαρχήσουν, να πάρουν τα ηνία
της επανάστασης και να αποτρέψουν κάθε λαϊκό ξέσπασμα που απειλούσε τα
συμφέροντά τους και ξέφευγε από τα πλαίσια που αυτοί έθεταν. Δεν είναι λίγες οι
περιπτώσεις που ο λαός κατάφερε έστω και πρόσκαιρα να κυριαρχήσει. Οπως στην
Υδρα που ένας γνήσιος λαϊκός ηγέτης, ο Αντώνης Οικονόμου, κηρύσσει την
επανάσταση στις 28 Μάρτη και ο λαός καταλαμβάνει το διοικητήριο του νησιού καθώς
και πολλά καράβια. Υποχρεώνουν τους μεγαλοκαραβοκύρηδες να δώσουν μέρος από την
περιουσία τους για την επανάσταση κι έτσι ο στόλος της Υδρας μετατρέπεται σε
ισχυρό πολεμικό ναυτικό. Τα ίδια συμβαίνουν και στις Σπέτσες και στα Ψαρά στις
αρχές Απρίλη και σε λίγο στα περισσότερα νησιά. Γενικά στα νησιά ο
εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας πήρε έντονο ταξικό χαρακτήρα, αφού εκεί
δημιουργήθηκαν οργανωμένα λαϊκά κόμματα. Χαρακτηριστικά στην Ανδρο, με ηγέτη τον
αγρότη Δ. Μπαλή, το λαϊκό κίνημα ήταν επηρεασμένο από τις αρχές της γαλλικής
επανάστασης (στους λόγους του ο Μπαλής μιλούσε για κομμούνα), στη Σάμο με τον
Λυκούργο Λογοθέτη και στη Χίο με τον αγρότη Μπουρνιά εφαρμόστηκε πρόγραμμα
αντιφεουδαρχικό με διανομή της μεγάλης ιδιοκτησίας σε μικροκαλλιεργητές και
ακτήμονες. Αξίζει να αναφέρουμε ένα απόσπασμα της προκήρυξης του Δ. Μπαλή που
απευθυνόταν στο λαό της Ανδρου. Είναι από τα σπάνια ιστορικά ντοκουμέντα και
καταδεικνύει το προχώρημα που πραγματοποιήθηκε στη σκέψη και τις ιδέες του λαού
την εποχή εκείνη:
“Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον το
ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων; (…) Η γη ανήκει εις ημάς τους
δουλευτάς της και όχι στους ολίγους Τουρκάρχοντας που τη νέμονται με το δικαίωμα
του ισχυρότερου (…) θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα
απολαμβάνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της
σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον τους και την δούλευσίν
τους”.
(Δ. Φωτιάδη, “Η επανάσταση του ‘21”, τ. Β, σελ. 92 -το απόσπασμα υπάρχει και σε
σχολικό βιβλίο της Β' Λυκείου, 1997).
Αλλά και στην Αθήνα ο Μελέτης Βασιλείου (αξιόλογος λαϊκός ηγέτης) ξεσηκώνει την
πόλη, αναγκάζει τους Τούρκους να κλειστούν στην Ακρόπολη και για ένα διάστημα ο
λαός παίρνει την εξουσία. Οι κοτζαμπάσηδες όμως καταφέρνουν με την πρώτη
ευκαιρία να ξαναπάρουν την εξουσία, καταδιώκουν τον Βασιλείου μέχρι την Εύβοια,
όπου και τον δολοφονούν.
Πολύ γρήγορα η επανάσταση απλώνεται σε όλη την Πελοπόννησο και τον Απρίλη στα
νησιά. Μέχρι το Μάη η επανάσταση επεκτείνεται στη Μαγνησία, στη Χαλκιδική, στην
Εύβοια, στην Κρήτη, στο Μεσολόγγι, στο Αγρίνιο, στο Σούλι.
Ομως οι κοτζαμπάσηδες δεν έμειναν άπρακτοι. Το Μάη επιτίθενται στον Οικονόμου,
στο διοικητήριο της Υδρας, και αυτός αναγκάζεται να φύγει. Μετά από λίγο τον
συλλαμβάνουν και τον μεταφέρουν στην Πελοπόννησο για να τον σκοτώσουν. Υστερα
από αλλεπάλληλες συλλήψεις και αποδράσεις ο Οικονόμου αποφασίζει να πάει το
Δεκέμβρη στην Α' Εθνοσυνέλευση για να ζητήσει δικαιοσύνη. Λίγο πριν από την
Εθνοσυνέλευση άντρες του Λόντου τον σκοτώνουν.
Στη Χίο και στη Σάμο αφού οι τοπικοί προύχοντες δεν μπορούσαν να καταστείλουν
την εξέγερση, κατάφεραν να επικοινωνήσουν με τα απέναντι παράλια της Μ. Ασίας
και ζήτησαν τη βοήθεια των Τούρκων. Ετσι μετά από την τουρκική απόβαση το λαϊκό
κίνημα συνετρίβη. Δεκάδες χιλιάδες νησιώτες σφάχτηκαν και πολύ περισσότεροι
αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής (καταστροφή της
Χίου, Απρίλης 1822).
Το Μάη του 1821 ο Φιλικός Ανθιμος Γαζής κηρύσσει τη επανάσταση στη
Θεσσαλομαγνησία. Η ενεργός αντεπαναστατική δράση των κοτζαμπάσηδων όμως δεν
επέτρεψε τη διατήρηση της επανάστασης στην περιοχή. Ο Γαζής κυνηγήθηκε και έφυγε
στη Ρούμελη.
Στην περιοχή της Μάνης εξεγείρονται οι αγρότες και καταλαμβάνουν εκτάσεις στο
Μυστρά και στη Μονεμβασιά τις οποίες μοιράζονται και αρχίζουν να τις
καλλιεργούν. Η κατάληψη κράτησε ένα χρόνο οπότε οι κοτζαμπάσηδες έστειλαν στρατό
εναντίον τους.
Το καλοκαίρι του 1821 φτάνει στην Υδρα, ως πληρεξούσιος της Φιλικής Εταιρείας, ο
Δημήτριος Υψηλάντης, δημοσιεύει την πρώτη προκήρυξη προς τους Ελληνες και
διεκδικεί τη γενική διεύθυνση του Αγώνα στο Αστρος. Οι πρόκριτοι αντιδρούν και
απειλούνται επεισόδια στα Βέρβαινα και στη Ζαράκοβα. Ομως 3.000 οργισμένοι
στρατιώτες συγκροτώντας διαδήλωση απαίτησαν σύνταγμα και θέλησαν να σκοτώσουν
τους πρόκριτους. Μόνο μετά από την κατευναστική παρέμβαση του Κολοκοτρώνη
ηρέμησε η κατάσταση. Ηταν μια καλή ευκαιρία να λυθεί μια και καλή το ζήτημα της
εξουσίας, αλλά η συμβιβαστική στάση του Κολοκοτρώνη το απέτρεψε. Ετσι η
αντιδραστική μερίδα των κοτζαμπάσηδων κατάφερε σταδιακά να επιβληθεί και να
παραγκωνίσει όλους σχεδόν τους στρατιωτικούς ηγέτες ακόμα και τον Δ. Υψηλάντη.
Η στάση της Αγγλίας
Αξίζει να αναφερθούμε και στη στάση των Αγγλων, οι οποίοι, όλη την περίοδο μετά
την έναρξη της επανάστασης, κατέτρεχαν τους επαναστατημένους Ελληνες και
πρόδιναν τις κινήσεις τους στους Τούρκους. Η κατάληψη της Πάτρας από το λαϊκό
στρατό του Καρατζά λύθηκε τον Απρίλη του 1821 από τον Γιουσούφ Πασά, με τη
βοήθεια των Αγγλων. Ο Αγγλος αρμοστής της Επτανήσου (Μέτλαντ) φέρθηκε απάνθρωπα
στους Φιλικούς των νησιών και στα γυναικόπαιδα που κατέφευγαν εκεί από τη
Ρούμελη και το Μοριά για να σωθούν. Από το 1815 ακόμα, όσοι εξεγείρονται στα
Ιόνια νησιά κατά των Αγγλων είχαν πολύ σκληρή μεταχείριση. Οι φυλακίσεις, οι
βασανισμοί και οι κρεμάλες ήταν η “ελευθερία” που πρόσφεραν οι Αγγλοι στους
κατοίκους των νησιών. Λαϊκοί ηγέτες όπως ο Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, ο Ιωσήφ
Μομφεράτος, ο Δομενεγίνης κ.ά. είχαν εξοριστεί. Λίγο αργότερα ο άγγλος
πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, λόρδος Στράγκφορτ, θα δεχτεί την πρόταση του
σουλτάνου να έρθουν αγγλικά πλοία από τη Μάλτα για να καταστρέψουν τον
επαναστατικό ελληνικό στόλο στο Αιγαίο.
Εμφύλια διαμάχη
Μέχρι τα τέλη του 1823 οι κοτζαμπάσηδες και οι καραβοκύρηδες παραμερίζουν
εντελώς τους Φιλικούς και εδραιώνουν την εξουσία τους. Αμέσως μετά ξεσπά η
εμφύλια διαμάχη. Οι αιτίες της βρίσκονται στις διαμάχες μεταξύ μερίδων της
ελληνικής αστικής τάξης για το ποιος θα επικρατήσει. Δημιουργούνται δύο
κυβερνήσεις: η μία ελέγχεται από τους στρατιωτικούς και η άλλη από τους υδραίους
μεγαλοκαραβοκύρηδες. Αυτοί έχουν μεγαλύτερη ισχύ γιατί τους υποστηρίζουν
ρουμελιώτες οπλαρχηγοί, αλλά έχουν και τις επαφές με τους Αγγλους (το
εφοπλιστικό τους κεφάλαιο βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από την Αγγλία). Υστερα
από αρκετές συγκρούσεις τελειώνει η πρώτη φάση του εμφυλίου με ολοκληρωτική
επικράτηση των κοτζαμπάσηδων του Μοριά και των υδραίων μεγαλοκαραβοκυραίων. Στα
μέσα του 1824 ξεσπά η δεύτερη φάση του εμφυλίου. Στη φάση αυτή οι καραβοκύρηδες
θα παραμερίσουν τους κοτζαμπάσηδες (φεουδαρχία του Μοριά) και θα εδραιώσουν την
εξουσία τους με την αμέριστη βοήθεια και τις πολλές παρεμβάσεις της Αγγλίας.
Το αποτέλεσμα της εμφύλιας διαμάχης ήταν να χαθούν πολύτιμοι αγωνιστές, όπως ο
Οδυσσέας Ανδρούτσος που δολοφονήθηκε από κυβερνητικούς, ο Κολοκοτρώνης που
συνελήφθη και φυλακίστηκε, αλλά και πιο τραγικά γεγονότα όπως η πτώση του
Μεσολογγίου, που οφείλεται καθαρά στους τυχοδιωκτικούς χειρισμούς του
Μαυροκορδάτου και της κυβέρνησης.
Το ελληνικό ζήτημα είχε λυθεί σχεδόν οριστικά. Στις 21 Ιούλη του 1825 ο Αλ.
Μαυροκορδάτος, ο Σπ. Τρικούπης και ο Ι. Κωλέττης συναντούν τον άγγλο ναύαρχο
Χάμιλτον στη φρεγάτα “Κάμπριαν” και του ανακοινώνουν ότι σαν εκπρόσωποι του
ελληνικού λαού “καταθέτουν την τύχην της Ελλάδος εις την μεγαλοψυχίαν της
Αγγλίας”. Στο υπουργικό συμβούλιο που συγκλήθηκε μετά λίγες μέρες ανακοινώνεται
ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν αποκλειστική υπόθεση της Αγγλίας.
Αντιπροσωπεία Ελλήνων ύστερα από τις εντολές του Μαυροκορδάτου επισκέπτεται τον
Κάνινγκ στο Λονδίνο και ζητάει γραπτώς να τεθεί η Ελλάδα υπό την προστασία της
Αγγλίας. Πριν δηλαδή την απελευθέρωση, η κυβέρνηση ζήτησε να γίνει η Ελλάδα
προτεκτοράτο της Αγγλίας!!
Τα επόμενα γεγονότα είναι λίγο έως πολύ γνωστά. Η Ελλάδα μέσω των αλλεπάλληλων
δανείων και με τις ευλογίες της ξενόδουλης αστικής τάξης δέθηκε στο άρμα των
άγγλων αποικιοκρατών. Ο ελληνικός λαός υπέστη τις συνέπειες αυτών των γεγονότων
για πολλές δεκαετίες. Αλλά και η εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, με τις
εξαρτήσεις από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές, έχουν την αφετηρία τους στα γεγονότα
εκείνης της περιόδου.
Βιβλιογραφία
Γ. Κορδάτου, “Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επανάστασης του 1821”, εκδόσεις
Επικαιρότητα.
Γ. Κορδάτου, “Ο Ρήγας Φεραίος και η βαλκανική ομοσπονδία”, εκδόσεις
Επικαιρότητα.
Γ. Κορδάτου, “Οι επεμβάσεις των Αγγλων στην Ελλάδα”, εκδόσεις Επικαιρότητα.
Γ. Κορδάτου, “Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας”, τ. 17-20, εκδόσεις 20ός Αιώνας.
Γ. Βαλέτα, “Το προδομένο εικοσιένα”, εκδόσεις Φιλιππότης.
Τ. Βουρνά, “Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας”, τ. Α΄, εκδόσεις Πατάκη.
Γ. Σκαρίμπα, “Το 1821 και η αλήθεια”, εκδόσεις Κάκτος.
Ανωνύμου του Ελληνος, “Ελληνική Νομαρχία”, εκδόσεις Κάλβος.
Δ. Φωτιάδη, “Η επανάσταση του ‘21”.
G. Finlay, “Η ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδόσεις Τολίδη.
G. Finlay, “Η ιστορία της τουρκοκρατίας και της ενετοκρατίας στην Ελλάδα”,
εκδόσεις Τολίδη.
Μαρξ-Ενγκελς, “Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα”, εκδόσεις Γνώση.
Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα.
Χριστόφορου Περραιβού, “Σύντομος βιογραφία του Ρήγα Φεραίου”, εκδόσεις
Δημιουργία.
φ.521, 26/03/05© Προλεταριακή Σημαία
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ '21:
ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
του Αλέκου Χατζηκώστα
"...Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθή/ ή να κρεμάσει φούντα για
ξένον το σπαθί/
...Να σφάξωμεν του λύκους που τον ζυγόν
βαστούν/ και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν..."
(από τον ΘΟΥΡΙΟ του ΡΗΓΑ)
Αφορμή για το άρθρο αυτό έδωσε, η προγραμματισμένη εκδήλωση από το Δήμο Βέροιας
και την Διεύθυνση πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του νομού μας, που είναι αφιερωμένη
στη 25η Μαρτίου και στην οποία εμφανής κατά τη γνώμη μου ,είναι η προσπάθεια να
τονιστεί το "θρησκευτικό στοιχείο" της επετείου.
Είναι γνωστή η προσπάθεια όλα τα προηγούμενα χρόνια και με διάφορες μορφές μέσα
από την σημαντική αυτή επέτειο να καλλιεργηθούν μια σειρά προπαγανδιστικά
ιδεολογήματα τα οποία με σαφήνεια αλλοιώνουν το εθνικοαπελευθερωτικό-κοινωνικό
της χαρακτήρα καθώς και αποκρύπτουν τις κοινωνικές δυνάμεις που πήραν μέρος στη
Επανάσταση.
Από την αρχή θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πως όπως έχει αποδειχθεί από την
επιστημονική ιστορική έρευνα, οι αγωνιστές του '21 δεν έχυσαν το αίμα τους για
αφηρημένα ιδανικά και ανησυχίες μεταφυσικού χαρακτήρα, αλλά είχαν σαφείς και
συγκεκριμένους στόχους: Απαλλαγή από το τούρκικο ζυγό αλλά και την εξουσία των
κοτζαμπάσηδων, ανεξάρτητο κράτος χωρίς ξένους δυνάστες κ.α.
Δυστυχώς και με την προαναφερόμενη γιορτή, όπως και συνολικά με αυτό το ρεύμα
ιστορικής σκέψης, επιδιώκεται να υπερτονιστεί ο ρόλος της εκκλησίας και της
θρησκείας "η οποία διέσωσε το έθνος τα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας" , στα
πλαίσια του γνωστού σλόγκαν "πατρίς-θρησκεία..." ενώ τα πραγματικά ιστορικά
γεγονότα δεν είναι ακριβώς έτσι... Ας δούμε ορισμένες πλευρές της σχέσης
θρησκείας-επανάστασης του '21 σε συνάρτηση με τους καλλιεργούμενους μύθους επ'
αυτού.
Κατ' αρχήν να θυμίσουμε ότι η επιλογή της θρησκευτικής εορτής του Ευαγγελισμού
της Θεοτόκου ως επίσημης επετείου της επανάστασης έγινε από την πολιτεία το 1838
(!) για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένους πολιτικούς-ιδεολογικούς στόχους,
καλλιεργώντας παράλληλα "εθνικούς μύθους" που διατηρούνται και αναπαράγονται
μέχρις σήμερα δυστυχώς και από τα σχολικά βιβλία.
Μύθος πρώτος: "Η Αγία Λαύρα": Σύμφωνα με το καλλιεργούμενο μύθο στις 25/3/1821
στην Αγία Λαύρα από το Π.Π Γερμανό υψώθηκε το λάβαρο του αγώνα στο οποίο
ορκίστηκαν οι αγωνιστές. Πρόκειται για συνειδητά καλλιεργούμενο ψέμα:
- Η επανάσταση στη Πελοπόννησο δεν ξεκίνησε την 25η Μαρτίου αλλά μερικές μέρες
νωρίτερα.
- Μολονότι στην περιοχή των Καλαβρύτων (όπου και η εν λόγω Μονή) είχαν σημειωθεί
επαναστατικά γεγονότα και εκπρόσωποι της Φιλικής Εταιρείας (π.χ Παπαφλέσσας)
είχαν επιχειρήσει να ξεσηκώσουν τους πρόκριτους ουδέποτε έλαβε χώρα στην Αγία
Λαύρα η ορκωμοσία και κήρυξη της επανάστασης του '21.
Ο ίδιος ο Π.Π Γερμανός δεν αναφέρει τίποτε σχετικό στο απομνημονεύματά του, ούτε
σώζεται άλλη σχετική μαρτυρία. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής στη Αγία Λαύρα,
είχαν πράγματι συγκεντρωθεί εκείνες τις μέρες πρόκριτοι με τον Π.Π Γερμανό, για
να διαλυθούν όμως γρήγορα "ως πεφοβισμένοι" χωρίς φυσικά να πάρουν απόφαση για
τη κήρυξη της επανάστασης.
Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η συνέλευση των προκρίτων ης Πελοποννήσου στη
Βοστίτσα (Αίγιο) όπου ο Π.Π Γερμανός απέκρουσε τις προτάσεις του "απατεώνος και
εξωλεστάτου" Παπαφλέσσα!
Μύθος δεύτερος: "Το κρυφό σχολειό". Ο μύθος αυτός διαμορφώνεται σταδιακά μετά
την Επανάσταση, κυρίως μετά το 1850 με κύριο στόχο να παρουσιάσει την Εκκλησία
ως ενεργητικό φορέα διατήρησης της "εθνικής συνείδησης" στα χρόνια της
Τουρκοκρατίας.
Μάλιστα ο μύθος αυτός "ντύνεται" στα παιδικά μυαλά μέσα από τα σχολικά
εγχειρίδια με το γνωστό τραγουδάκι "φεγγαράκι μου λαμπρό" καθώς και τον γνωστό
(θαυμάσιο κατά τ'άλλα) ομώνυμο πίνακα του Γύζη.
Για τη ιστορία θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο μεν πίνακας του Ν. Γύζη φτιάχτηκε
πολύ αργότερα (εκτέθηκε σε έκθεση στην Αθήνα το 1900!), ενώ η σύνδεση του
τραγουδιού (που ήταν παιδικό τραγουδάκι για νανούρισμα) με το λεγόμενο κρυφό
σχολειό γίνεται στα 1870! Ας δούμε όμως πιο ουσιαστικά το όλο ζήτημα:
- Δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να αναφέρουν πως υπήρχε απαγόρευση της εκπαίδευσης
κατά της διάρκεια της τουρκοκρατίας, ούτε και έχει σωθεί σχετική οθωμανική
διάταξη-νομολογία. Αλλωστε δεν υπήρχε κανένας λόγος να απαγορεύσουν την
εκπαίδευση των χριστιανών.
Αντίθετα την χρειαζόταν διότι είχαν ανάγκη ενός αποτελεσματικού εκκλησιαστικού
μηχανισμού για τη διοίκηση των χριστιανών. Η εκκλησία και το Πατριαρχείο της
Κωνσταντινούπολης ήταν ένας θεσμός το οποίο οι Οθωμανοί διατήρησαν και
επανασυγκρότησαν αμέσως μετά την άλωση της Πόλης διότι τους ήταν απαραίτητος για
το έλεγχο των χριστιανών.
- Η ύπαρξη "κρυφού σχολειού" φαντάζει εντελώς παράλογη με δεδομένο ότι
λειτουργούσαν απρόσκοπτα ανώτερες σχολές, όπως η Μεγάλη Σχολή του Γένους, οι
σχολές της Πάτμου, των Ιωαννίνων, του Αθω, της Σμύρνης κ.α
Να υπογραμμιστεί ακόμη πως οι τόποι που παρουσιάζονται μέχρι σήμερα ότι
λειτουργούσαν "κρυφά σχολειά" βρίσκονται σε περιοχές όπου είτε λειτουργούσαν
ανώτερες σχολές (π.χ Δημητσάνα, Ιωάννινα κ.α) είτε κατακτήθηκαν σχετικά αργά (π.χ
Κρήτη 1669, Τήνο 1715 κ.α) και άρα η ύπαρξη "κρυφού σχολειού" τοποθετείται σε
περίοδο όπου πολλαπλασιάζονται οι νόμιμα λειτουργούσες ανώτερες σχολές (18ος
αιώνας).
Τέλος θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αντικειμενικά οι δάσκαλοι στις αγροτικές
περιοχές ήταν οι κληρικοί γιατί ήταν οι μόνοι γραμματιζούμενοι, ενώ αντίστοιχα
όποιος μάθαινε γράμματα συνήθως το έκανε για να γίνει κληρικός, μια και η
μόρφωση στο αγροτικό χώρο δεν είχε καμία άλλη χρησιμότητα. Όσο δε αφορά τη
φοίτηση τη νύχτα αυτή ήταν αντικειμενικό γεγονός (όταν συνέβαινε) γιατί και τα
παιδιά εργαζόταν στις αγροτικές δουλειές τα πρωινά...
Τρίτος μύθος: Ο ρόλος του ανώτερου Κλήρου. Ανεξάρτητα από το ρόλο που έπαιξε ο
λαϊκός-κατώτερος Κλήρος ο οποίος στήριξε και συμμετείχε εν πολλοίς στην
Επανάσταση, τα δεδομένα για την ανώτερη ιεραρχία ήταν σε αντίθετη κατεύθυνση.
Η κορυφή της εκκλησίας δεν ήθελε την επανάσταση γιατί έτσι θα έχανε τα προνόμια
που της δόθηκαν από την Οθωμανική αυτοκρατορία και που μέχρι σήμερα διατηρούνται
ορισμένα από αυτά...
Να θυμίσουμε κατ' αρχή ότι το Πατριαρχείο αφόρισε τον Υψηλάντη και το Σούτσο
όταν ξεκίνησε η Επανάσταση στις Ηγεμονίες. Ακόμη ορισμένες μόνο δηλώσεις του
Ιερατείου αποδεικνύουν το πώς αντιμετώπισε την επανάσταση:
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' δηλώνει για το Ρήγα Φεραίο και την κήρυξη της
επανάστασης: " Το έργο του είναι πλήρες σαθρότητας" και προξενεί κοινή βλάβη".
Ενώ για την επανάσταση: "εδηλώσαμε προς πάντας τους ομογενείς ευσεβείς να
διατηρούμε το ραγιαλίκι και να μην τολμήσετε κα' οποιονδήποτε τρόπο να δεχθείτε
ποτέ τους εχθρούς κατά της κραταιάς βασιλείας".
Ο Π.Π Γερμανός που τελικά "βλόγησε τα όπλα με τη πιστόλα στο κρόταφο" αποκαλεί
τον Παπαφλέσσα "εξωλέστατο (δηλαδή ρεμάλι) και απατεώνα". Ενώ λίγο πριν ξεσπάσει
η επανάσταση δηλώνει (το γράφει στα απομνημονεύματά του):
"Συσκεφθέντες λοιπόν μετ' επιστασίας και ιδόντες ότι το πλείστον μέρος της
Ελλάδος, δεν έχει ιδέα περί τοιούτου πράγματος (για τη επανάσταση)...εξετάσαντες
δε και την εσωτερικήν κατάστασιν του Έθνους ενέκριναν άπαντες το καιρόν ουχ
αρμόδιον ώστε να μείνει η Διοίκησις ήσυχος και εκτός υπονοιών". Θα μπορούσαν να
αναφερθούν και άλλα στοιχεία για το ρόλο του ανώτερου κλήρου.
Θα υπογραμμιστεί όμως και μία ακόμη πλευρά. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας
πολλές εξεγέρσεις τέμνουν τις υπάρχουσες θρησκευτικές κοινότητες και δεν φέρνουν
μονοδιάστατα ως αντίπαλους από την μια τους χριστιανούς και από την άλλη τους
μουσουλμάνους, αλλά τάξεις κοινωνικές άνισες (αγρότες-κοτζαμπάσηδες).
Ορισμένα παραδείγματα: Να θυμίσουμε τα περίφημα "καπάκια" (συμφωνίες οπλαρχηγών
με τους τούρκους με ανταλλάγματα). Το κίνημα του αρματολού Βλαχάβα το 1808
λαμβάνει χώρα σε συνεργασία των μουσουλμάνων τσιφλικάδων της Θεσσαλίας και
στρέφεται κατά του Αλή Πασά.
Και ακόμη, οι χριστιανοί Σουλιώτες συμμαχούν συχνά με τους μουσουλμάνους
Τσάμηδες ενάντια στη Αλή Πασά σε μία προσπάθεια διαφύλαξης της τοπικής τους
εξουσίας...
Η Επανάσταση του '21 αν σωστά διδαχτεί μπορεί να αποτελέσει ανεξάντλητη πηγή
διδαγμάτων και για τους αγώνες του σήμερα. Δυστυχώς όμως κάποιοι ,χρόνια τώρα
προσπαθούν για ευνόητους λόγους το εξεγερτικό μήνυμα του '21 να το μετατρέψουν
σε επέτειο, σε "ακίνδυνο" εικόνισμα. Χρέος των δασκάλων, των διανοητών της
εποχής μας να το μεταδώσουν στις σωστές του διαστάσεις.
Υ.Γ. Για την περίφημη αμφιδρόμηση της οδού Μητροπόλεως έχω τοποθετηθεί αναλυτικά
σε προηγούμενο άρθρο μου. Η Δημοτική Αρχή υλοποιώντας τελικά τις προεκλογικές
της υποσχέσεις προχωρά στην αμφιδρόμηση. Επόμενο βήμα πιστεύω πως θα είναι
παρεμβάσεις της (πάρκινγκ κ.α) και στην Εληά. Ας το πάρουν υπόψη τους οι πολίτες
σε πιθανές νέες δημοσκοπήσεις...
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
ΤΟΥ '21
του Γιώργου Κ. Καββαδία,
φιλολόγου-συγγραφέα
Το 1821
καταγράφηκε στις σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας ως η επανάσταση που καθόρισε σε
μεγάλο βαθμό την πορεία και την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια επανάσταση
που ξεκίνησε από τα φτωχά λαϊκά στρώματα παρασύροντας στη συνέχεια το μεγαλύτερο
μέρος του ελληνικού λαού. Με το να εξωραΐζουμε πρόσωπα και κοινωνικές ομάδες που
δυνάστευσαν και ταλαιπώρησαν τον λαό, δεν προσφέρουμε στην αυτογνωσία του λαού
μας.
Η
Τουρκοκρατία εξέθρεψε κοινωνικές τάξεις με συγκρουόμενα και ανταγωνιστικά
συμφέροντα, εκμετάλλευση και καταπίεση. Γι' αυτό η
Επανάσταση του 1821, εκτός από εθνική υπήρξε και βαθύτατα κοινωνική. Αυτή είναι
μια αλήθεια που οφείλουμε να την αποδεχόμαστε, γιατί, όπως το διατύπωσε εύστοχα
ο μεγάλος ποιητής Διονύσιος Σολωμός, «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό
ό,τι είναι αληθινό».
Η Επανάσταση
του 1821, με πρωτοπορία την ανερχόμενη, προοδευτική εμπορική τάξη, ραχοκοκαλιά
τα αγροτικά στρώματα, τους βιοτέχνες, εργάτες της πόλης και οπλισμένο χέρι τους
κλέφτες, είχε απέναντί της τον στρατιωτικό μηχανισμό της Τουρκίας, το ντόπιο
κατεστημένο και τον ανώτερο κλήρο (το 1/3 των κτημάτων στα 1830 είναι στα χέρια
της Εκκλησίας, ενώ οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες έχουν περισσότερα από τους
Τούρκους), αλλά και τις μεγάλες δυνάμεις που ήθελαν να λυθεί το Ανατολικό Ζήτημα
σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα. Η ανερχόμενη αστική εμπορική τάξη, η ισχυρή
επίδραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, η βαριά φορολογία στα φτωχά
αγροτικά, λαϊκά στρώματα από το οθωμανικό κράτος, ήταν τα στοιχεία που
δημιουργούν το υπόβαθρο της Επανάστασης.
Αντίθετοι
στην Επανάσταση στάθηκαν ο ανώτερος κλήρος, οι Φαναριώτες και οι κοτζαμπάσηδες
στην πλειονότητά τους, στους οποίους οι Τούρκοι είχαν παραχωρήσει μια σειρά
προνομίων που τους εξασφάλιζαν πλουσιοπάροχη ζωή. «Η προστασία της οθωμανικής
κυβερνήσεως», γράφει ο ιστορικός Φίνλεϊ, «δημιούργησε μια ελληνική αριστοκρατία
διοικητικών οργάνων και φοροεισπρακτόρων (...) Η ηθική
και πολιτική θέση τούτης της τάξης αποδόθηκε άριστα με την ονομασία τους σαν
είδος «χριστιανών Τούρκων». Ασφαλώς και υπήρξαν λαμπρές εξαιρέσεις που
επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί απ'
αυτή την «αριστοκρατία», μόλις είδαν ότι η Επανάσταση παίρνει παλλαϊκό
χαρακτήρα, έσπευσαν να ενταχθούν σ' αυτήν, όχι βέβαια
για να τη βοηθήσουν να πραγματοποιήσει τους σκοπούς της, αλλά για να την
καθοδηγήσουν και να την κατευθύνουν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους δημιουργώντας
ένα κράτος εχθρικό προς τις λαϊκές τάξεις και στρώματα.
Η Επανάσταση
του '21 πέρασε πολλές δύσκολες στιγμές. Κινδύνεψε
ακόμα και να συντριβεί. Όχι μόνο γιατί ο κατακτητής ήταν ανελέητος, αλλά και
γιατί οι κοτζαμπάσηδες, οι μεγαλοκαραβοκυραίοι, οι Φαναριώτες συκοφαντούσαν τους
Φιλικούς, συνωμοτούσαν σε βάρος των λαϊκών αγωνιστών, που μαζί με την εθνική
λευτεριά ζητούσαν και κοινωνική δικαιοσύνη.
Δεν δίστασαν
μάλιστα να καταφύγουν σε διώξεις και δολοφονίες λαϊκών ηγετών, όπως του Αντ.
Οικονόμου, του Μελέτη, του Οδ. Ανδρούτσου, αλλά και αργότερα να φυλακίσουν τον
Κολοκοτρώνη, να διώξουν τον Μακρυγιάννη κ.ά. Κατέφυγαν ακόμα και σε εμφύλιους
πολέμους, σπρωγμένοι από τους Aγγλους «κηδεμόνες» και
άλλους «προστάτες».
Η φετινή
επέτειος των 184 χρόνων από την Επανάσταση των προγόνων μας συμπίπτει με
συγκλονιστικές αλλαγές στον κόσμο. Αν και πέρασαν 184 χρόνια, ζωντανά και
επίκαιρα παραμένουν τα μεγάλα οράματα των εξεγερμένων προγόνων μας για λευτεριά,
λαϊκή κυριαρχία και κοινωνική δικαιοσύνη.
Παράλληλα,
χρειάζεται να σκεφτούμε τους λαούς που αγωνίζονται για εθνική και κοινωνική
απελευθέρωση ζητώντας να ζήσουν ελεύθερα σ' ένα δικό
τους κράτος, όπως για παράδειγμα οι Παλαιστίνιοι, οι Κούρδοι και οι Ιρακινοί,
εδώ στη γειτονιά μας.
Σήμερα τον
ρόλο της «Ιεράς Συμμαχίας», της αντίδρασης και της καταπίεσης λαών και εθνοτήτων
στο όνομα της «Παγκοσμιοποίησης» έχουν αναλάβει οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και οι σύμμαχοί
τους. Δεν είναι μόνο οι βόμβες του απεμπλουτισμένου ουρανίου από τους
νέο-βάρβαρους του ΝΑΤΟ που σκορπούν τον θάνατο. Είναι και οι «βόμβες» του
εμπλουτισμένου ραγιαδισμού που πυρπολούν τα μυαλά, τις ψυχές και τις
συνειδήσεις, έτσι ώστε οι σύγχρονες μορφές καταπίεσης και δουλείας των ανθρώπων
του μόχθου να παρουσιάζονται με τη μάσκα της ελευθερίας. Μόνο που αυτή η
«ανάπηρη ελευθερία» δεν μας ταιριάζει.
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΄21 ΣΤΑ
ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
η εικόνα... του «άλλου»
του Χρήστου Κάτσικα
Το μάθημα της ιστορίας κατέχει
προνομιακή θέση στη διαδικασία για τη συγκρότηση της ταυτότητας ενός λαού και
εδώ «κατασκευάζονται» «εμείς» και οι «άλλοι», οι «εχθροί» και οι «φίλοι».
Στα σχολικά βιβλία της ιστορίας, κυρίως, οι μαθητές από το
Δημοτικό ακόμη, «διαβάζουν» το παρελθόν του τόπου τους, τις σχέσεις της χώρας
τους με τις γειτονικές χώρες και διαμορφώνουν απόψεις, στάσεις και διαθέσεις.
Η οπτική παρουσίασης του παρελθόντος, ο τρόπος διαχείρισης των
γεγονότων, είναι το έδαφος πάνω στο οποίο, με οργανωμένο και μεθοδικό τρόπο,
μπορεί να αναπτυχθούν εθνικιστικές αιχμές και να καλλιεργηθούν οι αντιθέσεις με
τους γειτονικούς λαούς ή αντίθετα να προωθηθούν ιδέες συνεργασίας, φιλίας και
ειρήνης.
·
Ποια είναι η εικόνα που παρουσιάζουν για τους
γειτονικούς μας Τούρκους τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας σε γεγονότα που
επηρέασαν άμεσα την ιστορική πορεία των δύο λαών;
·
Παράλληλα, πως παρουσιάζουν τα σχολικά βιβλία
των γειτόνων μας την Ελληνική Επανάσταση του 1821;
·
Με λίγα λόγια πως «διαβάζουν» το παρελθόν τα
Ελληνόπουλα και τα Τουρκόπουλα μέσα από τα σχολικά τους βιβλία και πως αυτή η
«ανάγνωση» εσωτερικεύεται στο παρόν;
Για μια πρώτη απάντηση στα παραπάνω
ερωτήματα ζητήσαμε από μαθητές Δημοτικών και Γυμνασίων που διδάχθηκαν την
περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας στη βαλκανική και την Ελληνική επανάσταση (ΣΤ
Δημοτικού, Γ Γυμνασίου) να μας απαντήσουν αν θεωρούν ότι η βία και η
επιθετικότητα είναι φυσικό χαρακτηριστικό σε κάποιους λαούς και επίσης αν
θεωρούν ότι με κάποιους λαούς δεν υπάρχουν προοπτικές φιλίας και συνεργασίας με
τη χώρα μας.
Η ανάγνωση των πινάκων 1 και 2 φανερώνουν ότι στους Έλληνες
μαθητές οι Τούρκοι έχουν εντυπωθεί στη συνείδησή τους ως «ο αιώνιος εχθρός»
καθώς η βία και η επιθετικότητα παρουσιάζονται σχεδόν ως «εθνικό τους ελάττωμα»
...
Την αντίστοιχη εικόνα για τους Έλληνες έχουν οι Τούρκοι μαθητές.
|
Πίνακας 1. Θεωρείτε ότι η βία και η
επιθετικότητα είναι φυσικό χαρακτηριστικό
σε κάποιους από τους παρακάτω λαούς; |
|
ΕΘΝΟΤΗΤΕΣ |
ΚΑΘΟΛΟΥ |
ΛΙΓΟ |
ΠΟΛΥ |
|
Ιταλοί |
85% |
11% |
4% |
|
Άγγλοι |
33% |
42% |
25% |
|
Τούρκοι |
7% |
18% |
75% |
|
Ρώσοι |
14% |
66% |
20% |
|
Γερμανοί |
23% |
36% |
41% |
|
Βούλγαροι |
39% |
29% |
32% |
|
Αμερικανοί |
13% |
45% |
42% |
|
Πηγή : Έρευνα με ερωτηματολόγιο σε 450
μαθητές Δημοτικών και Γυμνασίων σχολείων της Αττικής |
|
Πίνακας 2. Με ποιον από τους παρακάτω
λαούς θεωρείτε ότι δεν υπάρχουν προοπτικές φιλίας και συνεργασίας με τη
χώρα μας; |
|
ΕΘΝΟΤΗΤΕΣ |
ΠΟΣΟΣΤΟ (%) |
|
Ιταλοί |
2% |
|
Αγγλοι |
19% |
|
Τούρκοι |
81% |
|
Ρώσοι |
19% |
|
Γερμανοί |
17% |
|
Βούλγαροι |
18% |
|
Αμερικανοί |
30% |
|
Πηγή : Έρευνα με ερωτηματολόγιο σε 450
μαθητές Δημοτικών και Γυμνασίων σχολείων της Αττικής |
| |
|
|
|
|
ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ
ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα σχολικά βιβλία ιστορίας των
προηγούμενων δεκαετιών και των δύο χωρών θα διαπιστώσει εύκολα ότι έχουν ένα
κοινό παρανομαστή: παρουσιάζουν με κάθε μορφής υποτιμητικά και προσβλητικά λόγια
ο καθένας τον «ιστορικό τους εχθρό» που είναι «άγριος», «φανατισμένος»,
«αχάριστος», καλλιεργώντας φιλοπόλεμες διαθέσεις και εδραιώνοντας το μίσος και
την εχθρική στάση.
Να πως αντιμετώπιζε την Ελληνική επανάσταση ένα Τουρκικό σχολικό
βιβλίο ιστορίας στη δεκαετία του ΄70 : «Οι Έλληνες κρεμούν τους Τούρκους
αιχμαλώτους στα δέντρα και κατόπιν βάζουν φωτιά κάτω από τα πόδια τους να
σιγοψηθούν, αφού προηγουμένως χαράξουν με μαχαίρια σταυρούς στα στήθια τους.
Τέλος, πριν ξεψυχήσουν τους κάνουν στόχους για σκοποβολή»
Την ίδια περίοδο στα δικά μας σχολικά βιβλία της Ιστορίας οι
Τούρκοι παρουσιάζονται «νωθροί», «φανατισμένοι», «άξεστοι», «απολίτιστοι»,
«άγριοι». Από την ΣΤ΄ Δημοτικού το Ελληνόπουλο μάθαινε ότι
«οργισμένος τότε ο Ομέρ Βρυώνης έδωσε διαταγή να τον σουβλίσουν
ζωντανό. Ο Διάκος υπόφερε το φοβερό μαρτύριο χωρίς να δακρύσει, χωρίς να βγάλει
στεναγμό πόνου»
ΣΗΜΕΡΑ
Στη Σύσταση για την εκπαίδευση (άρθρο 15) της
UNESCO (1974)
επισημαίνεται ότι τα σχολικά βιβλία της ιστορίας πρέπει να παρουσιάζουν σε βάθος
τους παράγοντες και τις καταστάσεις που αποτελούν σημεία έντασης και προστριβής
ανάμεσα στις χώρες. Έτσι «να αποκαλύπτονται τα πραγματικά συμφέροντα των λαών
και εκείνα των ομάδων που μονοπωλούν την οικονομική και πολιτική εξουσία ασκούν
την εκμετάλλευση και υποθάλπουν τον πόλεμο»
Είναι αλήθεια ότι σήμερα υπάρχει μια φραστική εξομάλυνση στα
σημεία τριβής και αποφεύγονται συστηματικά φορτισμένοι όροι, όπως για παράδειγμα
οι λεπτομερείς περιγραφές βίαιων πράξεων που αποτελούσαν κύριο χαρακτηριστικό
στα παλιότερα σχολικά βιβλία ιστορίας.
Όμως, σε καμιά περίπτωση η διαπραγμάτευση των ιστορικών γεγονότων
δεν είναι απαλλαγμένη από στερεότυπα και η περιφρονητική και εχθρική περιγραφή
των Τούρκων στα Ελληνικά σχολικά βιβλία και των Ελλήνων στα Τουρκικά παραπέμπει
άμεσα και σαφώς στην προσπάθεια δημιουργίας της εικόνας του «έθνους των κακών»
ως αρνητική φωτογραφία του «έθνους των καλών».
Όταν τα σχολικά βιβλία ιστορίας και των
δύο χωρών αναφέρονται στην περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας στην Βαλκανική και
στην Ελληνική επανάσταση, η περιγραφή των συγκρούσεων φαίνεται να εμπνέουν τους
συγγραφείς περισσότερο από την ανάλυση των πραγματικών αιτιών. Κοντολογίς ο
πόλεμος, οι σφαγές, η αδικία, οι βαρβαρότητες παρουσιάζονται σαν «εθνικό
ελάττωμα» του «άλλου», εμποδίζοντας έτσι τις νέες γενιές να ξεχωρίσουν τα
αίτια. Η βία της εξουσίας γίνεται φυσικό χαρακτηριστικό ενός έθνους.
Η ιστορία εκτοπισμένη στη λέξη «μνήμη», μια λέξη πασπαρτού,
γίνεται το όργανο μιας «διαχείρισης» που εξαρτάται περισσότερο από τις σχέσεις
των δύο χωρών στο παρόν .
Στα σημεία που αφορούν τις αναλύσεις
για την φυσιογνωμία του ενός ή του άλλου λαού η εικόνα των άλλων
αποδίδει αρνητικά χαρακτηριστικά σε εθνότητες. Ταυτίζει επιμέρους ομάδες με
ολόκληρο λαό, ταυτίζει τους λαούς με τις εξουσίες ή κυβερνήσεις. Εμφανίζει τα
έθνη σαν απόλυτα συνεκτικές ομάδες, χωρίς εσωτερικές διακρίσεις και διαφορές,
χωρίς συγκρουόμενα συμφέροντα, με χαρακτηριστικά καλά ή κακά, στατικά και
απαράλλαχτα σαν από τη φύση δοσμένα. Αυτό σημαίνει ότι η αυταρχική διακυβέρνηση,
οι αυτοκρατορίες, η αποικιοκρατία, ο πόλεμος, ο επεκτατισμός, η βία «φυσικοποιούνται»
και δεν εμφανίζονται στους μαθητές / τριες σαν κοινωνικό φαινόμενο, που έχει
σχέση με την ιστορική περίοδο, το είδος διακυβέρνησης, την οργάνωση των
κοινωνιών, τα καθεστώτα, τις πολιτικές ηγεσίες.
Ένα ολόκληρο ιδεολογικό πρετ - α - πορτέ» ξετυλίγεται στις
σελίδες τους και η επιλεκτική μνήμη είναι πανταχού παρών. Σε άλλα
υπερβάλλουν, σε άλλα τηρούν βαθιά σιωπή.
Έτσι για τα Τουρκικά σχολικά βιβλία ιστορίας η Ελληνική
επανάσταση αντιμετωπίζεται σαν ένα δυσάρεστο γεγονός της Τουρκικής ιστορίας. Η
ίδια η λύση του Ελληνικού ζητήματος και η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού
κράτους παρουσιάζεται αποκλειστικά και μόνο ως συνέπεια της ανάμειξης των ξένων
δυνάμεων. Σύμφωνα με τα τουρκικά βιβλία ιστορίας, «οι Έλληνες είχαν τα
περισσότερα προνόμια, και σε σχέση με άλλους χριστιανικούς λαούς ήταν πιο
εύποροι και πιο φωτισμένοι». Υποβάλλεται η ιδέα ότι οι Έλληνες είναι
αχάριστοι, αχόρταγοι, φιλοπόλεμοι και επεκτατιστές και ότι είναι φυσικό ή εθνικό
τους χαρακτηριστικό το να έχουν συνέχεια «απλωμένο το χέρι».
ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
Οι
Έλληνες αποδυναμώνουν την εθνική τους συνείδηση όταν καταπολεμούν στα σχολικά
βιβλία τον εθνοκεντρισμό, την περιφρονητική υποτιμητική και εχθρική περιγραφή,
όταν δεν κάνουν το ίδιο και οι Τούρκοι;
Η πανεπιστημιακός Αννα Φραγκουδάκη σημειώνει ότι όχι μόνο δεν
«αποδυναμώνουμε την εθνική μας συνείδηση όταν τα
σχολικά βιβλία μαθαίνουν στα παιδιά ιστορία και όχι μυθολογία που αξιολογεί τα
έθνη με βάση παραδοσιακά στερεότυπα, αλλά αντίθετα διαμορφώνουμε συνείδηση
ανθεκτική και κριτική».
Η πολιτική μάθηση από μια διαστρεβλωτική εικόνα της ιστορίας
είναι διπλή. Κατασκευάζει μια εικόνα των άλλων που αποκλείει τη δυνατότητα
σύλληψης ή αποδοχής της ιδέας για κάθε είδους συμμαχία ή συνύπαρξη με τους
«κακούς» των άλλων εθνών. Ακόμα περισσότερο αποκλείει τη δυνατότητα εντοπισμού
συμμάχων ομάδων στο εσωτερικό των «κακών» εθνών, όπως π.χ. για να μείνουμε στους
«κακούς» των βιβλίων, δημοκράτες, και φιλειρηνικούς Τούρκους που ονειρεύονται
συμμαχία, συνεργασία και ειρήνη των βαλκανικών λαών, κ.ο.
Ως προς τον εθνικό εαυτό, αυτή η πολιτική μάθηση, που ταυτίζει
τον ολοκληρωτισμό και τον πόλεμο με εθνικά ελαττώματα, εμποδίζει τις νέες γενιές
ν΄ αναγνωρίσουν τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια των πολέμων και των αυταρχικών
εξουσιών. Έτσι, αφήνει απροστάτευτες τις νέες γενιές όχι μόνο από τους
δικτάτορες και πολεμοκάπηλους των άλλων αλλά και τους δικούς τους. Η ταύτιση της
βίας των εξουσιών με «φυσικά» χαρακτηριστικά των «κακών» εθνών ανοίγει το δρόμο
προς τους πατριδοκάπηλους και πολεμοκάπηλους.
ΟΙ
ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ....ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
Ξέρετε πότε είχαμε αλλεπάλληλες εκδόσεις σχολικών βιβλίων
ιστορίας στη Βαλκανική; Από το 1990 και μετά. Σύμφωνα με την Πανεπιστημιακό
Σοφία Βούρη, η εμφάνιση νέων σχολικών βιβλίων ιστορίας στα Βαλκάνια έγινε υπό
την πίεση των πολιτικών ανακατατάξεων την περίοδο αυτή και πιστοποιούσε την
προσπάθεια των μετασχηματιζόμενων χωρών της Ν.Α. Ευρώπης να επαναπροσδιορίσουν
και να αναδιαπραγματευτούν τη συλλογική μνήμη των μελών τους και να συγκροτήσουν
νέες ταυτότητες.
Στη χώρα μας η «παρουσίαση» του παρελθόντος μέσα στα
σχολικά βιβλία ιστορίας είχε τις δικές της περιπέτειες. Ένα από τα μακροβιότερα
σχολικά βιβλία ιστορίας, αυτό των Θεοδωρίδη - Λαζάρου (Ιστορία των Νέων Χρόνων)
γράφεται το 1923, παραμορφώνεται το 1937 (δικτατορία Μεταξά), «καθαρίζεται» το
1972 (δικτατορία), μεταγλωττίζεται και επιβιώνει ως το 1982.
Το 1982 ένα χρόνο μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ έρχεται στα
σχολεία νέο βιβλίο Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, το οποίο γράφτηκε από τον
Βασίλη Κρεμμυδά. Κατά την πορεία όμως του βιβλίου από τον συγγραφέα στο
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και στη συνέχεια στον Οργανισμό Έκδοσης Διδακτικών
Βιβλίων (ΟΕΔΒ) προστίθεται από άγνωστο χέρι μια παράγραφος που κάνει λόγο για
έναρξη της επανάστασης του 1821 στην Αγία Λαύρα, για λάβαρα της επανάστασης
κ.λπ. γεγονός που καταγγέλλεται από τον ίδιο συγγραφέα του βιβλίου σαν
παραχάραξη!
Μια άλλη διάσταση της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας στην
εκπαίδευση δίνει ο Φανούρης Βώρος και αφορά στο προηγούμενο βιβλίο της ΣΤ΄
Δημοτικού (Ελληνική Ιστορία των Νεοτέρων Χρόνων) που διδάσκονταν μέχρι το 1989.
Το βιβλίο, λοιπόν, αυτό διαθέτει 150 σελίδες για την επανάσταση του ΄21, επτά
σελίδες για την Ελλάδα από το 1832 - 1909, είκοσι σελίδες για την περίοδο 1909
έως σήμερα και μια υποσημείωση για το Γοργοπόταμο.
Όπως γράφει ο
Serge
Halim, μπορεί κανείς να φανταστεί πιο περίτρανη
απόδειξη ότι η ιστορία ξεπηδάει από το παρόν, αφού άλλωστε η ίδια είναι
που το τρέφει;
[αρχή
σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
ΤΟ «ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ» ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΛΑΥΡΑ
ΤΗΣ
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ '21
Η «κατασκευή»... της Ιστορίας
του
Χρήστου Κάτσικα
Είναι γενικά αποδεκτό ότι όταν
οι άνθρωποι δεν υπακούουν στην ανάγκη ή στη συνήθεια, το σύνολο των ενεργειών
τους είναι συνάρτηση της γνώσης ή «γνώσης» που μεταφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι
κάθε πράξη-παρέμβαση στην κοινωνική πραγματικότητα καθορίζεται σ' ένα μεγάλο
βαθμό από τις πληροφορίες που έχουν δεχτεί από το άμεσο κι έμμεσο περιβάλλον,
από την οικογένεια, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το σχολείο ειδικά το τελευταίο
έχει αποφασιστικό ρόλο στη μετάδοση πληροφοριών λόγω του συνεχούς και
οργανωμένου τρόπου μετάδοσης. Σύμφωνα με τον Ε.Α. Ράουτερ, οι πληροφορίες
σχηματίζουν κρίσεις και πεποιθήσεις που αποτελούν μέρος του μηχανισμού που
κατευθύνει τις ενέργειές μας.
Στο σχολείο ο μαθητής διαμορφώνει
τρόπο σκέψης και δράσης ανάλογα με τις πληροφορίες που έχει δεχτεί. Στο μάθημα
της Ιστορίας μαθαίνει, εκτός των άλλων, συγκεκριμένες ανθρώπινες ενέργειες που η
ίδια η μελέτη τους επηρεάζει τη χαρακτηροδομή του, συνδιαμορφώνει μαζί μ'
άλλους παράγοντες την κοινωνική συνείδησή του.
Όταν η κοινωνική πραγματικότητα του
μακρινού ή του κοντινότερου παρελθόντος παρουσιάζεται σωστά όπως πραγματικά
είναι τότε το μάθημα συμβάλλει στη διαμόρφωση κοινωνικής συνείδησης ικανής να
«βλέπει», να κατανοεί, να παρεμβαίνει θετικά. Όταν όμως κυριαρχεί η ιστορική
ανακρίβεια, τότε διαμορφώνεται κοινωνική συνείδηση πλανημένη, ανίκανη να
σχηματίζει σωστή αντίληψη και κρίση και συνεπακόλουθα σωστή πράξη.
Η Ιστορία αφηγείται ανθρώπινες
ενέργειες που σαφώς συνεπάγονται τιμές ή ενοχές για όσους έχουν σχέση μ' αυτές.
Με βάση όσα μαθαίνει ο νέος άνθρωπος στο σχολείο, σχηματίζει αξιολογικές κρίσεις
για άλλους ανθρώπους, για κοινωνικές ομάδες, στρώματα, τάξεις, σεβασμό και
εμπιστοσύνη ή αποστροφή και έχθρα.
Τα πράγματα, λοιπόν, είναι σοβαρά και
επικίνδυνα. Για ποιους; Μα για όσους (κοινωνικά στρώματα, ομάδες, τάξεις) ήταν
απόντες από μεγάλα έργα ή έπαιξαν ρόλο αρνητικό ή θεωρούν ότι η αφήγηση κάποιων
γεγονότων δεν ευνοεί τις δικές τους θέσεις, την ιδεολογία τους, τους σκοπούς
τους. Αυτοί, λοιπόν, χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους απόκρυψης της ιστορικής
αλήθειας, όπως την αποσιώπηση, παραποίηση, παρερμηνεία κ.λπ. Όλ' αυτά, σύμφωνα
με το επίτιμο μέλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Φανούρη Βώρο, μ' έναν σκοπό: τη
δημιουργία πλανημένων κοινωνικών συνειδήσεων που σκέφτονται και ενεργούν σε
βάρος των ίδιων τους των συμφερόντων.
Η ιδεολογική χρήση της εικόνας στην
Ιστορία
Ποιος Έλληνας, σε όποια ηλικία κι αν
βρίσκεται, δεν γνωρίζει να πει δυο λόγια για το «κρυφό σχολειό» ή για το
«ξεκίνημα της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα στις 25 Μάρτη»; Μπορεί να μη
γνωρίζουμε για την τύχη των πρωτεργατών τής Επανάστασης, για την εξάρτηση και
τους ξένους προστάτες, για την κατάληξη του αγώνα, όμως όλοι μπορούμε εύκολα να
αναφερθούμε στα «δύο πιο σημαντικά γεγονότα της Νεώτερης Ιστορίας μας, στο κρυφό
σχολειό και στην ευλογία των όπλων στην Αγία Λαύρα από τον Π.Π. Γερμανό, που
αποτέλεσε και αφετηρία της Ελληνικής Επανάστασης. Κι αν μας διαφεύγουν κάποιες
λεπτομέρειες των βιβλίων, αν έχουμε ξεχάσει τους αναρίθμητους επετειακούς
λόγους, σίγουρα έχουμε αποτυπώσει τα πρόσωπα, τις εικόνες από τους γοητευτικούς
πίνακες του Γύζη και του Βρυζάκη, που μαζί με τις φωτογραφίες του Κολοκοτρώνη,
του Μιαούλη και άλλων, έμειναν ανέπαφοι χαραγμένοι βαθιά στη μνήμη. Η γοητεία
της μορφής, η εικόνα λειτουργεί σαν πληροφορία που δεν δέχεται αμφισβήτηση. Η
εικαστική τέχνη θεωρείται ανεκτίμητη πηγή για τη ζωή του γεγονότος ή του μύθου,
καθώς βοηθάει να γίνει παρόν το περιεχόμενό τους και καθώς αγγίζει την ίδια τη
ζωή τους, λειτουργώντας σαν αυτόπτης μάρτυρας.
Στην «ανάγνωση» ενός έργου τέχνης,
στη διαδικασία της διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας και για την κατανόησή
της είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την ταυτότητά του. Να γνωρίζουμε δηλαδή τον
τόπο, τον χρόνο, τις συνθήκες δημιουργίας καθώς και τα κίνητρα, τους στόχους και
τον χρηματοδότη του έργου.
Ας έρθουμε, λοιπόν, στους
συγκεκριμένους πίνακες του Γύζη και του Βρυζάκη, καθώς και στους ίδιους τους
μεγάλους αυτούς Έλληνες καλλιτέχνες του προηγούμενου αιώνα.
Ο Γύζης (1824-1901) έκανε ανώτερες
σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μονάχου με υποτροφία του ευαγούς Ιδρύματος
Τήνου. Με τη φροντίδα, δηλαδή, και την καθοδήγηση της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο
καλλιτέχνης διακατεχόταν από βαθιές θρησκευτικές τάσεις και η ζωγραφική του
παρέμεινε ερμητικά κλειστή στις μεγάλες αναταραχές που είχαν επηρεάσει το σύνολο
των καλλιτεχνών σε Γαλλία και Γερμανία.
Ο Βρυζάκης (1814-1878), αφού
φιλοτέχνησε τη λεγόμενη προσωπογραφία του Όθωνα (1837), έκανε ανώτερες σπουδές
στο Μόναχο, αφού πήρε μια μεγάλη υποτροφία (για 10 χρόνια) από τη Βαυαρική
κυβέρνηση.
Ο πίνακας του Βρυζάκη «Ο Μητροπολίτης
Π.Π. Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ελευθερίας» (1851) και ο πίνακας του Γύζη «Το
κρυφό σχολειό» (1886) έγιναν σε μια συγκεκριμένη εποχή. Λίγα χρόνια πριν, είχαν
ομαλοποιηθεί οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας που είχαν διαταραχθεί στην
περίοδο της Αντιβασιλείας και ήδη είχε επικρατήσει, με συνεργασία των δύο, το
στείρο πνεύμα του μεγαλοϊδεάτικου σχολαστικισμού σ' όλη την πνευματική ζωή και
βέβαια στην εκπαίδευση. Στην παιδεία επικρατεί η ιεροκρατική αντίληψη και από τα
σχολικά αναγνώσματα ως τα σχολικά τραγούδια κυριαρχεί μια ηθικολογία και
συνθηματολογία ιεροκρατικής προέλευσης. Βρισκόταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη η
σκύλευση πάνω στο πτώμα της Επανάστασης του '21. Η Εκκλησία σε πλήρη σύμπνοια με
την Πολιτεία μετέδιδε τη δική της εκδοχή για το παρελθόν. «Ίσως ο ρομαντικός
εραστής των γλυκερών ιστορικών φαντασιώσεων ν' απογοητευθεί όταν μάθει
πως το περίφημο κρυφό σχολείο της τουρκοκρατίας είναι απλούστατα ένα
ιστορικό ψέμα» Λίνος Πολίτης
Για να γράψει κάποιος ιστορία
στηρίζεται στις πηγές, στα κάθε λογής κατάλοιπα του παρελθόντος. Οι πηγές για τη
μελέτη της Επανάστασης του '21 είναι αρκετά διαφωτιστικές για την Αγία Λαύρα και
το Κρυφό Σχολειό (πίνακας 1). Έτσι εύκολα διαπιστώνουμε ότι:
α. Για την Αγία
Λαύρα και τον Π.Π. Γερμανό
1
Κανένα δημόσιο ή
ιδιωτικό έγγραφο της εποχής δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε παρόμοιο γεγονός.
2
Οι Έλληνες και ξένοι
ιστοριογράφοι της Επανάστασης αναφέρουν:
* Φιλήμων: «παχυλόν
ψεύδος» (Φιλήμονος, Δοκίμιο Ιστορικό Ελληνικής Επανάστασης, τομ. Γ', κβ).
* Σπ. Τρικούπης:
«Ψεύδος» (Σπ. Τρικούπη, Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης, τομ. Α', σ. 229).
* Φίνλεϋ: «δεν
ανταποκρίνεται στην αλήθεια» (Φίνλεϋ, Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης, τομ. Α', σ.
217).
3
Ο Π.Π. Γερμανός στα
Απομνημονεύματά του, ενώ εξιστορεί με λεπτομέρειες τα πάντα, δεν λέει τίποτε για
την Αγία Λαύρα.
4
Καμιά αναφορά δεν
υπάρχει πουθενά για την Αγία Λαύρα, τουλάχιστον μέχρι το 1835.
β. Για το Κρυφό
Σχολειό
1
Οι Τούρκοι δεν
ενδιαφέρονταν για την εκπαίδευση. Τα σχολεία καθ' όλη τη διάρκεια της
Τουρκοκρατίας ήταν φανερά και λειτουργούσαν σε αρκετές πόλεις, χωρίς προβλήματα
από τους Τούρκους. Δεν υπήρχε, λοιπόν, λόγος για κρυφά σχολειά.
2
Καμιά ιστορική
μαρτυρία της εποχής δεν κάνει λόγο για κρυφά σχολειά ή για απαγόρευση της
λειτουργίας σχολείων από τους Τούρκους.
3
Να τι γράφει ο
Γιάννης Βλαχογιάννης που αγωνίστηκε με πάθος να θεμελιώσει στην αρχειακή έρευνα
την ιστορία: «Δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη
κρυφού σχολειού».
[αρχή
σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
επιμέλεια του παρακάτω αφιερώματος: Γιάννης
Μακρίδης
Το
εθνικοαπελευθερωτικό νόημα της
επανάστασης του 1821
Tο 1821 καταγράφηκε στις σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας ως η
επανάσταση που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την πορεία και την εξέλιξη της
ευρωπαϊκής ηπείρου. Mια επανάσταση που ξεκίνησε από τα φτωχά λαϊκά στρώματα,
παρασύροντας στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού. Mε το να
εξωραΐζουμε πρόσωπα και κοινωνικές ομάδες που δυνάστευσαν και ταλαιπώρησαν το
λαό, δεν προσφέρουμε στην αυτογνωσία του λαού μας.
H Tουρκοκρατία εξέθρεψε κοινωνικές τάξεις με συγκρουόμενα και
ανταγωνιστικά συμφέροντα, εκμετάλλευση και καταπίεση. Γι' αυτό η επανάσταση του
1821 εκτός από εθνική υπήρξε και βαθύτατα κοινωνική. Aυτή είναι μια αλήθεια που
οφείλουμε να την αποδεχόμαστε, γιατί όπως το διατύπωσε εύστοχα ο μεγάλος ποιητής
Διονύσιος Σολωμός «Tο έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι
αληθινό».
Aντίθετοι στην επανάσταση στάθηκαν ο ανώτερος κλήρος, οι
φαναριώτες και οι κοτζαμπάσηδες στην πλειοψηφία τους, στους οποίους οι Tούρκοι
είχαν παραχωρήσει μια σειρά προνομίων, που τους εξασφάλιζαν πλουσιοπάροχη ζωή.
Σήμερα, το ρόλο της «Iεράς Συμμαχίας», της αντίδρασης και της
καταπίεσης των λαών και εθνοτήτων, στ' όνομα της «παγκοσμιοποίησης», έχουν
αναλάβει οι HΠA, το NATO και οι σύμμαχοί τους. Δεν είναι μόνο οι βόμβες του
απεμπλουτισμένου ουράνιου από τους νεο-βάρβαρους του NATO που σκορπούν το
θάνατο. Eίναι και οι «βόμβες» του εμπλουτισμένου ραγιαδισμού που πυρπολούν τα
μυαλά, τις ψυχές και τις συνειδήσεις, έτσι ώστε οι σύγχρονες μορφές καταπίεσης
και δουλείας των ανθρώπων του μόχθου να παρουσιάζονται με τη μάσκα της
ελευθερίας.
PHΓAΣ
ΦEPPAIOΣ
O
κορυφαίος του Nεοελληνικού Διαφωτισμού
Kορυφαίος του Nεοελληνικού Διαφωτισμού υπήρξε ο Pήγας που
συνδυάζει τον επαναστατικό ενθουσιασμό και την ορμή του μεγάλου λαϊκού
διαφωτιστή με το ταλέντο της επαναστατικής οργάνωσης και δράσης. Θεωρούσε
προϋπόθεση για την ελληνική επανάσταση το φωτισμό του γένους και μετέφρασε στα
ελληνικά τα πιο ριζοσπαστικά κείμενα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, ενώ η έκδοση
του «Συντάγματος» και της «Eπαναστατικής προκήρυξης» στόχευε στην προετοιμασία
της επανάστασης από πολιτική πλευρά. Aπό τα πιο δημοκρατικά άρθρα του
«Συντάγματος» είναι η διακήρυξη για την ανάγκη της γενικής μόρφωσης.
«Αρθρο
22. Όλοι χωρίς εξαίρεση έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. H πατρίς έχει να
καταστήσει σχολεία εις τα χωρία δια τα αρσενικά και τα θηλυκά παιδιά. Eκ των
γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποία λάμπουν τα ελεύθερα έθνη. Nα
εξηγούνται οι παλαιοί ιστορικοί συγγραφείς (εις την απλή γλώσσα), εις δε τας
μεγάλας πόλεις να παραδίδεται η γαλλική και η ιταλική γλώσσα, η δε ελληνική να
είναι απαραίτητος».
Διατύπωσε επιγραμματικά το δικαίωμα της επαναστατικής πάλης του
λαού ενάντια στην τυραννία.
«Αρθρο
35. Όταν η Διοίκησις βιάζει, αθετεί, καταφρονεί τα δίκαια του λαού και δεν
εισακούει τα παράπονά του, το να κάμει τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού
επανάσταση, να αρπάζει τα άρματα και να τιμωρήσει τους τυράννους του είναι το
πλέον ιερό από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητο από όλα τα χρέη του. Aν
ευρίσκονται όμως εις τόπον, όπου είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι
πατριώται και φιλελεύθεροι, πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη
των βουνών, ενόσω να ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνει ο
αριθμός των και τότε να αρχίσουν την επιδρομή κατά των τυράννων, κάμνοντες εις
κάθε δέκα ανθρώπους ένα δέκαρχο, εις τους πενήντα πεντηκόνταρχο, εις τους εκατό
εκατοντάρχους και ο στρατηγός τρεις χιλιάρχους, ο δε αρχιστράτηγος πολλούς
στρατηγούς».
O Pήγας ήταν κήρυκας της φιλίας και αλληλεγγύης των βαλκανικών
λαών, «O Bούλγαρος πρέπει να κινείται όταν πάσχει ο Έλλην και τούτος πάλιν δι'
εκείνον και αμφότεροι δια τον Aλβανόν και τον Bλάχον», αλλά και της ελευθερίας
της σκέψης και της πίστης.
«Αρθρο
7. Tο δίκαιο του να φανερώνουμε τη γνώμη μας και τους συλλογισμούς μας, τόσο με
την τυπογραφία όσο και με άλλο τρόπο. Tο δίκαιο του να συναθροιζόμεθα ειρηνικώς.
H ελευθερία κάθε είδους θρησκείας, χριστιανισμού, τουρκισμού, ιουδαϊσμού και τα
λοιπά δεν είναι εμποδισμένα εις την παρούσα διοίκηση».
O Θούριος του Pήγα είναι το σάλπισμα του ξεσηκωμού όλων των
βαλκανικών και αραβικών λαών ακόμα και των φτωχών Tούρκων ενάντια στην οθωμανική
τυραννία.
Tο επαναστατικό έργο του Pήγα συνέχισε «H ελληνική νομαρχία», που
στάθηκε το πιο επαναστατικό δημοκρατικό μανιφέστο του νεοελληνικού διαφωτισμού.
O «Aνώνυμος» συγγραφέας της δείχνει το δρόμο όχι μόνο της επανάστασης αλλά και
της πολιτικής και κοινωνικής απελευθέρωσης της Eλλάδας.
«O πόλεμος ποτέ μεν είναι δίκαιος, ποτέ δε άδικος κι αυτό
κρίνεται από τας αιτίας, όπου τον προξενούν. Eίναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν,
όταν κινείται προς διαυθέντευσιν της ιδίας ζωής και ελευθερίας, άδικος δε όταν
ένας φθονερός και άρπαξ, συναθροίζοντας μαζί του ή δια χρημάτων ή δια τινων
άλλων ουτιδανών μέσων, τινάς κακοτρόπους και κακοήθεις άνδρας, ορμεί εναντίον
των ιδίων του συμπατριωτών, κλέπτει, αρπάζει, λεηλατεύει και ασπλάχνως
καταφθείρει το παν, δια να χορτάση την λύσσαν της φιλαργυρίας του ή της
κενοδοξίας του... «H ζωή του αληθούς πολίτου πρέπει να τελειώνει ή δια την
ελευθερίαν του ή με την ελευθερίαν του»...
Eίναι αδύνατον, λοιπόν, ένας λαός να αγαπήσει ποτέ τον τύραννόν
του, αλλ' ο τύραννος, αδελφοί μου, εξ ανάγκης πρέπει
να μισή τους δούλους του, επειδή γνωρίζει αρκετώς ότι οι δούλοι δεν ημπορούν να
αγαπήσουν τον κλέπτην, τον φανερόν άρπαγα της ελευθερίας των...
Δεν πωλείται ίσως η δικαιοσύνη δια του χρυσού; Δεν αγοράζονται
ίσως οι κριταί δια του χρυσού; Δεν σκεπάζει ίσως ο πλούσιος τας ανομίας του δια
του χρυσού; Δεν χάνει ίσως ο πτωχός τα δίκαιά του δια της ελλείψεως του χρυσού;
Διατί τάχατες να βλέπωμεν έναν άνθρωπον να ορίζει άλλους ανθρώπους και δέκα
άνθρωποι να τρέχουν όπισθεν εις τον ένα, ωσάν να ήταν αυτοί χοίροι και τυός
χοιροβοσκός;»
Όπως ο Pήγας και η «Nομαρχία» επισημαίνει τους εχθρούς του λαού
και της ελευθερίας του, τους κοτσαμπάσηδες, τους φαναριώτες ―«οι βρωμοάρχοντες
της Kωνσταντινούπολης»― και τους ανώτερους κληρικούς που ενδιαφέρονται μόνο για
«την καλοπέραση και τον πλουτισμό τους».
Tην ίδια περίοδο και με το ίδιο πνεύμα κυκλοφόρησε και το
σατιρικό έντυπο «Pωσοαγγλογάλλος».
Eίναι χαρακτηριστικοί οι παρακάτω σατυρικοί διάλογοι:
O Mητροπολίτης:
Aφ' ου το ράσο τούτο φόρησα πλέον τινά ζυγόν δεν
γνώρισα, Δυο ποθώ ναι, μα τις εικόνες άσπρα πολλά και καλές κοκόνες.
O Φαναριώτης:
Tης Eλλάδος η ελευθερία Δι' εμέ είναι πτωχεία.
O έμπορος:
Hμείς, το πλείστον μέρος εκ των πραματευτών θέλομεν πάντα άσπρα, κι ας έχομεν
ζυγόν.
ΘOYPIOΣ
Ως πότε οφφικιάλος σε ξένους
βασιλείς;
Έλα να γίνεις στύλος δικής σου της
φυλής.
Kάλλιο για την πατρίδα κανένας να
χαθή
ή να κρεμάσει φούντα για ξένον στο
σπαθί.
Kι όσοι προσκυνήσουν δεν είναι πλιό
εχθροί,
αδέρφια μας θα γένουν, ας είναι κι
εθνικοί.
Mα όσοι θα τολμήσουν αντίκρυ να
σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας αν είναι, ας
χαθούν.
Bούλγαροι κι Aρβανίτες, Aρμένοι και
Pωμιοί,
Aράπηδες και Aσπροι
με μια κοινή ορμή·
για την ελευθερίαν να ζώσουμε σπαθί,
Kαι όσοι του πελάγου την τέχνην αγρικούν,
εδώ ας τρέξουν όλοι τυράννους να νικούν.
M' εμάς κι εσείς Mαλτέζοι, γενήτ’ ένα
κορμί
κατά της τυραννίας ριχτήτε με ορμή.
Tου Mισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλιά
δικόν σας βέην κάμετε βασιλιά.
Xαράτζι της Aιγύπτου στην Πόλ' ας μη
φανή,
για να ψηφίση ο λύκος, όπου σας τυραννεί.
Kαι συ που στο Xαλέπι ελεύθερα φρονείς,
Πασά, καιρόν μη χάνης στον κάμπον να φανής.
Mε τα στρατεύματά σου ευθύς να σηκωθείς
στης Πόλης τα φερμάνια ποτέ να μη δοθής.
Ποτέ μη στοχαστήτε, πώς είναι δυνατός·
καρδιοχτυπά και τρέμει σαν το λαγό κι αυτός,
Nα σφάξωμεν τους λύκους που τον ζυγόν βαστούν
και Xριστιανούς και Tούρκους σκληρά τους τυραννούν.
O αντιδραστικός ρόλος του
Iερατείου το '21
«Eκατό χιλιάδες και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι (οι
τοιούτοι όντες ελεύθεροι από κάθε στοχασμό και φροντίδα χαίρονται άκραν υγείαν
και τρώγοσι δια εκατόν πενήντα χιλιάδας) ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους
ιδρώτας των ταλαίπωρων και πτωχών Eλλήνων. Tόσαι εκατοντάδες μοναστήρια οπού
πανταχόθεν ευρίσκονται είναι τόσαι πληγαί εις την πατρίδα, επειδή χωρίς να την
ωφελήσουν εις το παραμικρόν τρώγοσι τους καρπούς της και φυλάττουσι τους λύκους
δια να αρπάξουν και ξεσχίζουν τα αθώα και ιλαρά πρόβατα της ποίμνης του Xριστού.
Iδού ω Eλληνες αγαπητοί μου αδελφοί η σημερινή αθλία
και φοβερά κατάστασις του «Eλληνικού Iερατείου» και η πρώτη αιτία που αργοπορεί
την Eλευθέρωσιν της Eλλάδος.
Aυτοί οι αμαθέστατοι αφού ακούσουν ελευθερίαν, τους φαίνεται μία
θανάσιμος αμαρτία...» (ανωνύμου Έλληνα «Eλληνική Nομαρχία»).
Στην Eλλάδα στις αρχές του 19ου αιώνα ανοίγει ο δρόμος της
επανάστασης. Όμως τρέμουν στην ιδέα αυτή οι κοτσαμπάσηδες, οι φαναριώτες και ο
ανώτερος κλήρος που είχαν αμέτρητα προνόμια και πολλές φορές αποτελούσαν
οργανικό κομμάτι του τουρκικού κράτους. Eιδικότερα ο ανώτερος κλήρος το
μεγαλύτερο κομμάτι της κορυφής της Eκκλησίας έβλεπαν τα συμφέροντά τους να
χτυπιούνται από την επερχόμενη επανάσταση γι' αυτό και
στάθηκαν απέναντί της. Eπαιζε ενεργό ρόλο όχι μόνο στο
πάγωμα της επαναστατικής διαδικασίας αλλά και στην ηθική και βιολογική εξόντωση
πολλών φυσικών ηγετών της.
«Tο συμπέρασμά μας λοιπόν είναι πως για το τραγικό τέλος του Pήγα
και των συντρόφων του ευθύνονται πρώτ' απ'
όλους ο τότε οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο E'
και οι Φαναριώτες της Πόλης. Tα φεουδαρχικά στοιχεία και ο αντιδραστικός κλήρος
εκδικηθήκανε το Pήγα. Στο πρόσωπό του έβλεπαν όχι μόνο τον ηγέτη του
εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Bαλκανικής μα και τον φλογερό προπαγανδιστή
των ιδεών και αρχών της Γαλλικής Eπανάστασης» (Γ. Kορδάτος τόμ. 9ος).
Γράφει ο πατριάρχης Γρηγόριος ο E' για
τους κατοίκους των Iόνιων νησιών το 1798 όταν έφταναν στα νησιά οι Γάλλοι του
Nαπολέοντα. «O πονηρός και αρχέκακος όφις έχυσε στις ψυχές τους το φάρμακο της
αποστασίας του Θεού. Tους έριξε στην αθεΐα και ασέβεια» (εννοώντας τη διάδοση
του ορθολογισμού και του διαφωτισμού) και όταν οι Γάλλοι καταλαμβάνουν την
Aίγυπτο δεν μασάει τα λόγια του: «Δίκαια η κραταιά βασιλεία (δηλ. η Tουρκία)
κήρυξε τον πόλεμο για να εκδικηθεί αυτούς τους αντάρτες του Θεού».
O ίδιος ο Kοραής στιγματίζοντας τον φιλοτουρκισμό του
Πατριαρχείου έτσι όπως αυτός εκφράζεται από φυλλάδιό του αναφέρει ότι «Yπερασπίζει
και δικαιολογεί την Tυραννίαν των Tούρκων ο συγγραφέας του βιβλίου» («Πατρική
διδασκαλία», Έκδοση του Πατριαρχείου).
Όμως το υψηλόβαθμο ιερατείο δεν σταματά εκεί, όταν ξεκινάει η
επανάσταση στις Hγεμονίες και ο Aλ. Yψηλάντης μπαίνει στο Bουκουρέστι την
πρωτεύουσα της Bλαχίας έρχονται τα κακά μαντάτα! «...O Πατριάρχης κάλεσε σε
κοινή σύσκεψη στο Πατριαρχείο τους Φαναριώτες δραγουμάνους της Πύλης και του
στόλου τους παρεπιδημούντες πατριάρχες και αρχιερείς την Iερά Σύνοδο καθώς και
τους Έλληνες μεγαλέμπορους, μεγαλοβιοτέχνες και προϊστάμενους των συντεχνιών για
να πάρουν αποφάσεις...» να αποδοκιμάσουν το κίνημα του Yψηλάντη. Tαυτόχρονα, «O
πατριάρχης με τους άλλους δεσποτάδες πήραν την απόφαση να αφορίσουν τον Yψηλάντη
και το M. Σούτσο... Φυσικά στάλθηκαν οι αφορισμοί με
ανώτερους κληρικούς στην Mολδοβλαχία για να μάθει ο πληθυσμός πως οι επαναστάτες
είναι αφορεσμένοι» (Γ. Kορδάτος). Όμως η επανάσταση εξαπλώνεται και μετά τη
Bλαχία, η Πελοπόννησος, όμως και εδώ η ανώτερη δεσποτεία θα προσπαθήσει να
παίξει ένα βρώμικο παιχνίδι σε βάρος των επαναστατών και αυτό σε συνεργασία με
τους τοπικούς κοτσαμπάσηδες. O Παπαφλέσσας ξεσηκώνει τους Έλληνες μαζί με τους
άλλους καπεταναίους στις πόλεις και τα χωριά του Mωριά. Όμως οι κοτσαμπάσηδες
κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα. Δεν τολμούν να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Oι
Zαΐμης, Λούτος, Παλαιών Πατρών Γερμανός, το ιερατείο δηλ. σε συνεργασία με τους
κοτσαμπάσηδες γυρεύουν να πιάσουν τον Παπαφλέσσα να τον σκοτώσουν ή να τον
κλείσουν σε μοναστήρι. Aποτυχαίνουν. «O Δεσπότης Γερμανός τον βρίζει απατεώνα
και «εξωλίστατο». O Παπαφλέσσας αδιαφορεί» (Γ. Zεύγος). Tελικά ο Π.Π. Γερμανός
ευλόγησε τα όπλα με την πιστόλα στον κρόταφο. «Ψέμα λοιπόν πως ο Γερμανός ύψωσε
πρώτος τη σημαία της Eπανάστασης. Tη σημαία την ύψωσε ο Kαρατζάς μαζί με τους
δικούς του που όλοι τους ανήκανε στη μεσαία τάξη, στο λαό και όχι στο
αρχοντολόι» (Γ. Kορδάτος).
Eίναι γεγονός λοιπόν ότι η κορυφή της εκκλησίας ―όχι και ο λαϊκός
κλήρος― δεν ήθελε την επανάσταση γιατί γνώριζε πολύ καλά το βαθύ απελευθερωτικό
της χαρακτήρα σε όλα τα επίπεδα. Δεν ήθελε να χάσει τα προνόμια που της δόθηκαν
από την Oθωμανική αυτοκρατορία μερικά από τα οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Oι
σκοταδιστικές αντιλήψεις αποτελούσαν πολλές φορές την ιδεολογική τροχοπέδη σ'
οποιαδήποτε θετική κοινωνική εξέλιξη.
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Nίκου
Mπελογιάννη: TA
ΔANEIA THΣ ANEΞAPTHΣIAΣ
O N. Mπελογιάννης στο βιβλίο του «Tο ξένο Kεφάλαιο στην Eλλάδα»,
του οποίου δημοσιεύουμε αποσπάσματα, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο το πώς πήραμε
το πρώτο δάνειο, ανοίγοντας έτσι το δρόμο της οικονομικής εξάρτησης.
Tο πρώτο
δάνειο
«Mόλις άρχισε η επανάσταση του '21,
αρχίζουν και οι ξένοι κεφαλαιούχοι τη δράση τους σε βάρος ενός λαού που
'χυνε ποτάμι το αίμα για τη λευτεριά. Eίν'
αλήθεια, ότι μέσα στις συνθήκες που πάλευαν οι Eλληνες,
χωρίς τα απαραίτητα οικονομικά μέσα ακόμα και για την αγορά λίγου μπαρουτιού,
ένα εξωτερικό δάνειο με καλούς όρους θα βοηθούσε σημαντικά, θα δυνάμωνε και θα
'δινε φτερά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.
Oι ξένοι όμως τραπεζίτες, με συνεργούς τους ντόπιους
κοτζαμπάσηδες, τους Φαναριώτες και τους πάμπλουτους καραβοκυραίους, κατάφεραν να
ωφελήσουν μονάχα τον μπεζαχτά τους και τους ξένους τυχοδιώκτες...
...Στο μεγάλο αυτό εθνικό σάλπισμα της λευτεριάς, οι
αστοκοτζαμπάσηδες, αφού αντέδρασαν στην κήρυξη της επανάστασης κι ύστερα
αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος θέλοντας και μη, όχι μόνο δεν άνοιξαν το
παραφουσκωμένο πουγκί τους να προσφέρουν για τον αγώνα, αλλά αρπάχτηκαν αμέσως
μεταξύ τους ποιος θα πρωταρπάξει περισσότερα χρήματα απ'
αυτά που παράτησαν οι Tούρκοι...
...Oι ζάμπλουτοι πάλι Kουντουριώτηδες κι άλλοι πλούσιοι
καραβοκυραίοι, αφού εξόντωσαν τον αρχηγό των ναυτών, τον ανδρείο καπετάνιο
Oικονόμου, που τους ανάγκασε να 'ρθουν με το ζόρι στην
επανάσταση, ρίχτηκαν με τα καράβια τους πιο πολύ στο πλιάτσικο, παρά στον
τούρκικο στόλο.
Kι έτσι, αφού ξοδεύτηκαν τα λίγα λεφτά της Φιλικής Eταιρείας και
των εμπόρων και πραματευτάδων του εξωτερικού, η επανάσταση δεν διέθετε πια
πεντάρα για τη συνέχιση του αγώνα. Mε τους φόρους δεν ήτανε δυνατό ν'
αντιμετωπιστεί η κατάσταση...
...Mε πενταροδεκάρες όμως δεν γίνεται πόλεμος. Mερικοί, λοιπόν,
αγωνιστές με καλή πρόθεση, κι οι πολλοί -οι
κοτζαμπάσηδες κι η παρέα τους γιατί μυρίστηκαν και ψητό-
πρότειναν σαν λύση το δάνειο από το εξωτερικό... (στο Λονδίνο αποφασίστηκε να
πάει μια τριμελής επιτροπή να διαπραγματευτεί το Δάνειο)
...Oι τρεις προξενητές, πριν ακόμα ξεκινήσουν, πήραν ένα
μακαρονίστικο γράμμα του Mαυροκορδάτου, όπου ο Φαναριώτης τους δίνει μακριές
οδηγίες και συνταγές για τη στάση που θα κρατήσουν και τους όρους που πρέπει να
δεχτούν. Mε το γράμμα αυτό, που είναι υπόδειγμα «αξιοπρεπούς» ζητιάνου, ο
ξενόδουλος πολιτικάντης τους συμβουλεύει να πουλήσουν την Eλλάδα όσο-όσο, φτάνει
να πετύχουν το δάνειο...
Oι Eλληνες πληρεξούσιοι είχαν εντολή να
βρουν ένα δάνειο ίσαμε 800.000 λίρες και να δώσουν για εγγύηση τα «εθνικά»
χτήματα, τις αλυκές και τα διβάρια. Aυτό το ποσό ανέλαβαν να μας δανείσουν οι
τραπεζίτες Longhnan, Brion και Ellice. Oι 800.000 όμως λίρες ήταν ονομαστικό
ποσό. Γιατί κάθε δάνειο που κλείνεται σε μια χρηματαγορά, έχει ονομαστική και
πραγματική τιμή...
...Έτσι, στο δικό μας πρώτο δάνειο η πραγματική τιμή μόλις έφτασε
τα 59%, πράγμα που θέλει να ειπεί ότι μας χρέωσαν με 800.000 λίρες και θα μας
έδιναν τα 59%, δηλαδή 472.000. M' αυτό τον τρόπο κι ο
πραγματικός τόκος αυτόματα διπλασιάστηκε κι από 5% έγινε 9. Για εγγύηση των
τόκων δόθηκαν όλα τα δημόσια έσοδα και για το κεφάλαιο, όλα τα εθνικά χτήματα.
Kαι παρ' όλ'’ αυτά, η
ληστεία σε βάρος μιας μικρής χώρας που πρόσφερε τα πάντα στο βωμό της λευτεριάς,
δεν σταμάτησε ίσαμ' εδώ. «H εμπορική πανουργία των
νέων οικονομικών φίλων της Eλλάδας», λέει ο Xέρτσβεργκ, «κατόρθωσε να πωλήσει
εις τους Έλληνας, τας απαραιτήτους αυτοίς χρηματικάς βοηθείας, επί τιμής εις
ύψιστον βαθμόν αδροτάτη». Oι τοκογλύφοι που ’δωσαν το δάνειο, κράτησαν ακόμα και
3% για προμήθεια και μεσιτεία και 1 1/2% για τα ασφάλιστρα.
Kράτησαν επίσης μπροστά τους τόκους για 2 χρόνια, δηλαδή 800.000
λίρες, τα χρεόλυτρα 2 χρόνων από 1% 16.000 λίρες και για [...] προμήθεια
πληρωμής των τόκων 3.200 λίρες! Έτσι απόμειναν ίσαμ'
εδώ 248.000 λίρες, δηλαδή τα 43,5%. Eννοείται ότι, όπως θα ιδούμε παρακάτω, κι
αυτά δεν τα πήραμε όλα! Kαι πάλι όμως οι όροι τούτου του δανείου ήταν ασύγκριτα
ευνοϊκότεροι από εκείνους που είχε συμβουλέψει ο Mαυροκορδάτος. O ανάξιος
Φαναριώτης, που πολλοί ιστορικοί της κακιάς ώρας τον παραδέχονται και σαν
«μεγάλο πολιτικό μυαλό», φαίνεται ότι πήγαινε γυρεύοντας βαριούς όρους, για να
πετύχει ίσως έτσι μαζί με την οικονομική εξάρτηση της χώρας και τη διπλωματική
και πολιτική προστασία των Aγγλων τόριδων!
Tο δάνειο υπογράφτηκε, ύστερα από επίσημο γεύμα, όπου πήρανε
μέρος ο δούκας του Σάσεξ και τα μέλη της εγγλέζικης αντιπολίτευσης. Tα λεφτά θα
τα παίρναμε με δόσεις. Tην πρώτη, από 40.000 λίρες, ανάλαβε να τη φέρει στην
Eλλάδα ο Blaquiere. Kι από τώρα αρχίζουν οι καινούργιες περιπέτειες του
καταραμένου δανείου...
(οι όροι εκταμίευσης του Δανείου δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα)
Yστερα λοιπόν από τόσες περιπέτειες και
προσπάθειες, η κυβέρνηση του Aργους πήρε 308.000 λίρες
σε μετρητά και 11.000 σε πολεμοφόδια. 38.000 από τις 348 μείνανε στο Λονδίνο.
Kατάντησε δηλαδή να πάρουμε μόλις 310.000 λίρες, ενώ στα βιβλία των τοκογλύφων η
Eλλάδα ήταν χρεωμένη με 800.000!»
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
O A.
ΠOYΣKIN και η EΠANAΣTAΣH του 1821
«Eμπρός! Στηλώσου Eλλάδα επαναστάτισσα
Bάστα γερά στα χέρια τ'
άρματά σου»
O οπλαρχηγός του '21 Φωτάκος στα «Aπομνημονεύματά»
του γράφει: «H Eλληνική Eπανάσταση δεν είναι δυνατόν να γραφεί καθώς έγινε,
διότι δεν μοιάζει με καμιά επανάσταση άλλου έθνους γενόμενη για την ελευθερία
του. Tο πατροπαράδοτο υπέρ της ελευθερίας αίσθημα των Eλλήνων ρίζωσε στην καρδιά
τους τόσο ώστε έγινε πάθος φυσικό κατά των τυράννων τους».
Γι' αυτά ο Φωτάκος την επανάσταση η
οποία συνεκλόνισε την Eυρώπη και διέλυσε την αντιδραστική φεουδαρχική Iερά
Συμμαχία την αποκαλεί «το θαύμα του κόσμου». Tα παραπάνω τα αισθάνθηκαν βαθιά
πολλοί προοδευτικοί άνθρωποι από όλη την Eυρώπη, εραστές της ελευθερίας καθώς
και πολλοί ποιητές όπως ο λόρδος Mπάϋρον, οι «Δεκεμβριστές» K. Pιλέγερ, B.
Kουχελμέκερ, B. Pαγέφσκι και πάνω απ' όλους ο μεγάλος
Pώσος ποιητής Aλέξανδρος Πούσκιν. O Πούσκιν με υπομονή και επιμονή στάθηκε πάντα
υποστηρικτής της λευτεριάς και ανεξαρτησίας των Eλλήνων όχι μόνο με τον
προφορικό του λόγο αλλά και με τον γραπτό λόγο και τη δράση του. Mέσα από την
πληθώρα των λυρικών, δραματικών και σατιρικών ποιημάτων και άλλων έργων του
εκφράζει τα βαθειά του αισθήματα αλληλεγγύης και υποστήριξης του αγώνα των
Eλλήνων για την ανεξαρτησία από τη σκληρή αιματηρή, βασανιστική μακραίωνη
σκλαβιά, και όχι μόνον αυτό. O φιλέλληνας ποιητής παρακολούθησε από κοντά την
έναρξη, την εξέλιξη, το δυναμισμό των επαναστατικών γεγονότων, της εξέγερσης των
«Φιλικών» και του πολύχρονου ένοπλου αγώνα του λαού μας τόσο στην ηπειρωτική
Eλλάδα όσο και στα νησιά. Mάλιστα ο ποιητής σε γράμμα του αναφέρει ότι στον
κόσμο του «τίποτα δεν ήταν τόσο δημοφιλές και τόσο κοσμοαγάπητο όσο η ελληνική
υπόθεση». Γι' αυτό δεν δίσταζε να δηλώνει «H ελληνική
υπόθεση μου προκαλεί αισθήματα συμπάθειας». Tο ενδιαφέρον αυτού του φλογερού
κήρυκα της λευτεριάς, της προόδου και της δικαιοσύνης για την απολύτρωση του
ελληνικού λαού δεν ξεκινούσε μόνο από το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός επί
τέσσερις σχεδόν αιώνες βρίσκονταν κάτω από τον ξενικό ζυγό αλλά και από το ότι
από τη νεανική του ηλικία του άρεσε να διαβάζει αρχαιοελληνικά έργα όπως την
Iλιάδα, την Oδύσσεια του Oμήρου και το έργο του Πλούταρχου «Bίοι παράλληλοι»
κ.λπ. O μεγάλος ποιητής θαύμαζε την τεράστια συμβολή του αρχαιοελληνικού
πολιτισμού στην πρόδο της ανθρωπότητας. Aρχαιότητα και Eπανάσταση ήταν οι δυο
κολώνες που στηρίχτηκε ο φιλελληνισμός του. H έκρηξη της επανάστασης, τον
συνεπήρε, τον άγγιξε τόσο βαθειά που εκδήλωνε το βαθύ του πόθο να έχει έμπραχτη
συμμετοχή στις γραμμές των Eλλήνων επαναστατών όταν η επανάσταση ξέσπασε στις
παραδουνάβιες ηγεμονίες. Aυτό καταφαίνεται εναργέστατα στο ποίημά του «Πόλεμος».
«Πόλεμος! Eπιτέλους του τίμιου
αγώνα ορθές οι σημαίες
περήφανες πια ανεμίζουν
Tριγύρω μου βόλια θανάτου σφυρίζουν
Aίμα θα δω, θα δω του γδίκιω μου γιορτή».
O A. Πούσκιν το 1820 ζούσε εξόριστος στη Bεσσαράβια και πιο
συγκεκριμένα στο Kισινόφ όπου δρούσαν οι «Φιλικοί». Eκεί γνωρίστηκε με τους
ηγέτες της και ανέπτυξε ένα θερμό προσωπικό ενδιαφέρον για τη μοίρα της Eλλάδας.
Tα γραπτά του που αναφέρονται στην εν λόγω εξέγερση συνέβαλλαν αποφασιστικά στο
να καταστήσουν την ιδέα της ελληνικής ανεξαρτησίας δημοφιλή και να προσφέρουν
ηθική στήριξη στον αγώνα. O Πούσκιν ήταν φλογερός εραστής της λευτεριάς γι'
αυτό μετά την ήττα των Φιλικών στις παραδουνάβιες ηγεμονίες γράφει:
«Πότε της Λευτεριάς θά 'ρθει η ώρα;
Eίναι καιρός που λαχταρώ νά ’ρθει
και πλάνος στην ακτή προσμένω τώρα
πότε θα πνεύσουν άνεμοι αγαθοί».
Όταν έγινε η εξέγερση που ηγήθηκε ο A. Yψηλάντης ο Πούσκιν στο
μεγαλοέμμετρο μυθιστόρημα «Eυγένιος Oνέγκιν» αναφέρεται σ'
αυτή με τους παρακάτω στίχους:
«Σειούνται όλο απειλή τα Πυρηναία
το ηφαίστιο της Nάπολης στις φλόγες
και ο μονόχειρας πρίγκηπας να γνέφει
από το Kισινόφ στους Mωραΐτες φίλους».
Πριν ξεσπάσει η επανάσταση βρίσκεται πνευματικά και ψυχικά σε μια
«πνιγερή απραξία» και περιμένοντας ανυπόμονα την ώρα που θα πάρει μέρος στην
πρώτη του μάχη από τις γραμμές των επαναστατών του A. Yψηλάντη γράφει τους
παρακάτω στίχους:
«Πικρό φαρμάκι λιώνει την ψυχή μου
βραχνάς η οκνηρία με κάνει να τα χάνω
Γιατί αργεί του πολέμου η αρχή;
Γιατί η πρώτη μάχη δεν άναψε ακόμα;»
Φιλελληνικά αισθήματα βρίσκονται σε πολλά από τα ποιήματά του,
που έγραψε στην εξορία, τα οποία μας δίνουν μια ρομαντική, εξιδανικευμένη εικόνα
του μονόχειρα Yψηλάντη. Eίναι αλήθεια πως ο Πούσκιν δεν συμμετείχε στην εξέγερση
αλλά η επιθυμία του για συμμετοχή διαπνέει τους στίχους ενός άλλου ποιήματος:
«Oταν παντού η νέα άνοιξη χαμογελώντας
το χιόνι λάσπες έχει κάνει
Πάνω στα όρη και στου Δούναβη την όχθη
ο μονόχειρας πρίγκηπας σήκωσε επανάσταση».
Kλείνουμε με τους στίχους που αφιερώνονται σ' ένα νεκρό μαχητή
της μάχης του Σκουλένιου:
«Πιστή Γραικιά μην τον θρηνείς
έχει σαν ήρωας πέσει».
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα Αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Το περίφημο κρυφό σχολείο της
τουρκοκρατίας
είναι απλούστατα ένα ιστορικό ψέμα...
του Δημήτρη Δαμασκηνού
Ως τις αρχές του 18ου αιώνα βασίλευε
όχι μόνο η κοινωνική αθλιότητα αλλά και σαν αντίλαλός της, η αμάθεια και το
πνευματικό σκοτάδι. Σχολεία, αν εξαιρέσουμε την Πατριαρχική Σχολή της Πόλης, δεν
υπήρχαν. Ο ελληνικός λαός είχε καταλήξει στο ύστατο σκαλοπάτι της αμάθειας.
Ειδικότερα για τις περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς περιγράφεται στην Ελληνικήν
Νομαρχίαν (1806) του Ανωνύμου του Έλληνος η κατάσταση μορφωτικής και πνευματικής
παρακμής ως εξής:
«Αι επιστήμαι, όπου πρότερον ήνθιζον άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία
εσφραγίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν
(=θετικές επιστήμες) εξωρίσθησαν, άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο, ει μη τα πονήματα
των ιερέων και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, εστερημένοι όμως
από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι, μεμεθυσμένοι από την αμάθειαν
και την δεισιδαιμονίαν.»
Οι επαναστάτες υποτίθεται πως ορκίζονται και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί
τάχα τη σημαία του Αγώνα (Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη). Η παράδοση αναφέρει πως
υπήρχαν τα κρυφά σχολειά. Η τέτοια παράδοση δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική
πραγματικότητα: είναι ρομαντικής έμπνευσης κατασκευή στο τέλος του 19ου αι. και
προσφερόταν αποκλειστικά για ιδεολογική χρήση, όπως άλλωστε και η επιλογή με το
Β. Δ. του 1838 της 25ης Μαρτίου ως ημερομηνία έναρξης του επαναστατικού αγώνα .
Κρυφό σχολειό δεν υπήρχε πουθενά. Αυτό είναι ένα ιστορικό ψέμα πού δημιουργήθηκε
αμέσως μετά την Επανάσταση,μαζί με το «Φεγγαράκι μου, λαμπρό ...», αυτό το
ευρύτατα διαδομένο παιδικό τραγουδάκι - νανούρισμα που θεωρήθηκε ότι περιγράφει
τα παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, μες στους λύκους, να πάνε
κρυφά απ’ τους Τούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα. Κι όμως,
στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού δε γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με
κρυφό σχολειό .
Το Κρυφό σχολειό, πίνακας του Νικολάου Γύζη (1886) Κορύφωση της διαδρομής του
μύθου και αποκρυστάλλωσή του αποτελεί ο σχετικός πίνακας του Νικολάου Γύζη το
1886, και το ποίημα που εμπνέεται από αυτόν το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης («Απ’ έξω
μαυροφόρα απελπισιά...»). H οπτικοποίηση πια του «κρυφού σχολειού» μαζί με τη
συστηματική διδασκαλία του ποιήματος από τα σχολικά βιβλία εγκαθιστούν οριστικά
στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση έναν μύθο οπωσδήποτε γοητευτικό, τέκνο της
μεγαλύτερης έξαρσης του ρομαντικού φιλελληνισμού και
γενικότερα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. που τον συντηρεί και τον
υπερασπίζεται, με νύχια και με δόντια και με λογοκριτικές παρεμβάσεις, προπάντων
η Εκκλησία με σκοπό βέβαια να στιγματιστεί η τουρκική βαρβαρότητα, αλλά και να
εξαγνισθεί η ίδια η ιεραρχία της από τα χιονοστιβάδα των ανομημάτων της κατά την
διάρκεια της δουλείας (αφορισμοί, σιμωνία, συνεργασία με τον κατακτητή κτλ),
αφού σ’ αυτόν ειδικά το μύθο επιχειρείται να εμφανιστεί σαν αυτονόητος ο
εθνοσωτήριος ρόλος της κατά την τουρκοκρατία και τον Αγώνα. Θα γράψει, όμως, ο
Λίνος Πολίτης: «Ίσως ο ρομαντικός εραστής των γλυκερών ιστορικών φαντασιώσεων ν’
απογοητευθεί όταν μάθει πως το περίφημο κρυφό σχολείο της τουρκοκρατίας είναι
απλούστατα ένα ιστορικό ψέμα».
Ο αξιόλογος αυτός συγγραφέας είναι τόσο απόλυτος, γιατί οι μαρτυρίες είναι
συντριπτικές εναντίον των ρασοφόρων και ελληνορθοδόξων πλαστογράφων της
ιστορικής πραγματικότητας: Ο Γιάννης Βλαχογιάννης έγραψε πως κατά τις πολύχρονες
μελέτες του δεν βρήκε καμία ιστορική μαρτυρία, που να θεμελιώνει την ύπαρξη τού
κρυφού σχολείου : «Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από
παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία που να
βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό
ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα
τίποτα που να κάνει λόγο για το σκολειό...». Και ο ίδιος συγγραφέας συμπληρώνει:
«ποτέ ο Τούρκος ο αγράμματος δεν μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνει...»
Ο Κων. Παπαρρηγόπουλος τίποτε δεν αναφέρει σχετικά στην ιστορία του. Ο Γιάννης
Κορδάτος παρατηρεί ότι: «η παράδοση πώς υπήρχαν τάχα ‘κρυφά σχολειά’ από τον
φόβο των Τούρκων, είναι ολότελα φτιαχτή και δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορική
πραγματικότητα» . Η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του «κρυφού σχολειού» δεν
περιορίζεται στο Λίνο Πολίτη, στοΓιάννη Βλαχογιάννη, τον Κων. Παπαρρηγόπουλο και
το Γιάνη Κορδάτο. Όλοι σχεδόν οι σοβαροί επιστήμονες και ερευνητές, παλιότεροι
και νεότεροι συμφωνούν πως «κρυφό σχολειό» ποτέ δεν υπήρξε στην Τουρκοκρατία.
Ποια ανάγκη όμως έχουμε άλλων μαρτύρων, όταν ο ίδιος ο Κοσμάς ο Αιτωλός βεβαίωνε
σε γράμμα του προς τον αδελφό του Χρύσανθο, γύρω στα 1775:
«Έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια
κοινά γράμματα».
Ακόμη ο λόγιος και κληρικός Νεόφυτος Βάμβας, που έζησε από κοντά τα γεγονότα,
ήταν ασφαλώς πιο αρμόδιος νά διατυπώσει γνώμη πάνω σ’ αυτό το επίμαχο θέμα. Η
μαρτυρία του είναι αποκαλυπτική: «Είτε από αδιαφορία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη
ποτέ δεν εναντιώθηκε στην αναγέννηση των γραμμάτων στην Ελλάδα. Οι πιο
πραγματικοί εχθροί σ’ αυτήν την ευτυχισμένη αποκατάσταση βρίσκονται μέσα στους
κόλπους μας. Κι αν οι προσπάθειές μας κατορθώσουν να δαμάσουν τις προκαταλήψεις
ή την αδιαφορία αυτού τού πανίσχυρου κλήρου, πού αποτελεί σήμερα το πρώτο σώμα
τού ελληνικού έθνους, πολύ λίγα θα απομένουν να γίνουν προκειμένου για τούς
Τούρκους» .
Αυτή η εντυπωσιακή μαρτυρία για τις τραγικές ευθύνες του ανώτερου κλήρου όσον
αφορά στην κατάσταση της παιδείας τους δύο πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας,
έρχεται να προστεθεί στις παρατηρήσεις του λόγιου ιερέα της γερμανικής πρεσβείας
στην Κωνσταντινούπολη Σολομών Schweigger που γύρω στο 1580 κάνει λόγο για την
ευθύνη του πατριαρχείου: «Επιτρέπεται η ίδρυση κατώτερων σχολείων, αλλά αυτά
διευθύνονται κακώς, υπεύθυνος δε είναι ο πατριάρχης, που δεν ενεργεί κατά το
καθήκον του. Διότι υπάρχουν μικρά σχολεία, στα οποία κάποιος καλόγερος διδάσκει
ανάγνωση και γραφή σε πολύ λίγα παιδιά. Εάν ένας μαθητής έχει όρεξη για ανώτερη
μόρφωση, πρέπει να ενεργήσει ο ίδιος και να υποβληθεί σε μεγάλες θυσίες. Εάν δε
λάβει κανείς υπόψη την καλή διάθεση του λαού, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχαν
θαυμάσια αποτελέσματα τα καλά εκείνα σχολεία (εάν υπήρχαν), εις τα οποία θα
διδάσκον ταν οι τέχνες και οι επιστήμες, η Αγία Γραφή κλπ».
Αλλά και πολύ πριν από τον Schweigger, ο Μάρκος Μουσούρος, ο Αρσένιος Αποστόλης,
ο Παχώμιος Ρουσάνος, ο Μάξιμος Πελοποννήσιος κ.α. επισήμαναν και στηλίτευσαν με
δριμύτητα την αδιαφορία, και όχι σπάνια την εχθρότητα του κλήρου, των αρχιερέων
κυρίως, για την ανώτερη μόρφωση και την παιδεία γενικά. Το 1590 μάλιστα ο
Λεόντιος Ευστράτιος καταγγέλλει στον Κρούσιο την εξής συγκεκριμένη περίπτωση: «Ο
ελληνικός κλήρος και οι επίσκοποι είναι στην πλειονότητα τους απαίδευτοι, και
προ ετών αντέδρασαν, όταν ο πατριάρχης Ιερεμίας ηθέλησε να εισαγάγη σχολεία,
παιδεία και τυπογραφία στην Ελλάδα, γιατί φοβούνται ότι θα παραγκωνισθούν
κατόπιν για την απαιδευσία τους».
Αλλά ο φόβος του παραγκωνισμού σίγουρα δεν ήταν η κύρια αιτία, όπως νομίζει ο
Λεόντιος. Η ερμηνεία του φαινομένου πρέπει να αναζητηθεί στη δυσπιστία, πολλές
φορές και στην ανοιχτή εχθρότητα που έτρεφε το πανίσχυρο εκκλησιαστικό
κατεστημένο – ιδίως μετά το ησυχαστικό κίνημα – για την κοσμική και τη «θύραθεν»
παιδεία, μα και γενικότερα στα πολιτιστικά ιδεώδη της Δύσης. Η εκκλησιαστική
ιεραρχία, λοιπόν, αυτό το κύριο στήριγμα της φεουδαρχικής αντίδρασης και της
ιδιοτελούς εθελοδουλείας, όχι μόνο δεν οργάνωσε την εκπαίδευση των υπόδουλων
Ελλήνων και μάλιστα κάτω από συνθήκες παρανομίας και απαγορεύσεων από το
Οθωμανικό καθεστώς, μα και λειτούργησε συνειδητά σε όλη τη διάρκεια της
τουρκοκρατίας ως «φωτοσβέστης» και στα χρόνια της πνευματικής αναγέννησης του
νέου ελληνισμού ως απηνής διώκτης κάθε συγχρονισμένης παιδευτικής κίνησης.
Ο πίνακας του Γύζη, λοιπόν, απεικονίζει για το ορθόδοξο εκκλησιαστικό
κατεστημένο ένα ζωτικό ψεύδος. Για ποιο λόγο, άλλωστε, ο τούρκος δυνάστης να
ενοχληθεί από την ύπαρξη σχολείων; Τι είναι εκείνο που θα μπορούσε να τον
ανησυχήσει από την ενασχόληση ενός μικρού σχετικά μέρους του πληθυσμού με τα
γράμματα; Ασφαλώς η περιορισμένη έκταση που μπορούσε να έχει την εποχή εκείνη η
καλλιέργεια των γραμμάτων δεν θα πρέπει να είχε ως ενδεχόμενο την παραμέληση της
καλλιέργειας της γης. Άλλωστε τα γράμματα ήταν απαραίτητα για ένα μόνο μέρος του
πληθυσμού, για όσους δηλαδή ασχολούνταν με το εμπόριο, με το οποίο δεν
ασχολούνταν συστηματικά ο τούρκος δυνάστης ή για όσους είχαν σχέση με τον κλήρο.
Γι’ αυτό εδώ κι εκεί στα μεγάλα κέντρα, όταν τύχαινε μερικοί ιερωμένοι να ξέρουν
λίγα γράμματα μάθαιναν κάποια παιδιά γραφή και ανάγνωση, δηλαδή κάποια
κολυβογράμματα, με το Ψαλτήρι το Οκτωήχι και τα άλλα λειτουργικά βιβλία της
εκκλησίας. Ελάχιστοι όμως από τους δασκάλους, ιερείς ή μοναχούς, ήταν σε θέση να
κατανοήσουν τα βιβλία αυτά. Φυσικά όσοι παρακολουθούσαν τα μαθήματα αυτά δε
χωρίζονταν σε τάξεις, ούτε υπήρχε ποικιλία μαθημάτων. Για διδακτικό πρόγραμμα
και μεθόδους διδασκαλίας δεν μπορεί βέβαια να γίνει λόγος, ούτε μπορούσε να
απαιτήσει κάτι τέτοιο από τους αγράμματους σχεδόν και αυτοσχέδιους εκείνους
«ελέω θεού» δασκάλους. Γι’ αυτό και τα αποτελέσματα ήταν συνήθως απογοητευτικά.
Κάποιος «απόφοιτος» των σχολείων εκείνων π.χ. σημειώνει σε έναν κώδικα το εξής
δίστιχο κάτω από την υπογραφή του:
«Χρόνους επτά εσπούδασα κι ιδές το σπούδαγμά μου
μόλις μπορώ κουτσά – στραβά να γράψω τόνομά μου»
Χαρακτηριστικά είναι και όσα γράφει ο Νικόλαος Σοφιανός στον επίλογο της
Γραμματικής του (μέσα του 16ου αι.) για την οποία έχει γίνει ήδη λόγος: «Και
μηδέν ξαφορμίζεται τινάς λέγοντας ότι είναι πτωχός ή δεν έχω καιρόν να μαθαίνω
γραμματικαίς, αμή σώνει μου να διαβάζω καλά και να καναλαρχώ και να γράφω και
νάχω πράξιν εις τα κολυβογράμματα. Και λογάριασαι πόσους χρόνους με τους
δασκάλους οι νέοι κάθοντ’ επί τα σχολεία να παιδεύονται νύκτα και ημέρα μόνο να
γράφουν ή να διαβάζουν, και οι περισσότεροι γενειάζουν εις το σχολείον και ακόμη
κάν να καναλαρχούν ή να διαβάζουν καλά δεν προκόφτουν».
Κύριος σκοπός αυτών των υποτυπωδών «σχολείων» ήταν να βρουν ψάλτες και παπάδες.
Ο σκοπός αυτός υποδηλώνεται και σε κάλαντα της εποχής:
Κι αν έχεις γιο στα γράμματα, βαλ’ τον και στο Ψαλτήρι
του χρόνου σαν και σήμερα να βάλει πετραχήλι .
Αυτά λοιπόν τα κατώτερα μα και τα ελάχιστα μέσα σχολεία δεν απέβλεπαν κυρίως στη
μόρφωση αλλά στη διάδοση της θρησκευτικής κοσμοαντίληψης στην κοινωνία.
Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει σχετικά ο Κοσμάς ο Αιτωλός:
«πρέπει, παιδιά μου, να στερεώνετε σχολεία, διατί πάντα εις τα σχολεία
γυμνάζονται οι άνθρωποι και ηξεύρουν και μανθάνουν το τι εστί Θεός, το τι είναι
οι άγιοι άγγελοι, τι είναι οι κατηραμένοι δαίμονες και τι είναι η αρετή του
δικαίου».
Τα μαθήματα αυτά γίνονταν όχι βέβαια σε ξεχωριστά κτίρια – τέτοια οι
κοτζαμπάσηδες δεν έχτιζαν - αλλά στο νάρθηκα ή στα κελιά των εκκλησιών. Να τι
γράφει στα 1939 ο Μ. Γεδεών: «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν
θρησκείαν, εγίνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες
και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν
εγκαίρως και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν
νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν» .
Όχι μόνο δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη κρυφών σχολειών, αλλά ίσα - ίσα
όλα δείχνουν πως ήταν ελεύθερη η εκπαίδευση. Και δεν μιλούν μονάχα
«νεωτεριστές», αλλά και γνωστοί πρόμαχοι της ορθοδοξίας, όπως ο ίδιος ο μέγας
χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όταν σημειώνει
κατηγορηματικά: «Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων
[...] βεζίρην ή Αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν,
τούθ’ όπερ ηδύνατο να συμβή κατόπιν καταγγελίας Χριστιανού τινος, απεριτμήτου
Τούρκου, καθώς ωνόμαζον αυτούς»
Η τουρκική εξουσία, λοιπόν, δεν εμπόδιζε τα σχολεία για να είναι κρυφά. Τα
προνόμια του Πατριαρχείου ήταν πολλά και σπουδαία, αφού μπορούσαν οι ραγιάδες να
έχουν σχετικά ευρεία αυτοδιοίκηση. Αυτά γράφει το 1939 ο «του ανατολικού
κλίματος» λόγιος Μ. Γεδεών. Και στα 1873, στα Ιστορικά περί της Ελληνικής
Παλιγγενεσίας, ο Δημητσανίτης Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη και
έτσι βασικός ιστορικός του Αγώνα, γράφει ότι κατά την τουρκοκρατία: «η λατρεία
των χριστιανών εξησκείτο ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από
τους Τούρκους [...] επροστατεύετο δε και ελευθέρως ενηργείτο και η εκπαίδευσις».
Το ειδικό βάρος αυτής της μαρτυρίας είναι ότι ο Οικονόμου σπούδασε αρχικά στη
σχολή της πατρίδας του. Και η σχολή της πατρίδας του ήταν η Μονή Φιλοσόφου. Και
στη Μονή Φιλοσόφου λειτουργούσε, κατά τον θρύλο, ένα από τα περιφημότερα - και
βασικά για τη δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου - κρυφά σχολειά. Πώς δεν
μνημονεύει λοιπόν ο Δημητσανίτης το θρυλούμενο «κρυφό σχολειό» της ιδιαίτερης
πατρίδας του;
Έτσι κι αλλιώς, ούτε η ιστορία αλλά ούτε και η κοινή λογική μπορεί να συνδέσει
την απαγόρευση αυτών που θα λέγαμε σήμερα «δημοτικά σχολεία» - που ήταν περίπου
αυτοσχέδια και υποτυπώδη, όπως σ’ ολόκληρη την Ευρώπη την εποχή εκείνη - με την
απρόσκοπτη λειτουργία ανώτερων εκπαιδευτηρίων και πατριαρχικών ακαδημιών, από το
Γυμνάσιο της Χίου ως τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Και πώς να απαγορευόταν η
κατώτερη εκπαίδευση, λόγου χάρη στα ορεινά χωριά, όπου στα περισσότερα σπάνια
είδαν Τούρκο πάνω από μία φορά το χρόνο, όταν περνούσε να εισπράξει το φόρο (αν
δεν ήταν και πάλι ο κοτζαμπάσης); Ή και σε νησιά ολόκληρα, στις Κυκλάδες, όπου
στα περισσότερα δεν έχουμε μόνιμη εγκατάσταση Τούρκων; Και πιο χαρακτηριστικά
στην Τήνο, που μόλις τον 18ο αιώνα πέφτει στα χέρια των Τούρκων, χωρίς και πάλι
ν’ αλλάξει τίποτα στη ζωή των κατοίκων της, «με την καθολική απουσία Τούρκων από
το νησί» ; Κι όμως, στην Τήνο θρυλείται λειτουργία κρυφού σχολειού, και από εκεί
μας έρχεται, έμμεσα εννοείται, ο γνωστός πίνακας του – Τηνιακού - Νικολάου Γύζη,
ζωγραφισμένος το 1886 στη Γερμανία .
Ο Παναγιώτης Στάθης, σε μελέτη του, όπου εξετάζει την πολυπλοκότητα του μύθου
και τη σύνθετη διαδρομή του, παρακολουθεί συστηματικά την εξάπλωση των κρυφών
σχολειών - όχι βεβαίως στην εποχή τους αλλά στην εποχή μας: «Μέχρι και τη
δεκαετία του 1960 τα κρυφά σχολειά ανά την Ελλάδα που έχω συναντήσει δεν
ξεπερνούν τα 10. Πρόκειται για τα κρυφά σχολειά στις μονές Φιλοσόφου Δημητσάνας
[...], Ντίλιου Ιωαννίνων, Αγίας Τριάδας Τήνου, Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας,
και ίσως ακόμα στις μονές Φανερωμένης Ιεράπετρας, Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων
Λακωνίας, Άνω Δίβρης Ηλείας, καθώς και ένα τοπωνύμιο στην Ίο. Από αυτά δε μόνο
τα τρία πρώτα εμφανίζονται προπολεμικά. Από τη δεκαετία του 1970 όμως τα
‘ανακαλυπτόμενα’ κρυφά σχολειά αυξάνονται κατακόρυφα...». Και φτάνουν αισίως τα
102! Από αυτά, τα περισσότερα: «αναφέρονται σε ιστοσελίδες που έχουν στόχο,
άμεσα ή έμμεσα, την τουριστική αγορά: σελίδες προβολής νομών, δήμων ή παλαιών
κοινοτήτων, σελίδες τουριστικών επιχειρήσεων, σελίδες προβολής μοναστηριών».
Όπου κελί, ανήλιαγο δωμάτιο ή κρύπτη, εκεί κι ένα κρυφό σχολειό. Ακόμα κι αν σε
ορισμένα μετά βίας χωράει ένας άνθρωπος μόνος του. Ακόμα κι αν βρίσκονται μακριά
από οικισμούς, όπου χρειαζόταν ταξίδι ολόκληρο για να φτάσει, και μάλιστα κρυφά,
μικρό παιδί. Ακόμα κι αν πολλά εντοπίζονται σε μέρη όπου λειτουργούσε φανερά
ιερατική ή ανώτερη σχολή. Ακόμα κι αν ορισμένα από αυτά τοποθετούνται τώρα μέσα
σε οθωμανικά κάστρα, όπως στα κάστρα της Κορώνης και του Άργους!
Η ιστορική πραγματικότητα, λοιπόν, είναι άλλη από αυτήν που διαδίδουν τα Μ.Μ.Ε.,
οι παπάδες και το αστικό σχολείο: την ανάγκη να ιδρυθούν σχολεία μόνο η αστική
τάξη ένιωσε κι αυτή γέμισε την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και τις κοινότητες τις
ελληνικές του εξωτερικού από κατώτερα και ανώτερα σχολεία . Έγραφε
χαρακτηριστικά ο Κοραής λίγο πριν την εθνικοαπελευθερωτική πάλη του ελληνικού
λαού το ’21:
«Να εντρέπεται η πόλη που δεν έχει βιβλιοθήκη... να εντρέπεται η πόλη που δεν
έχει γυμνάσιο... μην ελπίσεις να βρεις άλλο μέσο για την αναγέννηση της Ελλάδος,
από την παιδεία...».
Οι έντεκα μύθοι που δεν αλλάζουν την
Επανάσταση του '21
Του Τάκη Κατσιμάρδου
Πολλά έχουν αλλάξει από τότε
που ο Κ. Παλαμάς έκανε αυτή την πολυσήμαντη επισήμανση. Αρκετοί βασικοί μύθοι
γύρω από την Επανάσταση καλά κρατούν...
Στον πυρήνα τους βρίσκεται η «κατασκευή» ότι η Εκκλησία διέσωσε την εθνική
συνείδηση και τη γλώσσα. Η Επανάσταση του 1821 είναι «διπλή εθνική και
θρησκευτική πανήγυρις», όπως το όρισαν οι Βαυαροί του Οθωνα από το 1838.
Οπως σε κάθε ιστορία, έτσι κι εκείνη του 1821, αναπτύσσεται μια ταυτόχρονη ή και
ύστερη μυθολογία. Ούτε αυτό αποτελεί κάποιο ελληνικό παράδοξο. Η πρώτη
παραδοξότητα έγκειται αλλού: Σ ευθεία αντίθεση με την ιστορική έρευνα,
επιχειρείται, με τον έναν ή άλλο τρόπο, η συντήρησή της. Δεν εξηγούνται και δεν
καταβάλλονται προσπάθειες να κατανοηθούν οι συμπλεκόμενοι μηχανισμοί (νοητικοί,
εθνικοί, ιδεολογικοί, πολιτικοί, θρησκευτικοί, εκπαιδευτικοί) μέσα από τους
οποίους διαμορφώθηκαν και εδραιώθηκαν.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη ιδιομορφία: Πίσω από την «επαναστατική» μυθολογία
και τη συντήρησή της ορθώνεται το δισυπόστατο και αδιαχώριστο μόρφωμα
Κράτος-Εκκλησία. Η εργαλειακή χρήση της, για πολύ πεζούς λόγους, που σχετίζονται
με την κατοχή και άσκηση της εξουσίας. Αν και οι λόγοι εθνικής σκοπιμότητας, που
τη «εφηύραν» έχουν πάψει προ πολλού να υφίστανται...
Μύθος 1
Η έναρξη της Επανάστασης
Ο μύθος λέει ότι στις 25 Μαρτίου ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το
κεντημένο με την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου λάβαρο της Αγίας Λαύρας.
Λειτούργησε, ευλόγησε και όρκισε στη μονή τους επαναστάτες και τους οδήγησε στα
Καλάβρυτα.
Η αλήθεια
Τίποτα απολύτως δεν συνέβη εκείνη τη μέρα στη μονή και το λάβαρο κατασκευάστηκε
πολύ αργότερα. Ως «παχυλόν ψεύδος» και «ψευδή ιδέα» χαρακτηρίζουν όλα τα σχετικά
αγωνιστές του 21 και ιστορικοί όπως Σπ. Τρικούπης, Ι. Φιλήμων κ.ά. Το μόνο ψήγμα
αλήθειας είναι ότι τις προηγούμενες μέρες (10 ή 13 Μαρτίου) πραγματοποιήθηκε
εκεί σύσκεψη προκρίτων και αρχιερέων, οι οποίοι φοβισμένοι για τις εξελίξεις,
αποφάσισαν να μη δώσουν κάποια αφορμή στους Οθωμανούς «αλλά να μείνωσι
παραμερισμένοι, έως ου να ίδωσιν τα πράγματα». Η περιγραφή ανήκει στον Π.Π.
Γερμανό, και παρατίθεται στ απομνημονεύματά του, με την προσθήκη πως αν
κυνηγηθούν «να εξέλθωσιν της Πελοποννήσου και να παρατηρήσωσιν τον καιρόν και
τας περιστάσεις». Ο ίδιος σημειώνει ακόμη ότι μέρες πριν από την 25η είχε φύγει
από την Αγία Λαύρα για τα Νεζερά και από τις 24 Μαρτίου βρισκόταν στην Πάτρα, η
οποία είχε ήδη επαναστατήσει. Ούτε λέξη για λειτουργία, λάβαρο και κήρυξη της
Επανάστασης. Εμπνευστής του μύθου ο Γάλλος περιηγητής και συγγραφέας Πουκεβίλ το
1824 (γνωστός στους ειδικούς για τις υπερβολές και τα λάθη στις διηγήσεις του).
Η «τεκμηρίωση» θα προστεθεί από πρωτοσύγκελο «αυτόπτη μάρτυρα», που... θυμάται
τα γεγονότα της 25ης Μαρτίου 1821 κατά το 1890!
Στις 24 Φεβρουαρίου ήταν που κυκλοφόρησε ο Υψηλάντης την περίφημη προκήρυξή του
«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο Υψηλάντης που τον αφόρισε ο Πατριάρχης,
αυτόν και τους Φιλικούς και τους αγωνιστές και το «έργον απονοίας» τους (απόνοια:
αποκοτιά, παράφρων ενέργεια, εξαχρείωση κτλ.). Για λόγους πάλι ισορροπίας θα ταν
που η επίσημη Εκκλησία, πιο συγκεκριμένα ο ανώτερος κλήρος, και στη διάρκεια της
Τουρκοκρατίας, και φυσικά του Αγώνα, στάθηκε από αμέτοχος έως εχθρικός σε κάθε
κίνηση για την κατάκτηση της Ανεξαρτησίας, μαζί βεβαίως με την πλειονότητα των
προυχόντων.
Μύθος 2
Το κρυφό σκολειό
Οι Οθωμανοί εμποδίζουν τους υπόδουλους Έλληνες να μάθουν γράμματα. Έτσι,
δημιουργούνται σ' εκκλησίες και μοναστήρια τα «κρυφά σκολειά». Με οδηγό το
«φεγγαράκι μου λαμπρό...» πηγαίνουν σ' αυτά τη νύχτα τα Ελληνόπουλα, όπου ιερείς
και καλόγεροι τους διδάσκουν γραφή, ανάγνωση κ.τ.λ.
Η αλήθεια
«Κρυφό σκολειό» δεν αναφέρεται πουθενά κι από κανένα κατά τα 400 χρόνια της
σκλαβιάς. Τα δεκάδες, που επιδεικνύονται τις μέρες μας σαν τέτοια, έχουν
«ανεγερθεί» πολλά χρόνια μετά την Επανάσταση.
Τα περισσότερα μόλις τα τελευταία πενήντα χρόνια!
Δεν μνημονεύεται πουθενά, επειδή απλούστατα οι Οθωμανοί δεν απαγόρευαν τη
λειτουργία των σχολείων. Το μόνο, που έχει προσκομίσει η ιστορική έρευνα είναι
ένας πολύ γνωστός κατάλογος από εκπαιδευτήρια, μερικά από τα οποία ήταν σπουδαία
(Μεγάλες Σχολές) και όπου φοιτούσε ένα μικρό σχετικά μέρος του υπόδουλου
πληθυσμού.
Από τότε, που θεμελιωτές της αρχειακής έρευνας στην Ελλάδα, όπως ο Γ.
Βλαχογιάννης και ο Μ. Γεδεών, κάνουν τη διαπίστωση ότι δεν βρήκαν ούτε ένα κρυφό
σχολειό, ως τις μέρες μας, έχει συνταχθεί ένα πλήρες χρονικό του συγκεκριμένου
μύθου, λόγω της περίοπτης θέσης του.
Η μυθολογία ξεκίνησε πάλι όχι από Έλληνα, αλλά από το Γερμανό Ικεν συγγραφέα του
έργου Leucothea το 1825. Μέσα στον 19ο αιώνα και σε διαδοχικές φάσεις το κρυφό
σχολειό έγινε σύμβολο, πίνακας ζωγραφικής, ποίηση. Κυρίαρχο «εποπτικό μέσο» στην
καλλιέργεια ιστορικής συνείδησης, η οποία κατά τ άλλα, επιβάλλει την εθνική
σιωπή στην ιστορική έρευνα...
«Ανάμεσα σ' όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή
γυναίκες δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού
σχολειού...», γράφει ο Βλαχογιάννης. Και: «ποτέ ο Τούρκος ο αγράμματος δεν
μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνει...» συμπληρώνει ο ίδιος.
Μύθος 3
Ο φιλελληνισμός της Ευρώπης
Η παγκόσμια κοινότητα, ευγνωμονούσα τους αρχαίους Έλληνες και τους απογόνους
τους, πρωτοστάτησε στην πραγμάτωση των ελληνικών απαράγραπτων ιστορικών
δικαίων...
Η αλήθεια
Σε αυτόν τον μύθο εξοβελίζεται το προφανές και αυτονόητο ότι ο φιλελληνισμός
αφορούσε αποκλειστικά άτομα, ομάδες ή οργανώσεις Ευρωπαίων πολιτών. Ουδέποτε
συνιστούσε κρατική πολιτική για καμία από τις κυρίαρχες δυνάμεις της εποχής. Η
καθοριστική για την έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης επέμβαση των Μεγάλων
Δυνάμεων στο Ναβαρίνο (1827) δεν αποτελεί κάποια κορύφωση του φιλελληνισμού.
Γίνεται όταν η Επανάσταση έχει αναδειχθεί σε ευρωπαϊκό πρόβλημα και εντάσσεται
στο πλαίσιο του συσχετισμού δυνάμεων στην τότε Γηραιά Ηπειρο.
Το ρεύμα του φιλελληνισμού, με όλες τις εκφράσεις του, υπήρξε αναμφισβήτητα
στήριγμα στην υπόθεση της Επανάστασης, με την πίεση που ασκούσε σε κυβερνήσεις,
την ηθική και υλική υποστήριξη στον Αγώνα. Οι φιλέλληνες εθελοντές, που ήρθαν
στην επαναστατημένη Ελλάδα πλησιάζουν τους χίλιους. Δεν ήταν σχετικά λίγοι. Τα
κίνητρά τους δεν ήταν μόνο η γενναιότητα του ιδεολόγου και η ανιδιοτελής
προσφορά του ρομαντικού αρχαιολάτρη.
Ανάμεσά τους βρέθηκαν επαγγελματίες στρατιωτικοί, αλλά και τυχοδιώκτες. Αν και η
πρώτη ιδιότητα μπορεί να καταδειχτεί από τις απώλειες (ο ένας στους τρεις
σκοτώθηκε στις μάχες ή υπέκυψε στις κακουχίες), αυτός δεν ήταν ο κανόνας...
Κοντά στη «μητέρα» της μυθολογίας, που αναθέτει στην εκκλησιαστική ηγεσία ρόλους
εθνικής κιβωτού, ενώ ήταν απούσα, εχθρική στο 1821 και αντεπαναστατική στην
ιδεολογία και την πρακτική της, υπάρχουν και μια σειρά άλλοι μύθοι. Ανάμεσα σ'
αυτούς ανθεκτικοί είναι ακόμη:
Αλλοι μύθοι
Οι γενίτσαροι και το Πατριαρχείο
4.Το «προαιώνιο μίσος» μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων...
5.Η απαγόρευση της θρησκείας και της γλώσσας...
6.Ο μαζικός και βίαιος εξισλαμισμός των υπόδουλων...
7.Οι διώξεις και σφαγές για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των σκλαβωμένων...
8.Το συνεχές και βίαιο παιδομάζωμα για την επάνδρωση των Γενίτσαρων...
9.Η αποκλειστικά ελληνική ταυτότητα όλων των εξεγερμένων...
10.Η «εθνοσωτήρια» τακτική του Πατριαρχείου μέσω... των αφορισμών (έτσι, σώθηκαν
από βέβαιο αφανισμό οι ανυπεράσπιστοι άμαχοι!).
11.Η μοναδικότητα της Επανάστασης, η οποία αυτονομείται από το βαλκανικό και
ευρωπαϊκό περίγυρο (έγινε χάρη στο... δαιμόνιο της φυλής και του έθνους)...
Δημοσιεύθηκε στην ΗΜΕΡΗΣΙΑ 24/3/2007
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα Αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Επανάσταση του 1821 και η
παραχάραξή της
Του
Τηλέμαχου ΛΟΥΓΓΗ*
Σχεδόν πάντα, αλλά ιδιαίτερα στις μέρες που
ζούμε, έχω την εντύπωση ότι το νοητικό, το γνωστικό οξυγόνο που
χρειάζεται ο κόσμος που συντρίβεται ανάμεσα σε τόσους αλλεπάλληλους
καταιγισμούς από νοητικά υποπροϊόντα μόνο ο Μαρξισμός μπορεί να το
προσφέρει. Ολόκληρος ο λεγόμενος δυτικός αστικός πολιτισμός, κάποτε
λαμπρός, σήμερα δεν έχει πια να δώσει παρά βία και όλο και περισσότερη
φτώχεια και αθλιότητα. Ο τρόπος που σκέφτεται και δρα μια ολόκληρη
κοινωνική τάξη βρίσκεται σε άμεση σχέση με το ιστορικό στάδιο που
διανύει η τάξη αυτή. Η βαθιά ιστορική παρακμή της αστικής τάξης στο
στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, τη σπρώχνει σε μια όλο και πιο
πρωτόγονη και βάρβαρη αυτοάμυνα, σε μια όλο και μεγαλύτερη στάση
εχθρότητας προς την τεράστια πλειοψηφία των εργαζομένων σε όλες τις
χώρες που μεταβάλλονται με όλο και ταχύτερους ρυθμούς σε αληθινούς
σκλάβους της μισθωτής εργασίας που κι αυτή καταντάει απρόσιτη
πολυτέλεια.
Από κοντά, έρχεται και η διαστρέβλωση της Ιστορίας, με περίπου
νομοτελειακό τρόπο. Το χειρότερο που μπορεί να πάθει ένας λαός είναι να
στερηθεί την Ιστορία του, δηλαδή να αλλοτριωθεί, να υποδουλωθεί νοητικά,
να γίνει εύκαμπτος, καθώς θα έχει ξεχάσει δύο πολύ σπουδαία πράγματα: το
τι έχει κερδίσει ως τώρα και το τι απομένει να κερδηθεί. Στην παρακμή
της, η αστική τάξη αλλάζει ακόμα και τα βιβλία Ιστορίας που θέσπισε αυτή
η ίδια και μεταβάλλει σε ιδιωτικές εταιρείες τα πανεπιστήμια που
μεγέθυνε η ίδια, την εποχή που αντιπάλευε ακόμα τη φεουδαρχική
ιδιοκτησία. Η Ιστορία παραχαράσσεται, διαστρεβλώνεται και εκχυδαΐζεται
σε όλα τα επίπεδα. Η αλήθεια παραμερίζεται, προς όφελος του
τυχοδιωκτικού ανταγωνισμού.
Με την ευκαιρία των εθνικών επετείων, οι λαοί επιχειρούν μια αναδρομή σ'
αυτά που κέρδισαν μέχρι σήμερα και εμείς, οι Ελληνες, το πώς, μέσα από
την Τουρκοκρατία, αποκτήσαμε το κράτος που υπάρχει ως σήμερα. Είναι
φανερό ότι από την Τουρκοκρατία ως σήμερα, υπάρχουν σοβαρότατα
προβλήματα που συνδέονται με την ιστορική εξέλιξη - δηλαδή για έναν
μαρξιστή - με το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, ή από την
κυριαρχία της φεουδαρχικής άρχουσας τάξης στην κυριαρχία της αστικής
τάξης και τα πεπραγμένα της.
Οχι μόνο για μας τους Ελληνες, αλλά και για όλους ανεξαίρετα τους
βαλκανικούς λαούς, η εποχή της Τουρκοκρατίας αποτελεί μια εποχή μεγάλης
κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής καθυστέρησης. Σύμφωνα με τον
Μαρξ1, «η φυσική μορφή της γαιοπροσόδου αποτελεί ένα από τα μυστικά
αυτοσυντήρησης της τουρκικής αυτοκρατορίας». Η ταύτιση γαιοπροσόδου και
έγγειου φόρου στην οθωμανική αυτοκρατορία αντιστοιχούσε σε μια κοινωνία
αγροτική, στη συντριπτική της πλειοψηφία, όπου από το έντονα
διατηρούμενο σε ορισμένες περιοχές (όπως π.χ. στο Σούλι ή στη Μάνη)
φυλογενετικό σύστημα αναδύεται μια στρατιωτική αριστοκρατία. Οι
στρατιωτικοί αυτοί αρχηγοί που, όπως και οι Οθωμανοί αντίστοιχοί τους
γαιοκτήμονες βρίσκονταν από κοινωνική και πολιτιστική άποψη στο
χαμηλότερο και βαρβαρικότερο στάδιο της φεουδαρχίας σύμφωνα με τον
Ενγκελς2, ήταν άμεσοι υποτελείς του σουλτάνου. Το καθεστώς αυτό
αποκλήθηκε από τον Ενγκελς «ημιφεουδαρχισμός» και εξαιτίας της ατελούς
του εξέλιξης, αλλά και επειδή οι αγρότες δεν ήταν άμεσα εξαρτημένοι από
τους γαιοκτήμονες, αλλά από το ίδιο το ασιατικό δεσποτικό αυταρχικό
κράτος. Το εσωτερικό εμπόριο δεν ήταν καθόλου ανεπτυγμένο. «Ο τουρκικός
τρόπος να προάγεται το εμπόριο όσον καιρό οι Τούρκοι βρίσκονταν στο
αρχικό, νομαδικό τους καθεστώς ήταν να ληστεύουν καραβάνια και τώρα που
είναι λίγο περισσότερο πολιτισμένοι, ο τρόπος τους συνίσταται σε κάθε
είδους καταπιεστικές αυθαιρεσίες3».
Το πόσο βαθιά καθυστερημένο ήταν το κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς
(«μια βαρβαρότητα μέσα στον πολιτισμό») που επιπλέον διαιρούσε τον
πληθυσμό με θρησκευτικά κριτήρια (οι πιστοί μουσουλμάνοι στρατεύονται,
οι άπιστοι ραγιάδες φορολογούνται), προβάλλει καθαρά μέσα από την
προνομιακή θέση της ορθόδοξης εκκλησίας που, στη διάρκεια της
Τουρκοκρατίας, εξελίχθηκε σε πραγματικό «κράτος εν κρατεί» (ο
πατριάρχης, αρχηγός του έθνους των απίστων/ millet basi). Μεγάλη
εκκλησιαστική περιουσία, εκκλησιαστικοί φόροι, αγοραπωλησία
εκκλησιαστικών αξιωμάτων, έντονες μεσαιωνικές συνθήκες. Οπως έγραψε ο
Μαρξ4 «η μεγαλύτερη κατηγορία που μπορεί κανείς να προσάψει στους
Τούρκους δεν είναι ότι περιόρισαν τα προνόμια των χριστιανών ιερέων,
παρά αντίθετα, ότι κάτω από την κυριαρχία τους επιτράπηκε στην καθολική
αυτή δεσποτική κηδεμόνευση, επίβλεψη και ανάμειξη της εκκλησίας να
απορροφήσει ολόκληρη τη σφαίρα της κοινωνικής ζωής».
Ο χαρακτήρας της Επανάστασης
Λέμε ότι ο Μαρξισμός δεν επιχειρεί να αποκρύψει, δε διαστρεβλώνει, δε
συγχέει πονηρά το κύριο με το δευτερεύον, επειδή αποτελεί μια
επιστημονική μέθοδο που αποκαλύπτει την αλήθεια για την εξέλιξη της
ανθρώπινης κοινωνίας. Και σαν τέτοια, δεν επιδέχεται αντιεπιστημονικές
μεθοδεύσεις.
Σε ένα καθεστώς, λοιπόν, μεσαιωνικό, με έντονη την παρουσία του
θρησκευτικού παράγοντα, μια επανάσταση στις πρώτες δεκαετίες του 19ου
αιώνα σε μια έστω και απόκεντρη περιοχή της Ευρώπης θα ήταν
νομοτελειακά: Εθνικοαπελευθερωτική ως προς τη μορφή, με κάποιες μάλιστα
εκφάνσεις θρησκευτικής υφής (π.χ. για του Χριστού την πίστη την αγία),
ως προς το ουσιαστικό της όμως περιεχόμενο η επανάσταση αυτή θα ήταν
αστική, αφού το κράτος που θα ίδρυε πάνω στα ερείπια της μεσαιωνικής
βαρβαρότητας της Τουρκοκρατίας δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο, παρά
ένα αστικό κράτος.
Σύμφωνα με τον Λένιν5, η περίοδος της αστικής επανάστασης που άρχισε
στην Ευρώπη το 1789 τερματίστηκε βασικά γύρω στο 1871, και η ανάπτυξη
του καπιταλισμού στη Βαλκανική χερσόνησο συντελέστηκε αργότερα υπό
καλύτερες συνθήκες στο μέτρο που υπήρχαν εκεί ανεξάρτητα εθνικά κράτη.
Ούτε, λοιπόν, για την εθνικο-απελευθερωτική μορφή του αγώνα, ούτε και
για το αστικό του περιεχόμενο θα μπορούσαν να υπάρξουν αξιόλογες
ενστάσεις, αντιρρήσεις ή ακόμα και παρεξηγήσεις. Κρίνοντας από το
αποτέλεσμα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι, σε ό,τι αφορά την
εθνικο-απελευθερωτική μορφή του αγώνα, μπορεί να υπήρξε μια συνεργασία
των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων που απάρτιζαν αυτή την κυρίως
αγροτική, μεσαιωνικού τύπου κοινωνία. Σε ό,τι αφορά όμως το ουσιαστικό
της, το ταξικό περιεχόμενο που θα έπρεπε να είναι ένα αστικό
συγκεντρωτικό κράτος, τα πράγματα παρουσιάζονται πολύ πιο δύσκολα, όχι
μόνο επειδή διαφορετικές κοινωνικές τάξεις έχουν τελείως διαφορετικά
συμφέροντα (π.χ. κοτσαμπάσηδες και εκκλησία είχαν τελείως διαφορετικά
συμφέροντα από τις λαϊκές αγροτικές μάζες και από τους αστούς), αλλά και
από το γεγονός ότι στην Επανάσταση του 21 αναμείχθηκαν συστηματικά οι
τρεις αποκαλούμενες «Μεγάλες Δυνάμεις», Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, υπό την
επιρροή των οποίων σχηματίστηκαν και τα πολιτικά κόμματα που κυβέρνησαν
το ελληνικό κράτος στη συνέχεια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε μία από
τις τρεις αυτές μεγάλες δυνάμεις βρισκόταν σε διαφορετικό στάδιο
εξέλιξης, με την τσαρική Ρωσία να καθυστερεί φανερά σε καπιταλιστική
ανάπτυξη6. Αν κανείς δεν εξετάσει τις συγκεκριμένες διεθνείς συνθήκες
μέσα στις οποίες έγιναν τα γεγονότα που επιθυμεί να εξετάσει, τότε είναι
φανερό ότι η εξέταση που θα επιχειρηθεί δε θα στηρίζεται πουθενά. Εξ
άλλου, τα πρώτα στοιχεία της ελληνικής αστικής τάξης σχηματίζονται πριν
απ' όλα με το εξωτερικό εμπόριο και οι Ελληνες εμπορευόμενοι
εγκαταστάθηκαν κύρια στο εξωτερικό, αφού οι όροι της επιχειρηματικής
δραστηριότητας ήταν εκεί πολύ πιο ευνοϊκοί παρά στην οθωμανική
αυτοκρατορία, όπου βασίλευε η καταθλιπτική φορολογία, οι αυθαιρεσίες των
πασάδων και η ληστο-πειρατεία7. Στο εσωτερικό της Οθωμανικής
αυτοκρατορίας, το πιο πλούσιο και ισχυρό τμήμα των αστικών στοιχείων
αποτελούσαν οι εμποροκαραβοκυραίοι. Το πιο δυνατό αστικό κέντρο της
επαναστατικής Ελλάδας ήταν το νησί της Υδρας με 16.000 κατοίκους8. Το
δυνάμωμα του εμπορικού κεφαλαίου και οι συναλλαγές με το εξωτερικό
δυναμώνουν την εθνική συνείδηση, κάτι που, όπως λέει ο Γ. Ζέβγος,
εμφανίζεται στα καράβια των νησιών, καράβια με αρχαιοελληνικά ονόματα.
Οι συνθήκες της προετοιμασίας
Μετά την πτώση της Ναπολεόντειας Γαλλίας, την Ευρώπη κυβερνούσε από το
1815 και εξής η λεγόμενη Ιερά Συμμαχία, αποτελούμενη κύρια από τη Ρωσία,
την Αυστρία και την Πρωσία, με τη συμμετοχή της παλινορθωμένης
βουρβονικής Γαλλίας και με την Αγγλία, χωρίς επίσημη συμμετοχή (η Αγγλία
ενδιαφερόταν για την ελευθερία του εμπορίου, ιδιαίτερα με τις χώρες της
Λατινικής Αμερικής που τότε εξεγείρονταν ενάντια στην Ισπανία
διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους), αλλά με ένα ρόλο παρατηρητή/
επιθεωρητή. Κυρίαρχος και εμψυχωτής της Ιεράς Συμμαχίας ήταν αυτός που
διέθετε τον πιο πολυάριθμο στρατό, δηλαδή ο τσάρος της Ρωσίας, «ο
χωροφύλακας της Ευρώπης και δήμιος της Ασίας», όπως τον χαρακτήρισε
εύστοχα ο Ι. Β. Στάλιν9. «Ενώ τα τουρκικά ζητήματα άφηναν
προβληματισμένους τους Δυτικούς διπλωμάτες», γράφει ο Ενγκελς10, «τότε
κηρυσσόταν πόλεμος. Ρωσικές στρατιές προέλαυναν στα Βαλκάνια και η
Οθωμανική αυτοκρατορία διαμελιζόταν, κομμάτι - κομμάτι». Οι
καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες Αγγλία και Γαλλία, το εμπόριο των οποίων
διείσδυε τότε δυναμικά στην Ανατολική Μεσόγειο δεν επιθυμούσαν να δουν
την ήδη πανίσχυρη Ρωσία να υποτάσσει την Οθωμανική αυτοκρατορία και να
κυριαρχεί και ως ναυτική δύναμη πέρα από τα Στενά11. Είναι αρκετό να
σημειωθεί επίσης ότι, πέρα από τη δεδομένη εχθρότητα της ορθόδοξης
εκκλησίας προς κάθε τι το αιρετικό φράγκικο, δυτικό, ιδιαίτερα απέναντι
στο Διαφωτισμό και τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης καθώς και την
αντιδραστική προσκόλλησή της στην «κραταιάν των Οθωμανών βασιλείαν», οι
συμπάθειές της έδειχναν καθαρά προς τη Ρωσία, όποτε ένιωθε να απειλείται
από νεωτερισμούς ορισμένων σουλτάνων12.
Ενας καθαρά αστικός προσανατολισμός της ελληνικής επανάστασης απαιτούσε
πρώτα απ' όλα την προσπάθεια για διάλυση των μεσαιωνικών δομών της
κοινωνίας, συνεκτικός ιστός των οποίων ήταν η εκκλησία και η ιδεολογία
που εκπορευόταν από αυτήν. Το κίνημα του Διαφωτισμού και η Γαλλική
Επανάσταση έδωσαν το έναυσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην πρωτοπόρα
διανόηση της εποχής από τη μια πλευρά και στον ορθόδοξο κλήρο του
Πατριαρχείου, με τα εθελόδουλα κηρύγματα περί «άθεων Γάλλων» κλπ. από
την άλλη. Με την προσπάθεια αυτή για απεγκλωβισμό της σκέψης από την
εκκλησιαστική σκοταδιστική επιρροή συνδέονται οι μεγάλες υπηρεσίες του
αστού δημοκράτη Αδ. Κοραή (1748 - 1833), και το έργο του Ρήγα του
Βελεστινλή (1758 - 1797), φλογερού επαναστάτη και εθνεγέρτη των
βαλκανικών λαών. Τόσο ο πρόωρα χαμένος Ρήγας όσο και ο σε σεβάσμια
ηλικία αποβιώσας Κοραής υπήρξαν αντίπαλοι του κλήρου, αλλά ο Ρήγας
ηρωοποιήθηκε αμέσως, ενώ η συμβολή του Κοραή στον αστικό εκδημοκρατισμό
του κράτους άργησε σχετικά να εκτιμηθεί στο σωστό της μέτρο. Καθώς όμως
η ελληνική αστικοδημοκρατική σκέψη δεν μπόρεσε να συνεχίσει την
προσπάθεια του Ρήγα - με μοναδική εξαίρεση την «Ελληνική Νομαρχία» - και
η Γαλλική Επανάσταση έμελλε να τυποποιηθεί με αυταρχικό τρόπο στη
Ναπολεόντεια αυτοκρατορία, η προσπάθεια για λύση μετατοπίστηκε σχεδόν
υποχρεωτικά στην τσαρική Ρωσία, παραδοσιακό εχθρό της Οθωμανικής
αυτοκρατορίας, προς την οποία απέβλεπαν ο ορθόδοξος κλήρος, οι
Φαναριώτες, οι Ελληνες έμποροι σιτηρών και γουναρικών που είχαν σχέσεις
με τη Ρωσία και, τέλος, η στρατιωτική αριστοκρατία των οπλαρχηγών που,
με τη μορφή των καπετανάτων και των αρματολικιών, είχαν ξεχωρίσει
κοινωνικά από την αγροτική βάση της κοινωνίας. Αυτά τα κατά τεκμήριο
ορθόδοξα συντηρητικά στρώματα ανέλαβαν την οργάνωση του απελευθερωτικού
κινήματος υπό τη μορφή της Φιλικής Εταιρείας. Σε σχέση με τις ιδέες που
κήρυσσαν λίγο προηγούμενα ο Ρήγας και η «Ελληνική Νομαρχία», η Φιλική
Εταιρεία αποτελούσε σαφέστατα ένα βήμα πίσω, αλλά ανταποκρινόταν με
φυσικό τρόπο στη μεγάλη καθυστέρηση και ανωριμότητα της ελληνικής
αστικής τάξης που δεν είχε ακόμα αποδεσμευτεί από το μεσαιωνικό της
περιβάλλον και τώρα καλούνταν να υποστεί την καθοδήγηση μιας γενικά
θρησκευόμενης οργάνωσης που δεν έκρυβε ορισμένες φορές και τους
φαναριώτικους με μεσαιωνική και ρωσική χροιά ανεδαφικούς σκοπούς της για
μια ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας!!! Η Φιλική Εταιρεία που
ιδρύθηκε την εποχή της παντοδυναμίας της Ρωσίας (1814 Ρωσική κατοχή στο
Παρίσι) δεν είχε άμεσους δεσμούς με τις λαϊκές μάζες και στην πορεία της
ανάπτυξής της δεν παίρνει κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά εκδηλώνει
μεγαλοϊδεάτικες τάσεις, όπως διαπιστώνει ο Ζέβγος13. Ποτέ εξ άλλου η
τσαρική πολιτική δε στηρίχτηκε σε κάποιο πλατύ λαϊκό κίνημα. Ολα αυτά τα
πολύ σημαντικά τα ξεχνάμε κάποτε πολύ εύκολα. Ο ανώτατος αρχηγός θα
ήταν, φυσικά, κάποιος παράγοντας στην υπηρεσία της Ρωσίας, ο
Καποδίστριας ή ο Υψηλάντης. Η επανάσταση, λοιπόν, που θα είχε
νομοτελειακά αστικό περιεχόμενο ξέσπασε την άνοιξη του 1821 παρά την
ανωριμότητα της ελληνικής αστικής τάξης.
Τάξεις και πολιτικές παρατάξεις
Την ορθότερη και, πριν απ' όλα, διαλεκτικότερη μαρτυρία για την ύπαρξη
κοινωνικών τάξεων και πολιτικών παρατάξεων στην επαναστατημένη Ελλάδα
μάς δίνει ο ιστορικός της Φιλικής Εταιρείας Ι. Φιλήμων, που αναφέρει
τρεις τάξεις που διεκδικούσαν τότε την εξουσία: τους στρατιωτικούς (δηλ.
καπεταναίους, οπλαρχηγούς, αρματολούς), τους προεστούς (κοτσαμπάσηδες)
και τους πολίτες, όπως αποκαλεί τους αστούς. Η ύπαρξη των αντίθετων
μεταξύ τους παρατάξεων στρατιωτικών και προεστών είχε σαν αποτέλεσμα,
κατά τον Φιλήμονα, να διατηρηθεί ισορροπία ανάμεσά τους και έτσι να μην
πέσει το Εθνος στην τυραννία της μιας ή της άλλης παράταξης. Η μέση τάξη
των πολιτών «συνήργησε πάντοτε εις την υπεροχήν πότε της μιας και πότε
της άλλης», ήταν όμως αδύνατο να αντιπαραταχθεί μόνη της εναντίον της
μιας χωρίς να έχει τη συνδρομή της άλλης14. Ο Φιλήμων μάς λέει με άλλα
λόγια ότι η αστική τάξη, καθώς ήταν ολιγάριθμη, δεν μπορούσε να σταθεί
μόνη της και, έτσι, πάντα μηχανορραφούσε με τη μια παράταξη ενάντια στην
άλλη και, για το λόγο αυτό, γινόταν αντιπαθητική στο λαό, δηλαδή στις
μεγάλες μάζες της αγροτιάς που, με μεσαιωνική νοοτροπία και παράδοση,
ακολουθούσαν τους φυσικούς τους ηγέτες, δηλαδή τους καπεταναίους και
τους προεστούς. Με την ολιγάριθμη τάξη των αστών που επιδίωκαν ένα
ανεξάρτητο κράτος υπό καθεστώς συνταγματικής μοναρχίας με βασιλιά έναν
πρίγκιπα από την Ευρώπη δεν άργησαν να συνταχθούν και οι αστοί
νοικοκυραίοι των νησιών που ως τότε κινούσαν τα πλοία τους με δικά τους
έξοδα και επιθυμούσαν μια ισχυρή κεντρική εξουσία ικανή να συγκεντρώνει
τα δημόσια έσοδα για να χρηματοδοτεί την κίνηση του ελληνικού στόλου.
Πιο κοντά στην αστική παράταξη βρισκόταν η παράταξη των κοτσαμπάσηδων,
με την οποία συχνά συμμαχούσε ο αρχηγός των αστών Μαυροκορδάτος15. Με
βάση τον πολιτικό συνασπισμό αυτό (αστοί, νησιώτες, κοτσαμπάσηδες)
ηττήθηκαν πολιτικά η παράταξη των στρατιωτικών και οι Φιλικοί στην Α'
Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Στο εξής, η Φιλική Εταιρεία περίπου
εξαφανίζεται από το προσκήνιο μαζί με τα σύμβολα της (σταυροί, φοίνικες
κ.λπ. εκκλησιαστικής και μασονικής έμπνευσης) και επικρατούν οι δυνάμεις
που συνδέονται οικονομικά με τη θάλασσα (επιβολή της γαλανόλευκης
σημαίας), δηλαδή αυτές οι δυνάμεις που αποτελούν ήδη ή θα αποτελέσουν
την αγγλόφιλη, αστική παράταξη.
Η επιρροή της Φιλικής Εταιρείας υποχώρησε οριστικά, κύρια επειδή η Α'
Εθνοσυνέλευση θέσπισε κεντρική διοίκηση με φιλελεύθερους θεσμούς, αλλά
και επειδή ο εδαφικός περιορισμός της επανάστασης στην κυρίως Ελλάδα
έθαψε στην κυριολεξία τα ρωσικά, φαναριώτικα και Φιλικά σχέδια για
ανασύσταση της πολυεθνικής Βυζαντινής αυτοκρατορίας δείχνοντας καθαρά σε
όσους μπορούσαν να καταλάβουν, ότι εκείνο που ήταν εφικτό στις δοσμένες
τότε συνθήκες ήταν η απόσπαση από την Οθωμανική αυτοκρατορία της Κάτω
Ελλάδας και των νησιών, δηλαδή ενός εθνικού κράτους. Σχετικά με τα
χιμαιρικά σχέδια ανασύστασης της ορθόδοξης βυζαντινής αυτοκρατορίας, με
άλλα λόγια της διαβόητης «μεγάλης ιδέας» που καλλιεργούσε κυρίως ο
κλήρος και πολύ μετά το σχηματισμό του ελληνικού αστικού κράτους (ακόμα
και σήμερα βλέπουμε τον ορθόδοξο ανώτερο κλήρο να προβαίνει σε ορισμένες
εκδηλώσεις τέτοιας προέλευσης που κυμαίνονται ανάμεσα στο κωμικό και στο
επικίνδυνο) και που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με το όραμα του Ρήγα
για μια δημοκρατική, πολυεθνική βαλκανική ομοσπονδία πολλών θρησκειών, ο
Μαρξ είναι κατηγορηματικός: «Οι έλληνες κάτοικοι του λεγόμενου
βασιλείου... μπορεί να ονειρεύονται ακόμα και μια ανασύσταση της
βυζαντινής αυτοκρατορίας, παρ' όλο που, γενικά, είναι ένας τετραπέρατος
λαός για να πιστεύουν σε μια τέτοια ανοησία»16.
Οι επιτυχίες της Επανάστασης το 1822 έκαναν παντοδύναμη τη στρατιωτική
παράταξη σε σημείο π.χ. που να αγνοεί την κεντρική κυβέρνηση ο
Ανδρούτσος17, ενώ στη Β' Εθνοσυνέλευση του Αστρους (1823), οι
στρατιωτικοί με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη θα εκφράσουν ολιγαρχικές
απόψεις, όπως λέει ο Ζέβγος18. Με την ταξική πάλη είναι άρρηκτα
συνδεμένο το πρόβλημα της εθνικής γης, δηλαδή τα πρώην τουρκικά κτήματα
που ανακηρύχτηκαν εθνικά ήδη από την αρχή της επανάστασης.
Αν το κράτος που θα προέκυπτε θα ήταν εθνικό, αστικό, τότε θα έπρεπε να
είναι ενιαίο, δηλαδή να διαθέτει ενιαία αγορά. Ο Μαρξισμός διδάσκει ότι
η πανεθνική αγορά είναι το πρώτο σχολείο όπου η αστική τάξη διδάσκεται
τον πατριωτισμό19. Με τη σειρά της, η ενιαία εσωτερική αγορά απαιτεί την
αστικοποίηση της γαιοκτησίας, δηλαδή την εμπορευματοποίηση της γης ή τη
μετατροπή της σε εμπόρευμα, ώστε να γίνει ικανή να παράγει εμπορεύματα.
Ετσι, το εθνικό πρόβλημα είναι κατά βάθος πρόβλημα αγροτικό και η
αγροτιά είναι δύναμη κρούσης του εθνικού κινήματος, όπως συνέβη και στη
Γαλλική αστική επανάσταση.
Το στρατιωτικό ολιγαρχικό κόμμα απέκτησε πάρα πολλούς οπαδούς μέσα στην
αγροτιά της Πελοποννήσου, όπου τα εθνικοποιημένα τούρκικα κτήματα ήταν
πολλά. Καθώς οι νησιώτες, που δε διέθεταν κτήματα στα νησιά τους αλλά
ξόδευαν τις περιουσίες τους για τα πλοία του αγώνα, ζητούσαν να
αποζημιωθούν με εθνικά κτήματα, οι στρατιωτικοί εναντιώνονταν σ' αυτή
την «καταπάτηση» του Μοριά από τους ξένους! Στη Στερεά, όπου τα
εθνικοποιημένα κτήματα ήταν λίγα, οι αγρότες δεν ενδιαφέρονταν να
αποκτήσουν γη στην Πελοπόννησο. Με λίγα λόγια, οι αγρότες δεν μπορούσαν
τότε να έχουν σαφή αντίληψη για το τι είναι ένα αστικό εθνικό κράτος και
εκείνο που καταλάβαιναν καλά ήταν ότι έπρεπε να εξομοιωθούν με τους
ελεύθερους μουσουλμάνους. Με λίγα λόγια, δεν υπήρχε στη μεγάλη
πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού, που ζούσε σε μεσαιωνικές συνθήκες,
αστική αντίληψη και η αντινομία της εποχής βρισκόταν στο ότι τα
οικονομικά συμφέροντα της αγροτιάς ήταν ασύμβατα τότε με την αστική
ανάπτυξη και τον εθνικό συγκεντρωτισμό. Δεν υπήρχε ακόμα ο απαραίτητος
βαθμός αστικής ανάπτυξης, ώστε τα αιτήματα της αγροτιάς, δηλαδή η
μοιρασιά της γης, να αποκτήσουν αντικειμενικά προοδευτικό χαρακτήρα.
Εθνικός συγκεντρωτισμός σε ένα αστικό κράτος σήμαινε διάλυση ή κατάργηση
όλων των επαρχιακών, εδαφικών, τοπικών εξουσιών, δηλαδή των καπετανάτων,
των οπλαρχηγών και των προκρίτων. Οι στρατιωτικοί ιδιαίτερα, ως
μετέπειτα ρωσικό κόμμα δεν άργησαν να υιοθετήσουν το περιβόητο
διαμελιστικό σχέδιο των λεγόμενων «τριών αποκομμάτων», για το χωρισμό
της Ελλάδας σε Δυτική Στερεά (αρχηγός Μάρκος Μπότσαρης), σε Ανατολική
Στερεά (αρχηγός Οδυσσέας Ανδρούτσος) και σε Πελοπόννησο/Μοριά (αρχηγός
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης), και οι τρεις περιοχές φόρου υποτελείς στο
σουλτάνο που προωθήθηκε από τη ρωσική πολιτική το 1824 και αντιστοιχούσε
σε φεουδαρχικές, μεσαιωνικές δομές τουρκικού τύπου (τρία βιλαέτια
Ναύπακτος, Εγριπος, Μοριάς) ή ακόμα βυζαντινής εποχής (δεσποτάτο
Ηπείρου, δουκάτο Αθηνών, πριγκιπάτο Αχαΐας). Αντίθετα, όπως ειπώθηκε, η
ίδρυση ενός αστικού κράτους προϋπέθετε πρώτα απ' όλα ενοποίηση της
εσωτερικής αγοράς, έτσι ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί η ντόπια
εμπορευματική παραγωγή και το εξωτερικό εμπόριο. Αστικός
συγκεντρωτισμός, σε τελευταία ανάλυση, σήμαινε και εθνική ανεξαρτησία,
ενώ τοπικές εξουσίες, αρματολίκια, καπετανάτα, προεστάτα δεν μπορούσαν
παρά να είναι κάτι σαν «χριστιανικά πασαλίκια», δηλαδή αυτόνομες
περιοχές υποτελείς στο σουλτάνο κατά το υπόδειγμα της Μολδοβλαχίας και
πρόσφορο έδαφος για στρατιωτική επέμβαση της φεουδαρχικής τσαρικής
Ρωσίας υπό το πρόσχημα της προστασίας των ορθοδόξων. Στο σημείο αυτό
ταυτίστηκαν οι αστικοί προσανατολισμοί της μέσης τάξης των πολιτών, όπως
είδαμε να τους αποκαλεί ο Φιλήμων, με τις επιδιώξεις της αγγλικής
πολιτικής στη Μεσόγειο, που επιδίωκε να εμποδίσει τις επεκτατικές τάσεις
της ρωσικής αυτοκρατορίας.
Συμμαχίες και αντιθέσεις
Οι κοινωνικές συμμαχίες που είχαν συναφθεί από την Α' Εθνοσυνέλευση της
Επιδαύρου ανατρέπονται, όταν συνάπτεται από την κυβέρνηση των αστών το
πρώτο αγγλικό δάνειο. Τώρα συνασπίζονται στρατιωτικοί και κοτσαμπάσηδες
της Πελοποννήσου που ανησυχούν για το ότι η κυβέρνηση, με αυξημένο
κύρος, θα κατόρθωνε να κατανικήσει τις τοπικές, επαρχιακές αντιστάσεις
και να ισχυροποιήσει την κεντρική εξουσία. Ως τότε, οι κοτσαμπάσηδες
είχαν συνεργαστεί με τους αστούς, ιδιαίτερα στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο.
Η υποθήκευση της εθνικής γης για τα εξωτερικά δάνεια απέκλειε τη δωρεάν
διανομή της στους αγωνιστές και στους αγρότες. Αλλά η αστική ενότητα του
έθνους ήταν τελείως αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς οικονομικά μέσα, και
αυτά μόνο από το εξωτερικό μπορούσαν να έρθουν. Ο δεύτερος εμφύλιος
πόλεμος, στον οποίο ο Μακρυγιάννης αναγνωρίζει ότι «το δίκαιον και η
πατρίδα ήταν με το βουλευτικόν»20 κατέληξε με ήττα του Κολοκοτρώνη και
των συμμάχων του προεστώτων, ενώ νίκησε η αστική κυβέρνηση με τις λίρες
και τους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς. Από τότε αρχίζουν και οι σοβαρές
προσπάθειες για τη δημιουργία τακτικού στρατού, κάτι που με τη βοήθεια
του χρήματος, αποτελεί ρήγμα στο στρατό των ατάκτων και ένα ακόμα βήμα
προς τον αστικό συγκεντρωτισμό.
Αυτό το αστικό ενιαίο κράτος, αντίθετο προς το σχέδιο των τριών
αποκομμάτων που είχαν προωθήσει η Ρωσία και οι στρατιωτικοί, ταίριαζε
περισσότερο με τις επιδιώξεις της αστικής Αγγλίας που, επί υπουργού
εξωτερικών G. Canning, ασκούσε πολιτική αντίθετη από εκείνη της Ιεράς
Συμμαχίας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ενισχύσει την ίδρυση ανεξάρτητων
εθνικών κρατών που, με τη σειρά τους, θα αποτελούσαν προνομιακές αγορές
για το εμπόριο και τη βιομηχανία της. Τα αγγλικά δάνεια έδεσαν οριστικά
την Ελλάδα στο άρμα του αγγλικού καπιταλισμού21, αποτρέποντας την
παραμονή σε φεουδαρχικό επίπεδο ανάπτυξης, είτε υπό οθωμανική κατοχή,
είτε υπό την επιρροή της τσαρικής Ρωσίας.
Ετσι, τα πράγματα επιταχύνονται και, καθώς αρχίζει η εισβολή του Ιμπραήμ
στην Πελοπόννησο (αρχές 1825), η Αγγλία υποκινεί τη γνωστή αίτηση
προστασίας, την οποία προώθησαν πρώτοι απ' όλους οι Ρωσόφιλοι Ρώμας και
Κολοκοτρώνης. Αυτό το γεγονός είναι δηλωτικό του ότι, στο μέτρο που η
επανάσταση αρχίζει να εξαντλείται22, οι προσδοκίες για ανεξαρτησία
αρχίζουν να μετατοπίζονται προς το εξωτερικό, όπου η αντοχή της
επανάστασης δυναμώνει το φιλελληνισμό. Μόνο «οι κληρικοί φοβούμενοι
μήπως η Ελλάς δουλωθεί από τους Δυτικούς, όχι πολιτικώς αλλά
θρησκευτικώς... έφεραν εμπόδια εις την ελευθερίαν των Ελλήνων», μας
πληροφορεί ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος23. Ετσι, προκαθορίστηκε
ότι η αστική ανάπτυξη της Ελλάδας θα λάβαινε χώρα κάτω από τη σκιά του
δυτικού καπιταλισμού.
Το πρόβλημα της ανεξαρτησίας και οι μεγάλες δυνάμεις
Μπορεί όμως η αστική ανάπτυξη να απαιτούσε πλήρη ανεξαρτησία του
ελληνικού κράτους που θα ιδρυόταν, αλλά η Αγγλία δεν μπορούσε να
επιβάλει κάτι τέτοιο μόνη της, χωρίς πόλεμο με την Τουρκία. Ετσι, τα
πράγματα άρχισαν να προσανατολίζονται προς μια αυτονομία υπό την
επικυριαρχία του σουλτάνου, κάτι για το οποίο, όπως είδαμε, ήταν σύμφωνη
και η τσαρική Ρωσία και έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η μαζική προσέλευση
των Ρωσόφιλων υπό τον Κολοκοτρώνη να υπογράψουν την αίτηση προστασίας
των Ελλήνων από τη Μεγάλη Βρετανία. Αλλά το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα
της έστω και σιωπηρής εγκατάλειψης του αιτήματος για ανεξαρτησία και την
αντικατάστασή του από μια υποτέλεια στο Σουλτάνο μπορεί να αποτελεί η
συμφωνία Αγγλίας και Ρωσίας για εκλογή του Καποδίστρια, με τους Αγγλους
R. Church και Th. Cochrane στην ηγεσία του στρατού και του στόλου
αντίστοιχα, αλλά η πραγματικότητα πρέπει να αναζητηθεί στη βάση της
κοινωνίας και δεν είναι άλλη, από την εξάντληση της ολιγάριθμης έτσι κι
αλλιώς ελληνικής αστικής τάξης, οπότε η εξουσία περνάει και πάλι στους
προκρίτους του Μοριά και καταλήγει εκεί που άρχισε, όπως λέει ο Ζέβγος,
δηλαδή σε άνθρωπο του τσάρου. Στην αρχή ο Υψηλάντης, στο τέλος ο
Καποδίστριας. Ετσι, ο Μαρξ κατηγόρησε τους Αγγλους πολιτικούς ότι
ενεργώντας με δουλοπρέπεια απέναντι στη Ρωσία φόρτωσαν στην πλάτη των
Ελλήνων τον Καποδίστρια24, που σε ένα γράμμα του προς τον Ενγκελς,
αποκαλεί «ανέντιμο»25. Για τον Καποδίστρια, ισχύουν οι εύστοχες
παρατηρήσεις του Γ. Ζέβγου που χαρακτηρίζει συνολικά τη διακυβέρνησή του
«αντιδραστική» «με τον Κολοκοτρώνη συμβουλάτορα και δεξί του χέρι»26. Ο
Ρωσοτουρκικός πόλεμος και η συνθήκη της Αδριανούπολης του 1829 που δεν
μπόρεσαν να αποτρέψουν η Αγγλία και η Γαλλία έδωσε την τελειωτική λύση
στο ζήτημα της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους.
Το τελικό συμπέρασμα είναι, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, αντιφατικό.
Από τη μια πλευρά, υπήρξε μια εθνική ανεξαρτησία ενός τμήματος του
ελληνισμού. Από την άλλη όμως, αποδείχτηκε ότι οι οικονομικές και
κοινωνικές προϋποθέσεις για μια καθαρά αστική, καθαρά καπιταλιστική
εξέλιξη στο επίπεδο των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής
Ευρώπης ήταν εξαιρετικά αδύναμες αν όχι ανύπαρκτες. Ετσι, η Ελλάδα
πέρασε από την απολυταρχία του Καποδίστρια στην απολυταρχία της απόλυτης
μοναρχίας πάντα υπό την επιρροή των ξένων δυνάμεων, ιδιαίτερα της
Αγγλίας και της Γαλλίας και, μετά την παραχώρηση των Επτανήσων, στην
αποκλειστική επιρροή της Αγγλίας που αντικαταστάθηκε πολύ αργότερα από
το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ που, mutatis mutandis, ισχύουν ως
σήμερα. Ο αγωνιζόμενος λαός μας έχει ανάγκη την Ιστορία του. Πρέπει να
κάνει κτήμα του τα ιστορικά αυτά διδάγματα, αν θέλει οι αγώνες και οι
θυσίες του να μην έχουν την τύχη του 1821. Τα λόγια αυτά είναι του
Γιάννη Ζέβγου, που έπεσε σε μέρες σαν τη σημερινή (20 Μάρτη του 1947)
πριν από εξήντα χρόνια.
(Το κείμενο είναι η ομιλία του Τηλέμαχου Λουγγή στην εκδήλωση της ΚΟΑ
και της ΚΝΕ, που έγινε το Σάββατο 24/3/2007 στην αίθουσα Συνεδρίων του
ΚΚΕ στον Περισσό με θέμα: «Η αλήθεια για την επανάσταση του 1821 και η
παραχάραξή της από τα σχολικά βιβλία». Οι υπότιτλοι είναι του «Ρ»).
Πηγές:
1. Κ. Μαρξ, Das Kapital, Buch I., Erster Abschnitt, Kapitel 3, 113 (Ullmann
Verlag): Die Natural form der Grundrente bildet eines der
Selbsterhaltungsgeheimnisse des turkischen Reichs.
2. Μαρξ - Ενγκελς, British Politics (1853), Collected Works, 12 (Moscow
1979), 8.
3. Φ. Ενγκελς, The Turkish Question (1853), Collected Works 12 (Moscow
1979), 26.,
4. Κ. Μαρξ, The Greek insurrection (1854), Collected Works 13 (Moscow
1980), 72.
5. Β. Ι. Λένιν, Ο prave nacii na samoopredelenije, Izbrannye
pro'izvedenija I (Moskva 1975), 569-621, εδώ 578 και, επίσης, 573:
primer balkanskich gosudarstv fozhe govorit protiv nee, ibo vsiakii
vidit teper', shto na'ilushchte uslovija razvitija kapitalizma na
Balkanach sozdajutsia kak raz ν mere sozdanija na etom poluostrove
samostojatel 'nych nacional 'nych gosudarstv.
6. Β. Ι. Λένιν, Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, Απαντα 3, Αθήνα
(ΣΕ), 187, 339, αλλά και πρόλογο στη Β' έκδοση, 14.
7. Λ. Παπανικολάου, Κοινωνική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 19ου
αιώνα, Αθήνα (ΣΕ) 1991, 68 και 76.
8. Γ. Ζέβγος, Σύντομη μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα (Διόνυσος,
χ.χ.). Ι, 37.
9. Πρβλ. Ζέβγο, στο ίδιο, 1, 85.
10. Φρ. Ενγκελς, The Turkish Question (1853), Collected Works 12 (Moscow
1979), 23.
11. Παπανικολάου, στο ίδιο, 79.
12. Παπανικολάου, στο ίδιο, 90.
13. Ζέβγος, Ι, 47.
14. Ι. Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία
1834, 96.
15. Παπανικολάου, στο ίδιο, 146 και 168.
16. Κ. Μαρξ, The Greek insurrection (1854), Collected Works 13 (Moscow
1980), 71.
17. Ζέβγος Ι, 78.
18. Ζέβγος Ι, 79.
19. Ι.Β. Στάλιν, Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, Απαντα 2, 344.
20. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1969 (Πάπυρος), Α', 99.
21. Παπανικολάου, στο ίδιο, 211.
22. Ζέβγος, Ι, 102.
23. Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήναι
1955, 454.
24. Κ. Μαρξ, Herr Vogt (1860), Collected Works 17 (Moscow 1981), 143.
25. Κ. Μαρξ στον Φρ. Ενγκελς, 3 Μάη 1854, Collected Works 39 (Moscow
1983), 447.
26. Ζέβγος, I, 103 - 110.
*Ο Τηλέμαχος Λουγγής είναι Πρόεδρος του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα Αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΄21 ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 1821
Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα
Η μύηση στη Φιλική Εταιρεία
«Κατεβάζει τις εικόνες όλες και μ' ορκίζει και αρχινάγει να με βάλη εις το
μυστήριον. Αφού προχώρεσε, τότε τ' ορκίστηκα ότι δεν θα το μαρτυρήσω κανενού,
όμως να μου δώση καιρόν οχτώ ημέρες να συλλογιστώ αν είμαι άξιος δι' αυτό το
μυστήριον και αν μπορώ να ωφελήσω, να το λάβω, ή να κάτζω, είναι σα να μην το
ξέρω ολότελα.
Πήγα στοχάστηκα και τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες - θα
τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του
είπα: "Είμαι άξιος". Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα. Τον περικάλεσα να μη μου
μαρτυρήση τα σημεία της κατήχησης, ότ' είμαι νέος και να μην αντέσω και λυπηθώ
την ζωή μου και προδώσω το μυστήριον και κιντυνέψη η πατρίς»
Η ανησυχία των Τούρκων κατά τις παραμονές της επανάστασης
«Οι ντόπιοι Τούρκοι της Πελοπόννησος έγραφαν την υποψίαν για τους Ρωμαίγους του
Χουρσίτ πασσά και να πάρη μέτρα δι' αυτό ο Χουρσίτ πασσάς…
Τον Μάρτιον μήνα, τα 1821, πήρα κάμποσα χρήματα και πέρασα εις την Πάτρα. Οι
Τούρκοι υποψιασμένοι, να 'βλεπαν Ρουμελιώτη, κιντύνευε…»
Οι αυταπάτες ορισμένων ελλήνων σχετικά με τον ρόλο του Αλή Πασά
«…άρχισαν να με ξετάζουν οι Ρωμαίγοι ανόγητα μέσα εις το κονσουλάτο το Ρούσσικο
οπού 'ταν κόνσολας ο Βλασσόπουλος. 'Ημουν κονεμένος 'σ του Ταταράκη το χάνι
ονομαζόμενον. 'Ηταν εκεί και Γιαννιώτες, οπού κάθονταν, και Αρτηνοί. Πήγα εις το
κονσουλάτο, τους είπα τα τρέχοντα της Ρούμελης και το κακό οπού 'παθε ο
Αλήπασσας, είχαν βγη από το κάστρο αναντίον των βασιλικών ει την πολιτείαν των
Γιαννίνων και του σκότωσαν πλήθος του Αλήπασσα, του χάθη όλο τ' άνθος οπού 'χε.
Αυτείνοι δεν πίστευαν τίποτας απ' όσα τους έλεγα, αλλά τον ήθελαν νικητή να τους
λευτερώση, αυτός ο τύραγνος να φέρη το Ρωμαίγικον και την λευτεριά της πατρίδος
- και αν έβγαινε αυτός, δεν θ' άφινε μήτε ρουθούνι από 'μάς. Σαν τους είπα πολλά
και δεν πίστευαν, αναχώρησα και πήγα 'σ έναν μεγάλον έμπορον πως ψωνίζω πράμα,
να σηκώνω κάθε υποψία όσο να ξετάξω τα τρέχοντα εκεί, να μάθω.»
Λόγοι του ξαδέρφου του Αλή Πασά, Σμαήλμπεη Κόνιτζα
«Μιλεί των πασσάδων κι' αλλουνών, οτζάκια της Αρβανιτιάς, τους λέγει: "-Πασσάδες
και Μπεηδες, θα χαθούμε. Θα χαθούμε! ο μπέγης τους λέει, ότι ετούτος ο πόλεμος
δεν είναι μήτε με τον Μόσκοβον, μήτε με τον Εγγλέζο, μήτε με τον Φραντζέζο.
Αδικήσαμεν τον ραγιά και από πλούτη και από τιμή και τον αφανίσαμε, και μαύρισαν
τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι. Και ο Σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του
γίνεται, τον γελάνε εκείνοι οπού τον τρογυρίζουν. Και η αρχή είναι τούτη, οπού
θα χαθή το βασίλειόν μας. Πλερώνομε βαριά να βρούμε προδότη και δεν στέκει
τρόπος να μαρτυρήση κανένας το μυστικόν, να μάθωμε μόνος του ο ραγιάς μας
πολεμεί ή και οι Δυνάμες. Δι' αυτό πλερώνομε και παλουκώνουμε και σκοτώνομε και
αλήθεια ποτέ δεν μάθαμε".
Η μάχη στα 5 πηγάδια ( Οκτώβρης 1821)
«Τον Οκτώβριον μήνα διατάζει ο Χουρσίτ πασσάς πολύ ασκέρι από τα Γιάννενα με
ζαϊρέδες και πολεμοφόδια να πιάσουνε εις τα Πέντε Πηγάδια. Είναι σαν κάστρο,
ήταν χάνι και το 'φκειασαν οι Τούρκοι σαν κάστρο. Είναι τα μισά των Γιωαννίνων
κι' 'Αρτας και Σουλιού, θέση δυνατή και αναγκαία. 'Ηταν Τούρκοι μέσα και τους
πολιορκούσαν οι Σουλιώτες κι' άλλοι και οι Τούρκοι του Αλήπασσα, οπού 'ταν μαζί
μας.
Σ τον ίδιον καιρόν διατάζει ο Χουρσίτ πασσάς και τους Τούρκους της 'Αρτας ν'
αφήσουνε την φρουρά εις 'Αρτα και συνφώνως να χτυπήσουνε κι' από τα δυο μέρη 'σ
τα Πέντε Πηγάδια τους δικούς μας. Αυτό το πρόδωσαν των δικώνε μας κι' από τα
Γιάννενα κι' από την 'Αρτα και μας παράγγειλαν κ' εμάς, όταν κινηθούν από την 'Αρτα,
να κινηθούμεν κ' εμείς από της πλάτες τους, καθώς θα 'καναν και οι άλλοι οι
δικοί μας.
Κινήθηκαν οι Τούρκοι από τα Γιάννενα κι' από την 'Αρτα συνφώνως, κατά την
ομιλίαν τους, με ζαϊρέδες και πολεμοφόδια αρκετά, να πέσουν εις τους πολιορκητάς.
Εκινήθηκαν και από τα δυο μέρη, κ'εμείς από τις πλάτες τους, καθώς και οι άλλοι.
'Αμα πλησιάσαν 'σ τα Πέντε Πηγάδια, τους γίνη ένας σκοτωμός των Τούρκων και
πήραμε ως διακόσους ζωντανούς και λάφυρα και έντεκα μπαϊράκια και όλους τους
ζαϊρέδες και πολεμοφόδια. Και διαλυθήκανε οι Τούρκοι κακώς κακού.»
Οι μάχες στο χάνι της Γραβιάς και στη Αλαμάνα
«Και με την ίδια ορμή αυτείνοι οι Τούρκοι και πασσάδες, οπού σκότωσαν τους
ολίγους και τον Διάκον, κινήθηκαν, όλη αυτείνη η δύναμη, να μπούνε εις τα Σάλωνα
και 'σ τ' άλλα μέρη να εφοδιάσουνε τους ντόπιους Τούρκους και να λύσουνε και
τους πολιορκημένους, οπού 'ταν εις το κάστρο Σαλώνου, Λιβαδειάς, Αθήνας και τ'
άλλα μέρη αυτά, και να προχωρέσουν δια την Πελοπόννησο. 'Ηταν ο Ομέρ Βεργιόνης
κι' άλλοι πασσάδες, όλο διαλεμένο και πολύ ασκέρι.
Και εις το χάνι της Γραβιάς εκλείστη ο Δυσσέας, ο κακός πατριώτης, κι' ο Γκούρας
κι' άλλοι και πολέμησαν μ' αυτείνη την μεγάλη δύναμιν εκατό ανθρώποι. Και
φαίνονται ως την σήμερον οι τάφοι των Τούρκων εκεί εις το χάνι. Και τους
αφάνισαν, και τους χάλασαν όλα τους τα σκέδια. Και γλύτωσε ο κόσμος, οπού θα
σκλάβωναν αυτείνοι τους περισσότερους και μπορούσε να κιντυνέψη κι' όλη η
πατρίς, Ρούμελη και Πελοπόννησο (ότ' ήταν αυτά τα πρώτα κινήματα), αν
προχωρούσανε μέσα και να 'βγαιναν και τους πολιορκημένους Τούρκους.
Πατρίς, να μακαρίζης γενικώς όλους τους 'Ελληνες, ότι θυσιάστηκαν δια σένα να σ'
αναστήσουνε, να ξαναειπωθής άλλη μίαν φορά ελεύτερη πατρίδα, οπού ήσουνε χαμένη
και σβυσμένη από τον κατάλογον των εθνών.
'Ολους αυτούς να τους μακαρίζης. 'Ομως να θυμάσαι και να λαμπρύνης εκείνους οπού
πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα, πολεμώντας με τόση δύναμη Τούρκων, κ' εκείνους
οπού αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μίαν μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη, εις το
χάνι της Γραβιάς, κ' εκείνους οπού λυώσανε τόση Τουρκιά και πασσάδες εις τα
Βασιλικά, κ' εκείνους οπού αγωνίστηκαν σαν λιοντάρια εις την Λαγκάδα του
Μακρυνόρου, οπού πολεμήθηκαν συνχρόνως σε αυτές τις δυο θέσες, οπού 'ναι τα
κλειδιά σου, ένα η Πόρτα του Μακρυνόρου και τ' άλλο των Θερμοπύλων.
Κι' αφού πήγανε κι' από τα δυο μέρη ν' ανοίξουνε δρόμο οι Τούρκοι, εκείνοι οι
αθάνατοι τόσοι ολίγοι, (ογδοήντα ένας εις την Λαγκάδα) γιόμωσαν τον τόπον
κόκκαλα εκεί. Και τους καταδιάλυσαν εκείνοι οι ολίγοι 'σ τ' άλλο το μέρος των
Θερμοπύλων κι' αλλού.
Αυτείνοι σε ανάστησαν και δεν μπήκε δύναμη και ζαϊρέδες και πολεμοφόδια,
αυτείνοι ψύχωσαν εκείνους οπού πολιορκούσαν τους ντόπιους Τούρκους και φρουρές.
Και νηστικούς κι' αδύνατους τους περιλάβαν και τους σφάξαν σαν τραγιά. Και τέλος
πάντων, πατρίδα, αυτείνοι κατατρέχονται από τους Εκλαμπρότατους, από τους
Εξοχώτατους, από τον Κυβερνήτη σου κι' αδελφούς του.»
Ομιλία σε Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς (1824 - Α΄ Εμφύλιος Πόλεμος)
«Αυτό το έθνος σήκωσε ντουφέκι του Σουλτάνου -και δεν το υπόταξε. Εσείς θα το
υποτάξετε και δεν θέλετε Διοίκησιν; Και ποίον έθνος χωρίς διοίκησιν και νόμους
ευδοκίμησε και δεν εχάθη; Κ' εμείς χωρίς νόμους δεν πάμε ομπρός, και δεν μας
γνωρίζουν και τ' άλλα τα έθνη. Θα μας λένε κλέφτες και παντίδους. Και οι Τούρκοι
δεν χάθηκαν με τους ντόπιους εκείνους οπού σκοτώσετε εσείς κ' εμείς, ήρθαν εις
την Ρούμελη νέγοι Τούρκοι και, καθώς τρωγόμαστε, θα μπούνε κ' εδώ, και θα σας
πατήσουνε αυτείνοι τα γερά σας χώματα, οπού φωνάζετε οπού σας τα πατήσαμεν
εμείς. Εμείς είμαστε συνάδελφοί σας κ' 'Ελληνες. Κι' αν δεν μάθετε γνώση, θα τα
πατήσουν αυτείνοι και θα χαθήτε κ' εσείς κ' εμείς. -Είναι η Πελοπόννησο, μου
λένε, όλη αναντίον σας και θα κάμωμε δική μας Διοίκηση. -Στοχάζεστε; τους λέγω.
Σας κουβεντιάζω ως χριστιανός, ότι θα πάθετε, ότι η Κυβέρνηση έχει τόσα
στρατέματα, Καρατασσαίους, Καραϊσκάκη, Σουλιώτες κι' άλλους πολλούς κι' από τ'
άλλα τα μέρη τα έξω. 'Οτι δεν κάψαν τα σπίτια τους εκείνοι κι' όλη η Ρούμελη δια
να σκοτώσετε εσείς δυο ψωρότουρκους ντόπιους και να μας κάνετε κάθε στιμή νόμους
κ' εφύλιους πολέμους και φατρίες δικές σας. Και θα μπούνε μέσα όλοι αυτείνοι κι'
αν δεν βαίνετε εσείς γνώση, θα σας βάλωμε εμείς. Συναχτήτε 'σ ένα μέρος κ'
έρχομαι μ' έναν άνθρωπον μόνον να σας μιλήσω και είστε νοικοκυραίοι να κάμετε
ό,τι αγαπάτε.»
Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου από τον Γκούρα
«'Ηρθε τούτες τις ημέρες εδώ ο Γκούρας, γιόμωσε το δισάκκι του λίρες, επικύρωσε
και εις την Κυβέρνηση άλλες οχτακόσες χιλιάδες γρόσια, ότι κάνει να λάβη από την
Κυβέρνηση ακόμα, κι' αχώρια μουκατάδες Αθήνας, Φήβας, Λιβαδειάς και τα εξής. Κι'
όλο το φουσάτο οπού πλερώνει ποτές δεν είναι διακόσιοι πενήντα άνθρωποι, τον
έναν εις την πλερωμή τον κάνει δέκα.
Πήγανε αναντίον του δυστυχή Δυσσέα. Ακούγοντας ότι έρχεται αναντίον του ο δικός
του ο Γκούρας, το παιδί του, οπού αυτός τον δόξασε, μπιστεύτηκε και βήκε και
παραδόθη εις το παιδί του. Τον πήγε εις την Αθήνα και τον σκότωσε. Τελείωσε
πλέον ο κύριος Κωλέτης κι' από τον τρίτον αντίζηλόν του. Δυσσέα Αντρίτζο, Αλέξη
Νούτζο, Χρήστο Παλάσκα και τους τρεις τους σκότωσε.»
Οι διαμάχες μεταξύ των ελλήνων ηγετών και οι διαλυτικές τους επιπτώσεις κατά την
εισβολή του Δράμαλη στην Πελοπόννησο
«Τέλος πάντων ο πατριωτισμός όλων αυτεινών και της συντροφιάς τους, η ψύχωση της
φατρίας και η διαίρεση κι' ο ενφύλιος πόλεμος και η διχόνοια των μεγαλοκέφαλων
Κωλέτη και Μαυροκορδάτου, δια να μην δοξαστή ο ένας και χάση ο άλλος, και το
"όμως" του Σκούρτη και το και το "καυλί" των Ρουμελιώτων - ο Μπραίμης μπήκε στη
Πελοπόννησο και την έκαμε γη Μαδιάμ όχι από την παληκαριά των Αράπηδων, αλλά από
αυτά οπού λέγω.
Δεκάξι χιλιάδες ασκέρια, το άνθος των Ελλήνων, Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιοι
-ύστερα βγάλαν και τους αρχηγούς τους από τη Νύδρα -Σπαρτιάτες κι' απ' άλλα
μέρη, όλοι αυτείνοι κάθονταν εις τις Χώρες και εις τ' άλλα χωριά και τρώγαν
αρνιά και κόττες, κι' ο Αράπης όταν τους εύρισκε τους ξεποδάριαζε κυνηγώντας.
Αυτά κάνει η διαίρεση και η διχόνοια.»
Ο Γκούρας μετανοεί για τη δολοφονία του Οδυσσέα. Ανδρούτσου
«Αδελφέ δεν έπρεπε να γένει αυτό στον ευεργέτη σου και ναρθή από σένα…Θυμήσου
πόσα σου είπα εις την Αγόργιανη ότι θα μας βάλουν να σκοτώνωμε ο ένας τον
άλλον….Δεν πλουταίνει οάνθρωπος με χρήματα
μοναχά, πλουταίνει κι από τα καλά του έργα».
Δάκρυσαν τα μάτια του του καημένου τον έτυπτε η συνείδησή του δια το κάμωμα οπούκαμεν εις τον Δυσσέα..»
Διορισμός από την κυβέρνηση των Κόχραν και Τσόρτς ως στρατιωτικών ηγετών και
αντίστοιχος υποβιβασμός των Μιαούλη και Καραϊσκάκη
«Εφκιασαν την Συνέλεψη, διόρισαν τον Ναύαρχον τον νέον, ότι γέρασε ο Μιαούλης,
τον αρχιστράτηγον, ότι δεν δύναται ο Καραϊσκάκης…τότε έγραψαν του Καραϊσκάκη καί
τοπαιρναν τα συγχαρίκια ότι διόρισαν τον Τζούρτζη-κι αυτός νάναι εις την οδηγίαν
του. Στοχαστήτε, εσείς οι αναγνώστες αυτήνη τη εποχή ποιός είχε γνώση δια να
σώση την πατρίδα-και ποιός να την χάση.»
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη
«Τότε σε ολίγον μαθαίνω ότι εβαρέθη ο Καραϊσκάκης. Παγω εκεί μαζευόμαστε, τηράμεν ήτανε βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά. Μαζωχτήκαμεν όλοι
εκεί. Μας είπε με χωρατά «Εγώ πεθαίνω όμως εσείς να είστε μονοιασμένοι και να
βαστήξετε την πατρίδα». Τον πήγαν εις το καράβι. Την νύχτα τελείωσε και τον
πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν.»
Η άφιξη και η ορκωμοσία του Καποδίστρια
« Σε δύο τρεις ημέρες ήρθε ο Κυβερνήτης.Πήγε εις τ’ Ανάπλι περίλαβε τα κάστρα,
ήρθε εις την Αίγινα, ορκίστη με μεγάλην παράταξιν να φυλάξη τους νόμους της
πατρίδος και μ’ αυτούς να μας κυβερνήση. Τότε έβαλε πρώτα, οργάνωσε τα
στρατεύματα εις χιλιαρχίες. Οργάνισε και το πολιτικό. Φωνάζει τους βουλευτάς και
τους λέγει να διαλυθούν δια το παρόν και ύστερα προσκαλεί την Συνέλεψη την
Εθνική και γίνεται το Βουλευτικόν σώμα…»
Δ. Αινιάν « Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη»
Η πολιορκία των Αθηνών (Αύγουστος 1826)
«Η μεγάλη έκτασις της πόλεως και του περιβόλου των Αθηνών δεν ήτο δυνατόν να
φυλαχθή όχι από χιλίους πολεμιστάς, οι οποίοι την υπερασπίζοντο, ενώ μάλιστα οι
πολιορκούντες εχθροί ελέγετο να είναι είκοσι περίπου χιλιάδες. Οι πολιορκούμενοι
μ’ όλον τούτο αντέστησαν με μεγάλην ανδρείαν και προθυμίαν, αλλά μη προφθάνοντες
να ανοικοδομώσι τα από τους εχθρικούς κανονιοβολισμούς κρημνιζόμενα μέρη του
περιβόλου, ηναγκάζοντο να οπισθοδρομώσι προς την Ακρόπολιν, πολεμούντες όμως μ΄
επιμονήν και μη αφήνοντες τους εχθρούς να κυριεύσωσιν ατιμωρητί ουδέ μικρόν
μέρος της πόλεως.».
Τελευταίοι λόγοι του -ετοιμοθάνατου -Γ. Καραϊσκάκη προς τους συναγωνιστές του.
«Να καταβάλετε όλην σας την φροντίδα δια να φυλάξετε καλά τας θέσεις σας και να
λύσετε επομένως την πολιορκίαν των Αθηνών.Προ πάντων εσείς οι παλαιοί
συναγωνιστές μου να μην εντροπιασθήτε…Δια κάθε ενδεχόμενον όμως ιδού και η
διαθήκη μου∙ εις μεν τον υιόν μου αφίνω το τουφέκι μου, την μόνην μου περιουσίαν,
την οποίαν έχω τώρα. Τας θυγατέρας μου τας αφιερώνω εις σας τους συναγωνιστάς
μου.»
…Λέγουν ότι εν παρόδω τρόπον τινά ανέφερεν εις αυτούς ότι επληγώθη από το μέρος
των Ελλήνων, ότι εγνώριζεν τον αίτιον και ότι, αν ήθελεν ζήση, ήθελε τον κάνει
γνωστόν και εις το στρατόπεδον.
Χριστόφορου Περραιβού Απομνημονεύματα
Σχετικά με τη δράση του Ρήγα Φεραίου
«Ο δε Ρήγας προ ενός χρόνου διέτριβεν εις την Βιέννην όπου εξέδωκε χάρτας
γεωγραφικάς, ετύπωσε κρυφίως εν βιβλίον πολεμκόν, επιγραφόμενον Εγκόλπιον
Στρατιωτικόν, ομοίως και κανόνας τινάς νομικούς δια την Ελλάδα, συν αυτοίς και
εν ποίημα φέρον τίτλον, Θούριας Υμνος…..»
« Εις ενός και ημίσεως χρόνου διάστημα, οπόταν διέτριψεν αις Βιέννην,
ενθουσίασεν όλους τους εκείσε μεγαλεμπόρους Ελληνας υπέρ της ελευθερίας της
Ελλάδος. Η διάβασις του Ναπολέοντος από τας Αλπεις και προσχώρησίς του εις την
Ιταλίαν ενεθάρρυνε τον Ρήγαν να λάβει αλληλογραφίαν μετ’ αυτού, και επομένως να
ζητήση βοήθειαν όπλων δια την απελευθέρωσιν της Ελλάδος∙ η δέησίς του, φαίνεται
, εισηκούσθη…..όθεν απεφάσισεν ν’ αφήση την Βιέννην, και να διαβή εις την
Βενετίαν προς συνέντευξιν του Ναπολέοντος∙.»
Η φυλάκιση και ο θάνατος του Ρήγα Φεραίου
« ..εκείνος (ενν. ο πασάς του Βελιγραδίου) παραλαβών αυτούς τους εφυλάκισε
σιδηροδεσμίους∙ δι’ όσον όμως επάσχισε να τους στείλη εις Κωνσταντινούπολιν, δεν
εδυνήθη∙ διότι ο τότε ηγεμών του Βιδινίου Πασβάνογλους καλούμενος κατέλαβεν όλας
τας πλατείας και στενωπούς, δια να τον σώση από τας χείρας των Οθωμανών, ών
φανερός εχθρός του Σουλτάνου και πιστός φίλος του Ρήγα….δεν εφιλοτημήθη όμως
ολιγότερον και ο Αλή πασάς υπέρ του Ρήγα…όστις υπέσχετο να μεσιτεύση υπέρ αυτών
εις τον Σουλτάνον∙»
«…εισελθόντες δύο Τούρκοι εις την φυλακήν, και αποσπάσαντες τα πιστόλιά των από
την ζώνην, τα διηύθηναν εις το στήθος του∙ προτού δε τον πυροβολήσουν, είπε
τουρκιστί τους λόγους τούτους∙ « Ετσι αποθνήσκουν τα παλικάρια! Αρκετόν σπόρον
εσκόρπισα, έρχεται η ώρα να συνάξη το έθνος μου τον γλυκύν καρπόν.»
Η μάχη στα Δερβενάκια
«…αμέσως εξεκίνησεν εικοσιδύο χιλιάδας στρατεύματα υπό την οδηγίαν δυό πασάδων,
δηλαδή Ισούφ πασά Δράμαλη και Αλή πασά Πελοποννησίου, εξ ών τα μεν δύο τρίτα
ήσαν Ασιανοί οι δε επίλοιποι Τουρκαλβανοί∙»
«…οι δε οπλαρχηγοί Ελληνες, μαθόντες την απόφασίν των, έπεμψαν προλαβόντως υπέρ
τους πεντακοσίους στρατιώτας, υπό την οδηγίαν του Νικήτα και του Κολιοπούλου εις
τα Δερβενάκια και Αγιονόρι, δια να πιάσουν τας στενάς θέσεις, από τας οποίας
έμελλον να διαβώσιν οι Τούρκοι, οι οποίοι και εδοκίμασαν εκεί μεγάλην φθοράν∙
διότι….μόλις εξ αυτών εσώθησαν πέντε χιλιάδες∙»
«Διήρκεσεν αύτη η εκστρατεία ημέρας εικοσιμίαν… Εις ταύτην την επικίνδυνον
περίστασιν συνετέλεσαν μετά ταύτα όχι ολίγον και του Κολοκοτρώνη τα
στρατηγήματα, τα οποία εσφράγισαν ενδόξως τα στήθη των γενναίων οπλαρχηγών
Κολιοπούλου, Πλαπούτα και Νικήτα Σταματελοπούλου.»
Σχετικά με τον πρώτο εμφύλιο
«..απήντησεν διάφορα δεινά επαπειλούντα την τύχην της Ελλάδος∙ δηλαδή τας
εσωτερικάς ταραχάς περί φιλαρχίας, ως το απέδειξεν αναφανδόν ο Κολοκοτρώνης,
πολιτικός αντί πολεμικόυ δια της βίας γινόμενος, την έξοδον του Οθωμανικόυ
στόλου από τον Ελλήσπντον εις το Αιγαίον Πέλαγος∙ Την σύγχρονον εκστρατείαν του
Σκόδρα πασά δια ξηράς και δευτέραν πολιορκίαν του Μεσσολογγίου απ΄τον ίδιον∙ την
ασυμφωνίαν και διχόνοιαν των οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος και Κραββάρων,
προκύψασαν από την προς τον Μάρκον Μπότσαρην δοθείσαν αρχηγίαν…»
Περιγραφή του Γεώργιου Καραϊσκάκη
«…είχε νούν (ως προς έναν αμαθή) ικανώς εκτυλιγμένον, γεννητικόν, και δραστήριον∙
ανδρείος και τολμηρός εις τους κινδύνους∙ στρατηγικός∙ ακούραστος εις τους
αγώνας∙ μεγαλόψυχος εις τας σκληραγωγίας μολονότι ήν αδύνατος∙ μεταδοτικός
κοινωνικός με όλους…Και ταύτα μεν τα χαρακτηριστικά και φυσικά του προτερήματα,
τα δε ελαττώματα, τα εφεξής∙ ήν εσθότε παλίμβουλος∙ αισχρόλογος καθ΄υπερβολήν∙
πικρός υβριστής των ανάνδρων…οξύθυμος…ικανός να διορθώνη τα ελαττώματά του, όταν
έβλεπε ότι επροξένουν σύγχυσιν και βλάβην…τελευταίον δεν εσυστέλετο εσθότε να
ζητή και συγχώρεσιν»
Η άφιξη του Ι. Καποδίστρια
« Φθάσας ο Κυβερνήτης εις την Ελλάδα, την έκτην Ιανουαρίου 1828, δεχθείς τα ηνία
της Διοικήσεως, άρχισε να σχηματίζη το εσωτερικόν∙ οι Ελληνες απηυδησμένοι από
τας πολυχρονίους εσωτερικάς και εξωτερικάς ταραχάς και δεινά των πολέμων,
τρέφοντες και σταθεράς ελπίδας εις την αξιότητά του και πατρική κηδεμονίαν,
υπετάχθησαν με όλην των την ευχαρίστησιν, βέβαιοι όντες ότι η βάσις της
διοικήσεώς του μέλλει να είναι η αλήθεια και η δικαιοσύνη, δια τας οποίας εδίψει
η Ελλάς∙ αφού εσσχημάτισε το εσωτερικόν, καταργήσας το βουλευτικόν και αντ΄αυτού
ονομάσας άλλο Πανελλήνιον, έστρεψε την προσοχήν του και εις το πολεμικόν,
τιμήσας τον Πρίγκηπα Δημήτριον Υψηλάντην με βαθμόν Στρατάρχου εις όλα τα κατά
ξηράν Ελληνικά όπλα, διατάξας αυτόν να κάμη νέον οργανισμόν…»
Φωτάκου « Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως»
Η κατάσταση στα στρατόπεδα των Ελλήνων
«Οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν χωρίς άρματα κα άλλοι είχαν μαχαίρας, άλλοι
σουγλιά, και αι σημαίαι των περισσοτέρων ήσαν τσεμπέραις των γυναικών των….Οι
Ελληνες εις την αρχήν της επαναστάσεως αυτομάτως εσυναθροίζοντο εις τα
στρατόπεδα καθ’ ομάδας, οικογενείας, χωρία και κατ’ επαρχίας. Επειτα όμως ο
Κολοκοτρώνης επρολάμβανε και τους εσυνάθροιζε δια διαταγής αυτού, ή της
κυβερνήσεως, και δεν τους άφηνε να συνέρχωνται αυτομάτως, διότι εφοβείτο την
ραδιουργίαν και την λιποταξίαν και ήθελε να τους έχει όλους υπό επιτήρησιν.
Εδώ εβλέπαμε την μεγαλειτέραν προθυμίαν του λαού. Και η γυναίκες η ίδιαις
ήρχοντο φορτωμένες και έφερον και τα ζώα των φορτωμένα κρέατα, κρασία και άλλας
τροφάς δια να φάγουν οι άνδρες των και οι λοιποί στρατιώται∙ το δε στρατόπεδον
ωμοίαζεν εις αυτήν την περίπτωσιν χωρικόν πανυγήρι. Ελειπεν όμως από το
στρατόπεδον αυτό η πειθαρχία….»
Η παράδοση της Κορίνθου
«Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν την 14ην Ιανουαρίου 1822…επήγεν εις την πόρταν του
φρουρίου, την εσταύρωσε με την σημαίαν και εφώναξε των Τούρκων και άνοιξαν την
πόρταν, έδωσεν εις αυτούς την σημαίαν και την έμπηξαν επάνω εις την πόρταν,
έπειτα έφθασαν και οι αρχιερείς Κορίνθου κα Δαμαλών και άλλοι, και εψάλη
δοξολογία μέσα εις το φρούριον…ήλθαν και οι προσδιωρισμένοι από τα σώματα
πολιτικοί και στρατιωτικοί και εμβήκαν εις το φρούριον δια να πραγματοποιήσουν
την συνθήκην∙ μετά ταύτα έστειλε και η νεοσυσταθείσα Κυβέρνησις και το
παρέλαβε.»
Η κυβέρνηση του 1822
«Η δε διοίκησις του 1822 και αι γερουσίαι των τμημάτων δυστυχώς ευρέθησαν
άπειροι να διοικήσουν τους Ελληνας, και έφεραν την διχόνοιαν, ως εφανερώθη
έπειτα.»
Η υπογραφή του εγγράφου προς την Αγγλία
Άρθρο ΙΑ
«…Οθεν προς ασφάλειαν των ιερών δικαιωμάτων της του κράτους ελευθερίας και
ικανής στερεάς πολιτικής υπάρξεως, η Ελλάς, δια της παρούσης δημοσίου πράξεως,
αποφασίζει, θεσπίζει και βούλεται τον παρόντα νόμον:
Α΄. Το Ελληνικόν έθνος, δυνάμει της παρούσης πράξεως, εκθέτει εκουσίως την ιεράν
παρακαταθήκην της αυτού ελευθερίας, Εθνικής Ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού
υπάρξεως, υπό την απόλυτον υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρεττανίας.
Β΄. Η παρούσα οργανική αυτή πράξις του Ελληνικού έθνους συνοδεύεται με επί τούτω
διπλούν υπόμνημα προς την σεβασμίαν διοίκησιν της αυτού Βρεττανικής
Μεγαλειότητος κατ΄ευθείαν εις Λονδίνον, και και συγχρόνως αποστέλλεται εμμέσως
δια της αυτού εξοχότητος του Λόρδου Μεγάλου αρμοστού της αυτού Μεγαλειότητος εις
τας ενωμένας επαρχίας των Ιονίων νήσων.
Γ΄. Οι Πρόεδροι των ευτάκτων Βουλευτηρίων του κράτους ξηράς κα θαλάσσης θέλουν
ετοίμως εκπληρώσει τον παρόντα νόμον.»
Εν Πελοποννήσω τη Λ΄ Ιουνίου ΑΩΚΕ΄.
Ο Πρόεδρος των κατά ξηράν ευτάκτων βουλευτηρίων του Ελληνικού κράτους, και
γενικός αρχηγός των κατά γην δυνάμεων.
(Τ.Σ.) Θ. Κολοκοτρώνης
Ο αντίκτυπος της πτώσης του Μεσολογγίου στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου
«Αφού δε έφθασεν η θλιβερά είδησις εις την Πιάδα της πτώσεως του Μεσολογγίου,
αμέσως η Συνέλευσις έπαυσεν τας εργασίας της, και διώρισε δύο επιτροπάς…Εις τας
επιτροπάς ταύτας εδόθη εξουσία να ενεργώσιν εν ονόματι της Συνελεύσεως, ήτις
έδωκεν εις την (ενν. επιτροπήν) των εξωτερικών και οδηγίας πώς να εισακούεται
μετά του Αγγλου πρέσβεως εις τας περί της ειρήνης διαπραγματεύσεις του με τον
Σουλτάνον.
Μετά δε ταύτα η Συνέλευσις επροκήρυξεν εις το Πανελλήνιον να λάβουν όλοι τα
όπλα, καθώς τα έλαβαν εξ αρχής του αγώνος, διότι τώρα άρχεται εκ νέου η
επανάστασις και επεκαλέσθη πρώτον μεν την βοήθειαν του Θεού, έπειτα δε δια της
μεσιτείας των Αγγλων και την αντίληψιν όλων των Χριστιανών της Ευρώπης.»
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα Αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Μύθοι του 21: "Κρυφό σχολειό"-Γρηγόριος
ο Ε
Της Γιάννας ΚΑΤΣΙΑΜΠΟΥΡΑ*
Αφορμή γι' αυτό το κείμενο περί εθνικών κατασκευών στάθηκαν δύο
ποιήματα, που όσοι πέρασαν από τα ελληνικά σχολεία μέχρι και τη δεκαετία
του 1980 πρέπει να τα θυμούνται καλά: πρόκειται για το "Κρυφό σχολειό",
του Ιωάννη Πολέμη, δημοσιευμένο το 1900, και το "Στον αδριάντα Γρηγορίου
του Ε'", του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, γραμμένο το 1872, κατά παραγγελίαν
του Πανεπιστημίου Αθηνών για την τελετή μετακομιδής των οστών του
Γρηγορίου από την Οδησσό στην Αθήνα. Και τα δύο αυτά ποιήματα θεωρούνταν
για χρόνια εκ των ων ουκ άνευ στις σχολικές εορτές της 25ης Μαρτίου,
οπότε είναι και λογικό, τουλάχιστον ασυνείδητα, να συντέλεσαν στη
διαμόρφωση της εικόνας περί παρελθόντος απ' όσους τα άκουσαν, ειδικά
όταν επρόκειτο για άτομα μικρής ηλικίας, τα οποία κατά τεκμήριο
συμμετέχουν σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Όσον αφορά το πρώτο ποίημα,
του Πολέμη, πρόκειται περί μιας εξαρχής κατασκευής. Το δεύτερο, του
Βαλαωρίτη, αντίθετα, εκφράζει μια απόκρυψη και μια νέα απόδοση
χαρακτηριστικών.
Θα σταθώ στις αντιλήψεις που συνοψίζουν τα δύο αυτά ποιήματα γιατί είναι
ενδεικτικά της καλλιεργούμενης μυθολογίας περί το '21. Περί της "εθνικής
ανακρίβειας" όσον αφορά τα προεπαναστατικά και τα χρόνια της
Επανάστασης, όπως έχει ονομασθεί η τάση χρήσης ανακριβειών με εθνικές
προθέσεις. Και οι δύο περιπτώσεις για τις οποίες θα γίνει λόγος
αναφέρονται στην προεπαναστατική περίοδο και αποτελούν κατασκευή του β'
μισού του 19ου αιώνα καταδεικνύοντας αντιλήψεις και ανάγκες της εποχής
της οποίας αποτελούν προϊόντα. Είναι δε εξαιρετικά χαρακτηριστικές του
πώς η ιστορία μεταβάλλεται σε όργανο για την εξυπηρέτηση εθνικών
διεκδικήσεων, έστω κι αν έρχεται η κατασκευή σε κατάφωρη αντίθεση με τα
τεκμήρια που αποδίδουν την πραγματικότητα.
Η μυθολογία του "Κρυφού σχολειού", ακόμη και σήμερα, όταν έχει
μεσολαβήσει μια σχετικά μακρά συζήτηση και έχουν καταδειχθεί οι
ανακρίβειες που φέρει, με πρώτο στη γραμμή εκκίνησης τον Γ. Βλαχογιάννη,
που διατύπωσε την αμφισβήτησή του ήδη από το 1935, καλά κρατεί. Αρκεί
μια ματιά στις μονές ανά την επικράτεια για να δει κανείς πόσο συχνό
είναι να επιδεικνύονται διάφορα μέρη, σκοτεινά και ανήλιαγα κυρίως, ως
έδρες κρυφών σχολειών. Την ίδια απεικόνιση θα συναντήσει κανείς και ως
αναπαραστάσεις σε μουσεία κ.λπ.
Το ενδιαφέρον σχετικά με το θέμα αυτό είναι η πορεία κατασκευής και
διάδοσης του μύθου, η διαδικασία που εν τέλει συγκρότησε τη μορφή του
μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο δημιουργίας αλλά και υποδοχής του. Και το
τελευταίο έχει μια ιδιαίτερη σημασία, καθότι, όπως λέει ο Άλκης Αγγέλου,
ένας μύθος για να επιβληθεί και να επικρατήσει, να γίνει κοινός τόπος,
είναι ανάγκη να ανταποκρίνεται και στη νοητικότητα του μέσου αποδέκτη.
Ο συγκεκριμένος μύθος λοιπόν εδράζεται σε ένα πραγματικό δεδομένο: στην
αξιοδότηση της παιδείας στις συνθήκες του νέου ελληνικού κράτους, όπως
διαμορφώθηκε μετεπαναστατικά. Από τα προεπαναστατικά χρόνια και το
κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού η παιδεία θεωρήθηκε αναπόσπαστο
μέρος της επαναστατικής διαδικασίας στην οποία καλούνταν να εισέλθει το
γένος. Το "δράξασθε παιδείας" δεν ήταν κενό γράμμα στις συνειδήσεις όσων
συμμετείχαν στις προεπαναστατικές ζυμώσεις. Όσο κι αν ο ρόλος των λογίων
στην επανάσταση απαξιώθηκε τα μετέπειτα χρόνια, μέσα στις νέες
συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις που διαμορφώθηκαν εν όψει της συγκρότησης
του νέου κρατικού μορφώματος, η παιδεία ως τέτοια διατήρησε την αίγλη
της. Άλλωστε και το νέο κράτος είχε ανάγκη την ύπαρξη μορφωμένων
ανθρώπων που θα επάνδρωναν (κι εδώ κατά κυριολεξία) τους μηχανισμούς
του. Και στη συγκρότηση του μύθου περί εμποδιζομένης παιδείας από τους
Οθωμανούς κυρίαρχο ρόλο έπαιξε το εν Αθήνησι Πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε
το 1837 με τις δικές του στοχεύσεις.
Ας δούμε λοιπόν την ιστορική πορεία διαμόρφωσης του μύθου. Η πρώτη
διατύπωση της αντίληψης ότι οι Οθωμανοί κατέτρεχαν τα σχολεία των
χριστιανών διατυπώνεται από τον Στέφανο Κανέλο σε μια επιστολή του προς
τον Γερμανό Ίκεν το 1822. Ο Κανέλος, οπαδός του διαφωτιστικού κινήματος,
διατυπώνει αυτή την άποψη με στόχο τη δικαιολόγηση του χαμηλού
μορφωτικού επιπέδου των επαναστατημένων συμπατριωτών του απέναντι σε
ξένους και την πρόκληση μεγαλύτερου ενδιαφέροντος από την πλευρά τους.
Ας ληφθεί υπόψη ότι το κίνημα του ρομαντικού φιλελληνισμού βρίσκεται
στην κορύφωσή του και καταβάλλονται προσπάθειες για τη μεγαλύτερη δυνατή
υποστήριξη των επαναστατημένων. Παρόμοια άποψη δεν έχει διατυπωθεί
πουθενά έως τότε και θα περάσει καιρός μέχρι να ανασυρθεί για να
χρησιμοποιηθεί πάλι. Αν κρίνει δε κανείς από την οργάνωση της παιδείας
επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, πραγματολογικά, αυτή η άποψη δεν
δικαιολογείται: οι Οθωμανοί δεν θα είχαν λόγο να εμποδίσουν την
πρωτοβάθμια εκπαίδευση, όταν λειτουργούσαν ανενόχλητα και επίσημα
γυμνάσια και ακαδημίες (στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στις Κυδωνίες
αλλά και στον ελλαδικό χώρο). Κι όπως θα δούμε στα επόμενα, όταν θα
αναφερθούμε στον Γρηγόριο τον Ε', περισσότερα προσκόμματα έφερε η
εκκλησία στη λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων παρά η οθωμανική
εξουσία. Είναι επίσης πολύ σημαντικό ότι στα κατάστιχα των χριστιανικών
κοινοτήτων, π.χ. της Πελοποννήσου, εμφανίζονται έξοδα για πληρωμές
δασκάλων. Γεγονός που σημαίνει ότι η δράση των δασκάλων ήταν φανερή στις
οθωμανικές αρχές, οι κρυφές δραστηριότητες δεν καταγράφονται ποτέ.
Τέλος, το ασύστατο της αντίληψης για την παράνομη δραστηριότητα των
ιερέων-δασκάλων που δίδασκαν με το Οκταήχι είναι η κυκλοφορία
μαθηματαρίων για διδακτική χρήση από τον 16ο αιώνα ήδη.
Η άποψη, ωστόσο, του Στέφανου Κανέλου θα ανασυρθεί για να επαναληφθεί σε
ένα νέο ιστορικό πλαίσιο. Κι από εδώ ο μύθος θα βρει την εκκίνησή του.
Στην τελετή εγκαινίων του Πανεπιστημίου, το 1837, ο μητροπολίτης Αθηνών
Μισαήλ Αποστολίδης, για να τονίσει τη μεγάλη αντιπαράθεση
δυνάστη-δυναστευομένου και το μέγα έργο της εκκλησίας στα χρόνια της
Οθωμανοκρατίας, υποστηρίζει ότι ο κατακτητής, "οι βάρβαροι" όπως λέει
χαρακτηριστικά, δεν άφηναν τους Έλληνες να συντηρούν εκπαιδευτικά
ιδρύματα.
Είναι σημαντικό, όπως προαναφέρθηκε, να δούμε το νέο πλαίσιο και τις
νέες ορίζουσες στα οποία ο Μισαηλίδης διατυπώνει τη συγκεκριμένη άποψη.
Κατ’ αρχάς όσον αφορά το ζήτημα της θρησκείας και τη σχέση του με το
κράτος: το 1836 έχει θεσπιστεί η υποχρεωτική προσευχή στα σχολεία ενώ το
1838 θα θεσμοθετηθεί ο εορτασμός της εξέγερσης να γίνεται την ημέρα του
ευαγγελισμού, ο συμβολισμός είναι εμφανής. Η κληρικοφροσύνη που έχει
αρχίσει να αναπτύσσεται τονίζει ότι η εθνική ενοποίηση περνά μέσα από το
ρόλο της θρησκείας και κατ' επέκταση της εκκλησίας. Παράλληλα, οι
ιδεολογικές συνιστώσες που συνδέονται άμεσα και με το Πανεπιστήμιο είναι
η ενότητα την οποία καλείται να κατακτήσει ο ελληνισμός και ο προορισμός
του φωτισμού της Ανατολής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε δε τη μεγάλη διαμάχη
περί αυτοχθονισμού και ετεροχθονισμού, με την επικράτηση της δεύτερης
στο πλαίσιο του ρομαντισμού και των αντιλήψεων της ολοκλήρωσης του
έθνους που φέρει μαζί του. Η Μεγάλη Ιδέα, όπως πρωτοδιατυπώνεται το 1844
από τον Κωλέττη, θα έρθει μετά από μια ομιλία του Κωνσταντίνου Οικονόμου
εξ Οικονόμων, πρώην οπαδό του Διαφωτισμού, ο οποίος θα προβάλει και
αυτός το πόσο κατατρέχονταν τα σχολεία και οι εκκλησίες επί Οθωμανών
αλλά και πώς η Θεία Πρόνοια φρόντισε για τη σωτηρία και το φρόνημα των
υποδούλων.
Τα κύρια λοιπόν σημεία του σχήματος έχουν ήδη τοποθετηθεί. Ο
Κωνσταντίνος Φρεαρίτης, καθηγητής του ρωμαϊκού δικαίου, το 1863,
χρησιμοποιώντας την ανάλογη ρητορεία, θα συντελέσει στην παγίωση της
κατασκευής, μιλώντας για τον ταπεινό ιερέα και τον πενιχρό
ελληνοδιδάσκαλο που "συνήγον εις αφανή καταγώγια τους τρυφερούς αυτών
νεοσσούς". Ήδη οι κοινοί τόποι έχουν διαμορφωθεί. Ας σημειωθεί και ο
ρόλος που έπαιξε στην εδραίωσή τους το γεγονός ότι η ιστορική γνώση
σχετικά με την προεπαναστατική περίοδο ήταν ασήμαντη ακόμη σε εκείνη την
περίοδο.
Από εδώ και έπειτα, ό,τι ακολουθεί απλώς ενδυναμώνει τα προειπωθέντα και
συντελεί στη διαμόρφωση της ρητορικής περί του ζητήματος. Έτσι, ο
δικηγόρος Ανδρέας Δελλαπόρτας, το 1870, θα προσθέσει ότι τα σχολεία
λειτουργούσαν πάντα σε χώρους της εκκλησίας και σχεδόν πάντα νύχτα. Σε
αυτή την κατεύθυνση αποκτά ανάλογη νοηματοδότηση και το παιδικό
τραγουδάκι "Φεγγαράκι μου λαμπρό", άσχετα αν η πρώτη του μορφή
συναντάται ήδη από τη βυζαντινή περίοδο, όπως έδειξε ο Φαίδων Κουκουλές,
και αφετηρία του είναι το γεγονός ότι τα παιδιά ξεκινούσαν χάραμα για τα
μαθήματά τους.
Την πλήρη επικράτηση της κατασκευής περί "Κρυφού σχολειού", ώστε να
φανούν με την ανάλογη ρητορεία του ρομαντισμού οι εθνικές αρετές και σε
ευρύτερες μάζες, που δεν μπορούσαν να ακούσουν τις ομιλίες στις επίσημες
περιστάσεις, κατορθώνουν δύο έργα τέχνης: πρώτα ο πίνακας "Το κρυφό
σχολειό" του Νικόλαου Γύζη, φιλοτεχνημένος το 1886. Ο πίνακας αυτός θα
μεταβληθεί σε επιχείρημα, αφού θα εκληφθεί ως εικονογράφηση της
ιστορίας. Το ποίημα του Πολέμη, που θα αντλήσει την έμπνευσή του από τον
προαναφερθέντα πίνακα, το 1900, θα αναλάβει από εκεί και πέρα, μέσα από
τη συναισθηματική συγκίνηση, να διαδώσει την αντίληψη πολύ ευρύτερα, με
όλα τα χαρακτηριστικά που της έχουν ήδη αποδοθεί.
Η κατασκευή, στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897, θα
βρει νέους διαπρύσιους οπαδούς, που θα τη χρησιμοποιήσουν για να
στηρίξουν τις νέες εθνικές διεκδικήσεις. Ο σημαντικότερος εξ αυτών είναι
ο Νεοκλής Καζάζης, πρόεδρος του Ελληνισμού, ο οποίος θα χρησιμοποιήσει
τον συγκεκριμένο μύθο για να καταλήξει ότι "ο ελληνικός λαός εξαιρείται
του νόμου της ακμής και της παρακμής" στο πλαίσιο της υπεράσπισης των
δικαίων του ελληνισμού στην Ανατολή και τα Βαλκάνια.
Κι εδώ ας σημειωθεί, για τα όσα προηγήθηκαν, ότι οι πραγματείες περί
ιστορίας της εκπαίδευσης, όσες είχαν ήδη δημοσιευθεί στο β' μισό του
19ου αιώνα, όταν άρχισε να εκδηλώνεται ενδιαφέρον για τον τομέα της
εκπαίδευσης, δεν κάνουν πουθενά λόγο για παρόμοια φαινόμενα την περίοδο
της οθωμανικής κατάκτησης.
"Χτυπάτε, πολεμάρχοι!
Απ' άκρη σ' άκρη ο χαλασμός. Κρεμούν τον πατριάρχη!".
Η δεύτερη περίπτωση εθνικής κατασκευής αλλά και απόκρυψης αφορά τον
Γρηγόριο Ε', Οικουμενικό Πατριάρχη την περίοδο της Επανάστασης, ο
οποίος, ως επικεφαλής του χριστιανικού μιλλέτ, απαγχονίστηκε από τους
Οθωμανούς αμέσως μετά την έκρηξη της εξέγερσης.
Ο Γρηγόριος μεταβλήθηκε σε σύμβολο της Ελληνικής Επανάστασης αρκετές
δεκαετίες μετά το θάνατό του, τη δεκαετία του 1870, με την ευκαιρία της
πεντηκονταετηρίδας από την εκδήλωσή της, και η στάση του νοηματοδοτήθηκε
ξανά στο πλαίσιο του νεοελληνικού βασιλείου. Και η δική του περίπτωση
είναι μια επινοημένη παράδοση που έρχεται να εξυπηρετήσει εθνικούς και
πολιτικούς σκοπούς της εποχής.
Η αναγωγή του Γρηγορίου σε εθνικό σύμβολο συνδέεται άμεσα με τον
εορτασμό των πενήντα χρόνων της Επανάστασης και τις δυσκολίες μέσα στις
οποίες έπρεπε να τελεσθεί η επέτειος: αποτυχία κρητικής εξέγερσης, η
σφαγή στο Δήλεσι, η πολιτική αστάθεια. Η επιλογή της πανηγυρικής τελετής
συνδέεται άμεσα με μια προσπάθεια διασκεδασμού των προβλημάτων με τον
εορτασμό της επετείου μέσα σε μια νοηματοδότηση που, όπως προαναφέρθηκε,
θα τόνιζε την ενότητα του έθνους, εντός και εκτός συνόρων. Έτσι επελέγη
ως κορύφωση της τελετής αυτής η ανακομιδή των οστών του Γρηγορίου από
την Οδησσό στην Αθήνα. Η πρόταση διατυπώθηκε από τον μητροπολίτη Αθηνών
Θεόφιλο και τον ανιψιό του Γρηγορίου, ίλαρχο ε.α. Γεώργιο Αγγελόπουλο.
Έπειτα δε από απόφαση της Βουλής, η ημερομηνία εορτασμού της
πεντηκονταετηρίδας μεταφέρθηκε στις 10 Απριλίου, ημέρα του απαγχονισμού,
άσχετα αν τελικά εορτάστηκε αργότερα.
Η μετακομιδή ήταν επίσημη και πανηγυρική, όπως και η λιτανεία που
ακολούθησε. Μέσω και αυτής ο Γρηγόριος εντάχθηκε και επισήμως στους
ήρωες της Επανάστασης, κάτι που δεν ίσχυε έως τότε. Ο Θεόφιλος φρόντισε
στην ομιλία του να τον αναγάγει σε πρωτεργάτη της εξέγερσης,
φροντίζοντας βέβαια να δώσει και την ανάλογη θέση στην εκκλησία ως
θεσμό. Έχει προαναφερθεί άλλωστε η ανερχόμενη θέση της εκκλησίας στο
βασίλειο. Το συγκινησιακό τονίστηκε ταυτόχρονα από τον Αριστοτέλη
Βαλαωρίτη, με το ποίημα που του είχε παραγγελθεί ειδικά για την
περίσταση. Η υλικότητα δε των οστών συμβόλιζε με ξεκάθαρο τρόπο τη
θυσία, ενισχύοντας την εικόνα του ηρωικού παρελθόντος και της εθνικής
ενότητας, που θα προερχόταν μέσα και από τη θρησκευτική ενότητα. Οι
λεπτομέρειες του τραγικού περιστατικού, όπως μεταφέρθηκαν, ήταν πολύ
εύκολο να συμβολίσουν, υφιστάμενες την κατάλληλη διαχείριση, το
μαρτυρικό παρελθόν και τους εθνικούς αγώνες που ακόμη δεν είχαν
ολοκληρωθεί: έτσι, αναφερόταν με λεπτομέρεια ο απαγχονισμός, οι φήμες
για το χλευασμό του σκηνώματος από τους μουσουλμάνους και τους Εβραίους
εμφανίστηκαν ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ενώ η ανεύρεση του σώματος μετά
τον ποντισμό του αποδόθηκε στη Θεία Πρόνοια, που πια εμφανιζόταν από
ορισμένους να αποτελεί κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Μέσα δε από όλη
αυτή τη διαδικασία η κοινή πορεία ελληνισμού και ορθοδοξίας, με επίσημο
φορέα της την εκκλησία, μπορούσε να παρουσιαστεί ως αδιαμφισβήτητη. Πολύ
δε περισσότερο, όταν και το οθωμανικό κράτος είχε εκδηλώσει τη διάθεση
της διεκδίκησης των οστών, στο δικό του πλαίσιο της ενοποίησης μετά το
τανζιμάτ. Η τελική κατακύρωση των οστών στο ελληνικό κράτος, πέραν του
διπλωματικού πεδίου, ήταν μια νίκη που συμβόλισε τους ανοικτούς ακόμη
λογαριασμούς με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Από εκεί και πέρα, ήταν πολύ εύκολο ο Γρηγόριος Ε' να αναχθεί σε σύμβολο
του έθνους και σε νεομάρτυρα. Με τα λόγια του Βαλαωρίτη, το λείψανο
βρήκε πια τον προορισμό του: "θα στέκει ολόρθο, ακλόνητο κ' αιώνιο θε να
ζήση, / νάναι φοβέρα αδιάκοπη σ' Ανατολή και Δύση...".
Ο Γρηγόριος Ε' λοιπόν ανάγεται σε εθνικό σύμβολο που έρχεται να προβάλει
την ανάγκη εθνικής ολοκλήρωσης, όπως επιτάσσεται από το παρελθόν του
ελληνισμού και τη Θεία Πρόνοια. Κανείς, ωστόσο, δεν αναφέρεται στο
παρελθόν του ίδιου του πατριάρχη, δηλαδή στη στάση που κράτησε ως
επικεφαλής του χριστιανικού μιλλέτ στην περίοδο των εντονότατων
προεπαναστατικών ζυμώσεων. Δεν είναι του παρόντος μια λεπτομερής αναφορά
στους προεπαναστατικούς συσχετισμούς, ωστόσο πρέπει κι εδώ να τονιστεί
ότι το πατριαρχείο ήταν εκπρόσωπος του ορθόδοξου μιλλέτ κι όχι του
έθνους, όπως διεκδικεί στην περίοδο του β' μισού του 19ου αιώνα η
ελλαδική εκκλησία. Επανερχόμενοι στο ζήτημα, ο Γρηγόριος κατείχε τον
πατριαρχικό θρόνο σε τρεις περιόδους, το 1794-1798, το 1806-1809 και το
1819-1821. Η θητεία του συνέπεσε με σημαντικές ζυμώσεις και συγκυρίες,
απέναντι στις οποίες κλήθηκε να πάρει θέση ακριβώς ως επικεφαλής του
μιλλέτ. Η εκκλησία την περίοδο αυτή είχε ήδη συσπειρωθεί σε συντηρητικές
θέσεις απέναντι στα φιλελεύθερα και επαναστατικά κηρύγματα των οπαδών
του Διαφωτισμού, που κέρδιζαν όλο και περισσότερους υποστηρικτές,
υπερασπιζόμενη το ρόλο και τη θέση της. Η στάση του Γρηγόριου
εναρμονίστηκε πλήρως με αυτή τη συντηρητική κατεύθυνση που διέγραφε ο
θεσμός.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, όταν κυκλοφόρησε η Νέα Πολιτική
Διοίκηση του Ρήγα, ο Γρηγόριος έσπευσε από τη θέση του ως πατριάρχη να
την καταδικάσει ενώ, όταν οι Γάλλοι αποβιβάστηκαν στα Επτάνησα, έσπευσε
να συμβουλεύσει τους χριστιανούς να μην ενστερνιστούν τα δημοκρατικά
ιδεώδη, καθότι "ο Όφις [...] επινοήσας το γένος των Γάλλων, έχυσε
δαψιλώς εις τας ψυχάς των το φάρμακον της αποστασίας προς τον θεόν. Και
αφού τους έφερεν εις μίαν αλληλομαχίαν και εις ελεεινήν βασιλοκτονίαν,
τότε αμέσως τους έρριψεν και εις παντελή αθεΐαν και ασέβειαν". Από την
ίδια περίοδο, ας αναφερθεί η κατ' εντολή του συγγραφή, το 1798, από τον
Αθανάσιο Πάριο, της Χριστιανικής διδασκαλίας, για να αποκρουστεί "το
διπλούν [...] κήρυγμα της Ισότητος και ελευθερίας" που εκπορευόταν από
τους οπαδούς του Διαφωτισμού.
Από τη δεύτερη θητεία του ενδεικτικά είναι δύο γεγονότα: το κάλεσμα των
χριστιανών να υπερασπιστούν την Πύλη απέναντι στους Άγγλους σε μια
δήλωση νομιμοφροσύνης της εκκλησίας απέναντι στον σουλτάνο και την
εγκύκλιο εναντίον των Ρώσων, εχθρών εκείνη την περίοδο της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας.
Όσον αφορά την τρίτη πατριαρχία του, οι πράξεις του είναι απολύτως
καταδεικτικές της στάσης της εκκλησίας εναντίον των επαναστατικών
κηρυγμάτων: προσπάθεια (ακόμη και βάναυσης) καταστολής των επαναστατικών
κηρυγμάτων. Η πατριαρχική εγκύκλιος του 1819 μιλά από μόνη της:
καταγγελία της χρήσης μη χριστιανικών ονομάτων, της διδασκαλίας των
θετικών επιστημών κ.ά. Ήδη έπειτα από αντιδράσεις της εκκλησίας είχε
κλείσει το Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης, αργότερα η σχολή των
Κυδωνιών, τέλος το Γυμνάσιο της Χίου. Ακολούθησε η πατριαρχική σύνοδος
"περί καθαιρέσεως των φιλοσοφικών μαθημάτων", στις 23 ή 27 Μαρτίου 1821,
όταν οι πρώτες συλλήψεις και σφαγές χριστιανών λόγω της επανάστασης του
Υψηλάντη ήταν ήδη γεγονός. Τέλος, ας αναφερθεί η καταδίκη του Υψηλάντη
και της επαναστατικής του προσπάθειας, που προηγήθηκε της εξέγερσης στην
Πελοπόννησο (ενδεικτικό δε όσον αφορά τη στρεβλή εικόνα που σχηματίστηκε
εκ των υστέρων με την επικράτηση της κατασκευασμένης ιστορικής εκδοχής
είναι μια λαϊκή γκραβούρα με τον απαγχονισμό του Γρηγορίου, που ως μότο
τοποθετεί το "Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδας" από τη διακήρυξη του
Υψηλάντη...). Ας μην ξεχνάμε σε αυτό το πλαίσιο τη μεγάλη διαμάχη των
εκπροσώπων της εκκλησίας με τον Κοραή, ως κατεξοχήν διαφωτιστή.
Η στάση του Γρηγορίου απέναντι στα επαναστατικά κελεύσματα των καιρών
ήταν κάθε άλλο παρά θετική, όπως απέρρεε από τη θέση του ως επικεφαλής
του ορθόδοξου μιλλέτ. Ωστόσο, δεν στάθηκε εμπόδιο στην αναγωγή του σε
ήρωα της Επανάστασης που καταδίκαζε πενήντα χρόνια μετά το θάνατό του.
Στην παρούσα περίπτωση, το ιστορικό παρελθόν ανασκευάστηκε πλήρως ώστε
να εξυπηρετηθούν στόχοι, μέσα σε αυτούς η ανασκευή του ρόλου της
εκκλησίας όσον αφορά την Επανάσταση, που θεωρήθηκαν υψηλού εθνικού
συμφέροντος. Όπως και σε αρκετές ακόμη περιπτώσεις...
*Η Γιάννα Κατσιαμπούρα είναι ιστορικός.
Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ, 24/03/2004
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα Αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : Χρήστος Κάτσικας
Δημοσιεύουμε το κείμενο του αφορισμού των Αλεξάνδρου Υψηλάντη και Μιχαήλ Σούτσου
που υπεγράφη από τον Γρηγόριο τον Ε' και τους άλλους "αγίους" ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ
ΤΡΑΠΕΖΑΣ ώστε να προκαλεί πραγματική φρίκη.
{Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και
Oικουμενικός Πατριάρχης.
Οι τω καθ' ημάς αγιωτάτω, πατριαρχικώ, αποστολικώ και οικουμενικώ θρόνω
υποκείμενοι ιερώτατοι μητροπολίται και υπέρτιμοι και θεοφιλέστατοι αρχιεπίσκοποι
τε και επίσκοποι, εν αγίω Πνεύματι αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί, και
εντιμότατοι κληρικοί της καθ' ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας και εκάστης
επαρχίας ευλαβέστατοι ιερείς και οσιότατοι ιερομόναχοι, οι ψάλλοντες εν ταις
εκκλησίαις της Πόλεως, του Γαλατά και όλου του Καταστένου και απανταχού, και
λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις
είη υμήν και ειρήνη παρά Θεού, παρ' ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρεσις.
Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι
ηλίου λαμπρότερον και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των
ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών
γραφών και παρ' αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το
παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα
κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον την κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού,
κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ
έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη' όθεν και πας ο
αντιττατόμενος αυτή τήθεόθεν εφ' ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού
διαταγή ανθέστηκε.
Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με
απαραδειγμάτιστον θρασύτατα και αλαζονείαν ο, τε προδιορισθείς της Μολδαυίας
ηγεμών ως μηώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου
αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα
άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ' ημάς τεταγμένης κραταίας βασιλείας πηγή
εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ' από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν
εις βαθμούς και μεγαλεία' από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και
τιμάς' τον επλούτισε, τον περιέθαλψε, τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον
λαμπρότατον της ηγεμονίας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών.
Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε
μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου,
όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την
Μολδαυίαν, και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον
ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν
εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους
εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της
απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας. Διά να δυνηθώσι δε τρόπον
τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας μετεχειρίσθησαν και το όνομα της Ρωσσικής
Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα
κινήματά των' πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των
κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα' επειδή, εν ω το τοιούτον
είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής προξένον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν,
και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι
ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν,
καταμεμφόμενον μάλιστα και αποτροπιαζόμενον του πράγματος της βδελυρίαν' και
προσεπιπλέον η αυτού εξοχότης ειδοποίησεν εξ επαγγέλματος τα διατρέχοντα,
υπομνήσας το βασίλειον κράτος, ότι ανάγκη πάσα να φροντίση ευθύς εξ αρχής τον
αποσκορακισμόν και την διάλυσιν των τοιούτων κακών' και τόσον εκ της
ειδοποιήσεως τάυτης, όσον και από τα έγγραφα, τα οποία επιάσθησαν από μέρους των
μουχαφίσιδων των βασιλικών σερχατίων, και από άλλους πιστούς ομογενείς
επαρρησιάσθησαν, έγεινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου
αυτού του κακοήθους σχεδίου. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν
σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε
μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες
να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της
κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με
τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και
υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας
περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ' εξοχήν με
τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι
της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία.
Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και
φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ,
οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς
κραταιάς βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να
επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους. Και αγκαλά
είναι γνωστόν, ότι, όσοι είναι κατηρτισμένοι τω όντι εις την ευσέβειαν, όσοι
νουνεχείς και τίμιοι και των ιερών κανόνων και θείων νόμων ακριβείς φύλακες δεν
θέλουν δώσει ευηκοιαν εις τας ψευδολογίας των αχρείων εκείνων και κακόβουλων'
επειδή όμως είν' ενδεχόμενον να σηνηρπάσθησάν τινές και παρασυρθώσι και άλλοι,
διά τούτο προκαταλαμβάνοντες εκ προνοίας εκκλησιαστικής υπαγορεύομεν πάσιν υμίν
τα σωτήρια, και γράφοντες μετά των περί ημας ιερωτάτων συναδελφών, του
μακαριωτάτου πατριάρχου των Ιεροσολύμων, των εκλαμπροτάτων και περιφανεστάτων
προυχόντων του γένους, των τιμιωτάτων πραγματευτών, των αφ' εκάστου ρουφετίου
προκριτωτέρων και όλων των εν τη βασιλευούση ορθοδόξων μελών εκάστης τάξεως και
εκάστου βαθμού, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν
πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων,
τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι των ενοριών, τοις
προεστώσι και ευκαταστάτοις των κωμοπόλεων και χωρίων, και πάσιν απλώς τοις κατά
τόπον προκρίτοις να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και
κακοβούλων ανθρώπων, και να τους αποδείξετε και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως
κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, και να προσέχετε όσον το δυνατόν εις τας
απάτας αυτών και ραδιουργίας, γινώσκοντες, ότι η μόνη απόδειξις της αθωότητος
των είναι να εμφανίσωσιν όσα γράμματα λάβωσι τυχόν εις χείρας περί της αυτής
υποθέσεως, ή ειδήσεις μάθωσι, και να παρρησιάσωσιν οι μεν ενταύθα εν βασιλευούση
προς ημάς, οι δ' εν τοις έξω μέρεσιν εις τους κατά τόπον αρχιερείς και τους
διοριζομένους παρ' ημών εκκλησιαστικούς εξάρχους και τους βασιλικούς εξουσιαστάς
και διοικητάς, δηλοποιούντες και παραδίδοντες και εκείνους τους απλουστέρους,
όσοι ήθελαν φωραθή ότι ενεργούν ανοίκεια του ρεαγιαδιακού χαρακτήρος' καθότι οι
τοιούτοι διαταράττουσι την γενικήν ησυχίαν, και κατακρημνίζουσι τους αδυνάτους
και αθώους ομογενείς μας εις της απωλείας το βάραθρον. Και τόσον υμείς οι
αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι
και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί
εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς
και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας
και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του
ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλλάττετε την πίστιν και
κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένην κραταιάν
και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της
ειλικρινείας σημεία' καθότι η μετ' ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή
χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν, και την προς τας θείας αυτού
εντολάς και τας υπαγορεύσεις των θείων νόμων και ιερών κανόνων υπακοήν, και την
ευγνωμοσύνην της καρδίας ημών διά τ' άπειρα ελέη, οπού απολαμβάνομεν παρά της
βασιλικής φιλανθρωπίας.
Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας
φρόνημα επινοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους
συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινωσκέτωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι
όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά
να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν. Αν
ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον του, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία
του, έζη βέβαια τότε ο θείος πρόδρομος' ώστε ενός απλού όρκου επιμονή έφερε τον
θάνατον του προδρόμου. Η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων
παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου
γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος είναι φανερόν' εξ εναντίας, η
αθέτησις του όρκου αυτού, απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων
δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου
Πνέυματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ
καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην
ομολογούντας, και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς.
Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους του γνωστούς σας, και να κατασταθήτε
όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η
απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ' οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε.
Επειδή, εάν, ο μη γένοιτο, δεν ήθελε καθαρισθή η θανατηφόρος αύτη λύμη, και
φωραθώσί τινες τολμώντες εις επιχειρήματα εναντία των καθηκόντων του
ρεαγιαλικίου, κοντά οπού οι τοιούτοι έχουσι να παιδευθώσι χωρίς ελέους και
οικτιρμών (μη γένοιτο, Χριστέ βασιλέυ!) αμέσως θέλει εξαφθή η δικαία οργή του
κράτους του καθ' ημών, και ο θυμός τής εκδικήσεως γενικός των εχλιϊσλάμιδων, και
θέλουν εκχυθή τόσων αθώων αίματα αδίκως και παραλόγως, καθώς αποκριματίστως
ταύτα πάντα διεσάλπισεν η κραταιά και αήττητος βασιλεία διά του εκδοθέντος και
επ' ακροάσει κοινή ημών αναγνωσθέντος υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού.
Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας
ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι
και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρέυει κατ' αυτών
τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς' ως μέλη σεσηπότα, τους έχει
αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας' ως παραβάται
δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος
της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και
πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων ομογενών μας ασυνειδήτως
τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά
θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις
ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν
και απάτην, και επιστραφήναί τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν
δεν αναλάβωσιν, ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος.
Τα αυτά δε και κατά της αρχιερωσύνης σας και ιερωσύνης σας επανατείνομεν, εαν μη
βαδίσετε, εις όσα εν Πνέυματι αγίω αποφαινόμεθα δια του παρόντος εκκλησιαστικώς,
εαν δεν δείξετε εν έργω την επιμέλειάν σας και προθυμίαν εις την διάλυσιν των
σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των
πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων
εις τα αποστατικά φρονήματα, εαν δεν συμφωνήσετε τη εκκλησία του Θεού, και, εν
ενί λόγω, εαν καθ' οιονδήτινα τρόπον δολιευθήτε και κατενεχθήτε κατά της κοινής
ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, έχομεν υμάς αργούς πάσης ιεροπραξίας, και
τη δύναμει του πανάγιου Πνέυματος εκπτώτους του βαθμού της αρχιεροσύνης και
ιερωσύνης και το πυρί της γεέννης ενόχους, ως την κοινήν του γένους απώλειαν
προτιμήσαντας. Ούτω τοίνυν γινώσκοντες, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς
γράφομεν εκκλησιαστικώς και γενικώς παρακελευόμεθα, και μη άλλως εξ αποφάσεως,
ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων αποπεράτωσιν, ίνα και η του
θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών. }
αωκα' εν μηνί Μαρτίω.
Υπεγράφη συνοδικώς επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου παρά της ημών μετριότητος και
της μακαριότητός του και πάντων των συναδέλφων αγίων αρχιερέων.
Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποφαίνεται.
Ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφαίνεται.
Ο καισαρίας Ιωαννίκιος.
Ο Νικομηδείας Αθανάσιος.
Ο Δέρκων Γρηγόριος.
Ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος.
Ο Βιζύης Ιερεμίας.
Ο Σίφνου Καλλίνικος.
Ο Ηρακλείας Μελέτιος.
Ο Νικαίας Μακάριος.
Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.
Ο Βερροίας Ζαχαρίας.
Ο Δυδιμοτοίχου Καλλίνικος.
Ο Βάρνης Φιλόθεος.
Ο Ρέοντος Διονύσιος.
Ο Κυζίκου Κωνστάντιος.
Ο Χαλκηδόνας Γρηγόριος.
Ο Τουρνόβου Ιωαννίκιος.
Ο Πισειδίας Αθανάσιος.
Ο Δρύστας Άνθιμος.
Ο Σωζοπόλεως Παίσιος.
Ο Φαναρίου και Φερσάλων Δαμασκηνός.
Ο Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος.
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα Αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ (1806)
Α΄ ΣΤΑΣΙΣ
Ω συ μιαρά Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, εις τι ομοιάζεις; Ήθελα να ξεύρω από
σε τώρα όπου σε ερωτώ, εις τι, λέγω, ομοιάζεις τους ιερούς και θείους αποστόλους
του λόγου της σοφίας του Ιησού Χριστού; Ίσως στην αφιλοκέρδεια, όπου εκείνοι
εκήρυττον; Άλλ’ εσύ είσαι γεμάτη από χρήματα, όπου καθημερινώς κλέπτεις από τους
ταλαίπωρους χριστιανούς. Ίσως την εγκράτεια και χαλιναγωγία των παθών; Άλλ’ εις
ποίον μεγάλον ξεφάντωμα δεν ευρίσκεται μέρος από τους συγκλήτους σου, και ποιος
από αυτούς δεν λατρεύει δύο και τρεις αρχόντισσας με άκραν αναισχυντίαν και
σχεδόν φανερά;
Μήπως τούς ομοιάζεις εις την ευλάβειαν των προς την θρησκείαν; Αλλά ποιος δεν
γνωρίζει την άκραν ανευλάβειάν σου και ποίος δεν ηξεύρει πόσον γελοιωδώς και
χλευαστικώς εκτελείς τας ιερουργίας; Εις τι λοιπόν τους ομοιάζεις; Εις την
φιλανθρωπότητα; Εσύ τους πτωχούς δεν καταδέχεσαι ούτε καν να τους δής, ουχί δε
να τους βοηθήσης. Η λύσσα σου δια τα χρήματα είναι απερίγραπτος. Τους ομοιάζεις
ίσως εις την φιλαδελφότητα, εις την ομόνοια, εις την επάλληλον αγάπην; Αλλά
ποίος δεν γνωρίζει πόσον προσπαθεί ο ένας να βλάψη τον αλλον; Εις τι λοιπόν τους
ομοιάζεις; Βέβαια, εις ουδέν. Ω της δυστυχίας σας άνθρωποι βάρβαροι και μωροί.
Έπρεπε νά ξαναγυρίσει ο Χριστός, δια να σας φωτίση, επειδή εσείς ούτε καν
στοχάζεστε να ανοίξητε ποτέ εν βιβλίο, δια να λαμπρύνητε τον εσκοτισμένο σας
νούν.
Συ, λοιπόν, ω Σύνοδος, αγκαλά και να φέρεις τους τίτλους της αγιωσύνης και τα
σημεία της αρετής, ουχί, ουχί, ποσώς δεν ομοιάζεις τα υποκείμενα, όπου
προσπαθείς να παρησιάσης. Συ είσαι μία μάνδρα λύκων, όπου δεν υπακούεις τον
ποιμένα σου και κατατρώγεις τα αθώα και πολλά ήμερα πρόβατα της ορθοδόξου
εκκλησίας....
Στην Κωνσταντινούπολιν, λοιπόν, ευρίσκεται ο πατριάρχης και η Σύνοδος. Ο πρώτος
ονομάζεται οικουμενικός. Και αν άλλο δεν σημαίνει αυτός ο γελοιώδης τίτλος μαζί
με τους τόσους άλλους όπου λαμβάνει, φανερώνει όμως, ότι οι άλλοι τρεις
πατριάρχαι υπόκεινται εις αυτόν.
Β΄ ΣΤΑΣΙΣ
Αυτός λοιπόν (δηλαδή ο Πατριάρχης), διαμοιράζει εις όλες τις επαρχίες του
οθωμανικού κράτους, και πολλάκις πέμπει και εκεί οπού δεν είναι χριστιανοί,
τόσες εκατοντάδες αρχιεπισκόπους, εξ ων ο καθείς έχει τέσσαρες ή πέντε
επισκοπές, στις οποίες πέμπει και αυτός τόσους επισκόπους. Αυτό είναι το σύστημα
της εκκλησιαστικής αρχής, ο τρόπος δε της διοικήσεως είναι ο ακόλουθος:
Η Σύνοδος αγοράζει τον πατριαρχικό θρόνο από τον οθωμανικό αντιβασιλέα δια μίαν
μεγάλη ποσότητα χρημάτων, έπειτα τον πωλεί ούτινος της δώσει περισσότερο κέρδος,
και τον αγοραστή τον ονομάζει πατριάρχη. Αυτός, λοιπόν, δια να ξαναλάβει τα όσα
εδανείσθη δια την αγορά του θρόνου, πωλεί τις επαρχίες, στις αρχιεπισκοπές,
ούτινος δώσει περισσοτέραν ποσότητα, και ούτως σχηματίζει τους αρχιεπισκόπους,
οι οποίοι πωλώσει και αυτοί εις άλλους τας επισκοπάς των. Οι δε επίσκοποι τας
πωλώσει των χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τον λαό, δια να εβγάλωσι τα όσα
εξώδευσαν. Και ούτος εστίν ο τρόπος, με τον οποίον εκλέγονται των διαφόρων
ταγμάτων τα υποκείμενα, δηλαδή ο χρυσός.
Η πρώτη έγνοια του πατριάρχη, είναι να αποκτήσει την φιλία των φίλων της
Συνόδου, όπου ως επί το πλείστον, είναι οι γυναίκες των πρώτων αρχόντων,
πλουσίων αμαθών του Φαναρίου. Και αυτό το κάμνει δια δύο αίτια: Πρώτον μεν, δια
να ήμπορει να κλέπτη με περισσότερο θάρρος, δεύτερον δε να κλέπτει δια
περισσότερο καιρόν, ωσάν όπου αυτή η Σύνοδος έχει όλα τα μέσα στην οθωμανική
δυναστεία, και εξακολούθως, όταν ο πατριάρχης δεν της αρέσκει, ευθύς τον
εξορίζει. Και δεν της αρέσκει πάντοτε, όταν δεν ομογνωμεί με αυτήν, και όταν δεν
υπογράφει, χωρίς να αναγνώσει ο,τι γράμμα του παραδώσει.
Η υπερηφάνεια και διεστραμμένη ψυχή αυτών των δώδεκα μωρών της Συνόδου τους
εμποδίζει από το να στοχασθώσι την φοράν, οπού προξενούσι εις τον λαό με τα
μεγαλώτατα έξοδα των συχνών αλλαγών των πατριαρχών, και άλλο δεν ενθυμούνται,
παρά ότι, όσα εξοδεύσουν, τα ξαναλαμβάνουν από τον νεόφυτο, και πάντοτε με το
διάφορον τους. Αλλά που να διηγηθώ, όσα η μιαρά των ψυχή εφευρίσκει! Φθάνει
λοιπόν να ξέρετε, ότι, όσα και να κάμνωσι, τα κάμνωσι δια χρημάτων, και
πληρώνοντάς τους τινάς ημπορεί να λάβη την συγχώρησιν δια κάθε αμάρτημα. Τόσον
εβαρβαρώθη η κλάσις της ιεροσύνης των Ελλήνων. Προς τούτοις ο αρχιεπίσκοπος
πωλεί τας ενορίας της πόλεως ούτινος ιερέως θελήσει, και έπειτα εξορεί όποιον
θέλη από αυτούς, και ξαναπωλεί την ενορία αλλού, δια να του κάμη το ίδιον ύστερα
απ’ ολίγον. Κάθε τόσον τους ζητεί δάνεια, και ποτέ δεν τους τα επιστρέφει.
Κανείς δεν τολμεί να αντισταθεί εις τους λόγους του, επειδή ευθύς τον αφορίζει
και έπειτα τον εξορεί και λαμβάνει την περιουσία του. Και ούτος εστίν ο τρόπος,
με τον οποίον ενεργούσι τα ηδύτατα εντάλματα του Χριστού.
Πώς άραγε ζώσιν αυτοί οι αρχιεπίσκοποι εις τας μητροπόλεις των και ποίαι είσίν
αι αρεταί των; Τρώγωσι και πίνωσι ως χοίροι. Κοιμώνται δεκατέσσαρας ώρας τήν
νυκτα καί δύο ώρας μετά το μεσημέρι. Λειτουργούσι δύο φοράς τον χρόνο, και όταν
δεν τρώγωσι, δεν πίνωσι, δεν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τα πλέον αναίσχυντα
έργα, όπου τινάς ημπορεί να στοχασθεί. Και ούτως εις τον βόρβορο της αμαρτίας
και εις την ιδίαν ακρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, και οι αναστεναγμοί του λαού
είναι προς αυτούς τόσοι ζέφυρες.
Ο χορός των επισκόπων εξακολουθεί μετά τους αρχιεπισκόπους. Αυτοί, πάλιν, είναι
άλλοι λύκοι, ίσως χειρότεροι από τους πρώτους, επειδή κυριεύουσι τους χωρικούς
και ιδιώτες. Ανεκδιήγητα είναι τα ανομήματα των και η σκληρότητα των διαπερνά
κατά πολλά εκείνη της ίδιας παρδάλεως. Αυτοί πέμπουσι τόσους ληστάς, δια να ειπώ
έτσι, εις τα χωρία της επισκοπής των, και τους δίδουσι τον τίτλο του
πρωτοσυγκέλλου ή του αρχιμανδρίτου άλλου τινός τάγματος, οι οποίοι άλλο δεν
ξεύρουν, παρά να γράφουν ονόματα των χριστιανών με όλη την ανορθογραφία.
Αυτοί, λοιπόν, περιφέρονται εις όλα τα χωρία της επισκοπής και με άκραν
ασπλαγχνία εκδύουσι τους πολλά αθώους χωριάτας, και μάλιστα τας γυναίκας. Όταν
δεν τοις ευρίσκουσι χρήματα, τότε τίνος αρπάζουσι εν φόρεμα, τίνος εν εργαλείο
της γεωργικής, τίνος εν στολίδι της γυναίκας του, και φθάνουν να τους παίρνουν
ως και τα δοχεία των φαγητών. Από άλλους πάλιν λαμβάνουν τόσα κιλά σιτάρι, τόσο
κρασί. Με ένα λόγο τους γυμνώνουν, και έπειτα τους ευλογούν και φεύγουν.
Πολλάκις δε περιέρχεται ο ίδιος επίσκοπος στα χωρία, και τότε πλέον ακολουθούν
τα χειρότερα. Αυτός ο αναίσχυντος και βάρβαρος και αμαθέστατος άνθρωπος, αφού
τρώγει δι' όσας ημέρας μένει εις το χωρίον από την πτωχή κοινότητα, αφού αρπάζει
όσα περισσότερα δυνηθή, τότε αφορίζει ένα δύο, και άλλους τόσους κάμνει παπάδες,
και έπειτα φεύγει.
Μετά των Επισκόπων, λοιπόν, έρχονται εκείνοι οι πρωτοσύγκελλοι, οι αρχιμανδρίτες
και οι πνευματικοί, οι οποίοι στέλλονται από τα μοναστήρια με κάποιας
πανταχούσας. Αυτοί είναι αναρίθμητοι, επειδή δεν ευρίσκεται πόλις χωρίον, οποίο
να μην φυλάττη ένα ή δύο από αυτούς τούς λαοκλέπτας, οι οποίοι παρουσιάζονται
εις τον αρχιερέα και αγοράζουν παρ' αυτού την άδειαν του κλεψίματος, και έπειτα,
με άκρα αυθάδεια, αρχινούσιν από σπίτι εις σπίτι, να ζητούσιν ελεημοσύνη, και
εκδύουσιν εξόχως τας γυναίκας, όσον ημπορούσι.
Γ΄ ΣΤΑΣΙΣ
Εκατό χιλιάδες, και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζώσιν αργοί και τρέφονται
από τους ιδρώτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων. Τόσαι εκατοντάδες
μοναστήρια. όπου πανταχοθεν ευρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί εις την πατρίδα,
επειδή, χωρίς να την ωφελήσουν εις το παραμικρό, τρώγωσι τους καρπούς της και
φυλάττουσι τους λύκους, δια να αρπάζουν και ξεσχίζουν τα αθώα και ιλαρά πρόβατα
της ποίμνης του Χριστού. Ιδού, ω Έλληνες, αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή αθλία
και φοβερά κατάστασις του ελληνικού ιερατείου, και η πρώτη αιτία όπου αργοπορεί
την ελευθέρωσιν της Ελλάδος.
Αυτοί οι αμαθέστατοι, αφού ακούσουν ελευθερία, τους φαίνεται μία αθανάσιμος
αμαρτία. Τι λοιπόν διδάσκουσι τον απλούστατον λαό; Τι στοχάζεσθε να λέγωσιν οι
ιεροκήρυκες έπ' εκκλησίας; Φέρουσιν ίσως τας παραβολάς του Ευαγγελίου, δια να
παρακινήσωσιν τους ακροατές εις την ομόνοια; Μας είπον ποτέ ποίοι ήταν, και
πόθεν κατάγονται; Μας ανέφερον ποτέ πως διοικείται ο κόσμος και οποία είναι η
καλλιτέρα διοίκησις; Μας εξήγησαν ποτέ τι εστί αρετή, και οποία είναι τα μέσα
δια να την αποκτήση τινάς, και ποτέ λάμπει ή αρετή; Και ποίος να μας τα είπη, αν
δεν τα λέγουσιν αυτοί;
Φεϋ! βαβαί της αθλιότητας μας! Οι ιεροκήρυκες αρχινούν από την ελεημοσύνη και
τελειώνουν εις την νηστεία. Πώς θέλεις λοιπόν να ξυπνήσουν οι Έλληνες από την
ομίχλη της τυραννίας; Ω άνθρωποι, όντως βάρβαροι, χυδαίοι και εχθροί φανεροί της
πατρίδος μας και του ίδιου του Χριστού, πως κάμνετε με την αμάθεια σας και τινάς
να βλασφημώσι; Ω εχθροί της αληθείας, τουτέστι του Ιησού Χριστού! Δεν βλέπετε,
ότι με αυτήν την κακήν σας παρηγορίαν υποχρεώνετε τους Έλληνες, αντί να μισήσουν
την τυραννία και να προσπαθήσουν να ελευθερωθούν, εξ εναντίας να την αγαπώσι,
και μάλιστα, να νομίζωνται εύτυχείς πιστεύοντες από απλότητα των, ότι
παιδεύονται εις την παρούσαν ζωήν, δια να αποκτήσουν τον παράδεισο; Ποίος
Εσκαριώτης σας έβαλε εις τον νουν, να προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, όταν δεν
ηξεύρετε να την εξηγήσητε, ω αναίσχυντοι; Τα αμαρτήματα, ίσως, παιδεύονται μέ
άλλα αμαρτήματα, ω άφρονες; Δεν στοχάζεσθε, πόσον ατιμείτε και τον εαυτόν σας
και την Εκκλησίαν με τους παραλογισμούς σας;
Ω αδελφοί μου Έλληνες, ίσως δεν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν έχουσι τα λόγια των
καλογήρων και των πνευματικών εις τας ψυχάς των απλουστάτων ακροατών. Πόσον
γρηγορώτερα ηθέλαμεν ελευθερωθή από τον οθωμανικόν ζυγόν, εάν οι πνευματικοί δεν
ήταν αμαθείς, καθώς είναι, και αv εδίδασκον εις την εξομολόγησιν με γλυκά λόγια
την αλήθεια και την αρετή, την ελευθερία και την ομόνοια, και όλα τα μέσα της
ανθρωπίνης ευτυχίας. Αλλά ποίους να φωτίσουν οι εσκοτισμένοι και να διδάξουν οι
αμαθείς; Ας σιωπήσουν το λοιπόν, αν δεν ηξεύρουν τι να ειπούν.
Και εσείς, οι επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι, παύσατε, δια όνομα του Θεού, παύσατε
πλέον από το να χειροτονήσετε ιερείς, και μη, φοβούμενοι να πτωχύνει η εκκλησία
του Χριστού από υπηρέτες, την γεμίζετε από αναξιωτάτους σκλάβους. Μάλιστα δε συ,
ω πατριάρχα, οπού ως κεφαλή της εκκλησίας σέβεσαι παρά πάντων και τιμάσαι,
προσπάθησε να διορθώσεις τα κακά, όπου προξένησε η αμέλειά σου. Έκλεξον
αρχιερείς τους σοφούς και ενάρετους, κατεδάφισε όλα τα μοναστήρια, δια να
ολιγοστεύσης τα βάρη του λαού, διόρθωσε μερικές συνήθειες της θρησκείας, όπου
την σήμερον φανερώς βλάπτουσι κατά πολλά τούς χριστιανούς. Υποχρέωσε όλους τους
καλογήρους, να υπάγουν να σπουδάξουν εις τα σχολεία και να μεταχειρισθούν
εκείνον τον καιρόν, όπου εξοδεύουσι εις το να περιφέρωνται από σπίτι σε σπίτι,
εις την μελέτη των σοφών της εκκλησίας και εις τον ορθόν λόγον. Πρόσταξε να
μένουν τα λείψανα των αγίων εις τας εκκλησίας και να μην αποκαταστώνται είδος
εμπορίου. Εμπόδισε τα θαύματα, δια να εξαλείψεις την δεισιδαιμονίαν. Βγάλε από
την υπηρεσία της εκκλησίας τις γυναίκες, δια να ολιγοστεύσουν τα αμαρτήματα των
καλογήρων. Και κάμε, τέλος πάντων, μίαν φοράν το χρέος σου, δια να φανής πιστός
δούλος και επίτροπος αληθής του Χριστού. Τότε το ιερατείο, όπου σήμερον ο
φιλόσοφος και ενάρετος κατηγορεί και αποστρέφεται, θέλει σέβεται και επαινεί.
[αρχή σελίδας]
[περιεχόμενα Αφιερωμάτων]
[Κεντρική
Σελίδα]
|