Και όμως: Υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στον Batman και τον Καζαντζάκη

Περί σάχλας

Σαχλαμάρες με αυτογνωσία

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που στα περισσότερα σινεφίλ περιοδικά και site υπάρχει πάντα μια στήλη που έχει παραλλαγές του τίτλου «Κακές ταινίες που αγαπήσαμε». Η ιστορία του σινεμά είναι γεμάτη από ταινίες που απαρνήθηκαν κάθε επίφαση καλού γούστου και αισθητικής, φλερτάρανε συνειδητά με το κιτς, το γκροτέσκο και το ασυνάρτητο και βγήκαν κερδισμένες στο χρόνο. Πολλές από αυτές μάλιστα ενέπνευσαν καινούριες (καλές) ταινίες με μοναδικό στόχο να μυθοποιήσουν το πόσο κακές κατάφεραν να είναι: Το πρόσφατο «Disaster Artist» που μας έρχεται το Γενάρη με τον James Franco, αφηγείται την ιστορία πίσω από την ταινία που κατέκτησε να θεωρηθεί ως η χειρότερη όλων των εποχών, ξεπερνώντας και τα γκροτέσκα κιτς του Ed Wood (που επίσης έγινε ταινία με τον Johnny Depp), δηλαδή το ανεκδιήγητο «The Room» του Tommy Wiseau (2003). Όμως το The Room είναι μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία, ένα τόσο-κακό-που-πονάει ανοσιούργημα που αποκτάει την δική του μυθολογία και σινεφιλική αξία. Αναλόγως, διάφορα κινηματογραφικά πρότζεκτ με τους επεξηγηματικότατους τίτλους όπως «Sharknado» (ναι, ανεμοστρόβιλοι που σηκώνουν καρχαρίες και τους ρίχνουν σε ανυποψίαστα θύματα στις μεγαλουπόλεις!), χτίζουν το πέρασμά τους στην cult αιωνιότητα με το να είναι επιτηδευμένα κακές, παράλογες και ασυνάρτητες. Όλες όμως αυτές οι ταινίες είναι ικανές να προσφέρουν μια διασκεδαστικότατη βραδιά και σπανίως νιώθει ο θεατής πως κάποιος τον κοροϊδεύει: Είτε λόγω επιτηδευμένης σκωπτικής διάθεσης είτε λόγω δημιουργικής αφέλειας, οι «σαχλαμάρες με αυτογνωσία» έχουν πολλές φορές μεγαλύτερο και πιο φανατικό κοινό από τα μεγαλεπήβολα και «σοβαρά» κινηματογραφικά έπη. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που μια ταινία είναι τόσο κακή που δεν προσφέρει καμία διασκέδαση και ψυχαγωγία. Οι περιπτώσεις που τα λεφτά του εισιτηρίου ή το χαμένο δίωρο προκαλούν πένθος και όχι την ελαφρότητα που μπορούν να χαρίσουν πολλές εμπορικές χαζομαρούλες. Φυσικά παίζει ρόλο και η συγκριτική σχέση του κόστους παραγωγής, των μεγάλων ονομάτων, της προσδοκίας, μα κυρίως παίζει ρόλο κάτι άλλο: Το ότι αυτή η συγκεκριμένη μπαλαφάρα έχει πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά.

Τι πάει στραβά με την DC;

Πέρα από τις (ανούσιες) κόντρες ανάμεσα στην Marvel και την DC (για το που κατοικούν οι πιο ενδιαφέροντες ήρωες, για το αν ο Batman είναι πιο σημαντικός από τον Iron Man στην μυθολογία των κόμικ κ.α.), που αφορούν ένα συγκεκριμένο fanbase  που μεγάλωσε αγαπώντας την 9η τέχνη και τώρα απολαμβάνει τα μειοψηφικά του γούστα να γίνονται εμπορικό mainstream, είναι σαφές πως στην κινηματογραφική επέλαση υπερ-ηρώων υπάρχει μια εμφανής ανισότητα.  

Η μέση γνωμάτευση για το Justice League που ακόμα διαφεύγει της σύλληψης και κυκλοφορεί στις αίθουσες λέει πάνω κάτω το εξής: «Επιτέλους, κάτι αξιοπρεπές σε σχέση με το Batman vs Superman». Αυτή η ετυμηγορία είναι αρκετή να προδικάσει για δυο πράγματα: Πρώτον, τον εξαιρετικά χαμηλό πήχη που έθεσε η προηγούμενη φιλμική συνάντηση των μεγάλων ονομάτων της DC. Δεύτερον, πως το Justice League μπορεί να είναι λίγο καλύτερο, αλλά μάλλον δεν είναι και τόσο καλό. Για την ακρίβεια, το Justice League έχει το ίδιο βασικό πρόβλημα που είχε και το BvS: Πολύ απλά, δεν λειτουργεί τίποτα.

Το κοινό αλλά και η εταιρεία παραγωγής έχουν εμμέσως πλην σαφώς ρίξει την ευθύνη στον βασικό δημιουργικό αρχιστράτηγο της DC, τον Zack Snyder. Ο κύριος Snyder, που έγινε γνωστός με την αισθητική εξτραβαγκάνζα των «300» και προσέφερε μια τεράστια εικαστική πινακοθήκη για προφίλ όπως «Αδούλοτος Έλλην» ή «Σπαρτιάτης Πέτρος» στο facebook, είναι συνειδητά αφοσιωμένος στο να παράγει μεγάλες εικόνες παρά να αφηγείται ιστορίες. Σε όλο του το έργο (βλ. Suckerpunch, Watchmen ή το Man of Steel) είναι εμφανές πως αφοσιώνεται στο να παράγει κάδρα-κομψτεχνήματα  «στιγμιαίας» ομορφιάς και μεγαλοπρέπειας,  με ελάχιστο ενδιαφέρον για το πώς να «κολλήσει» τα διαδοχικά κάδρα μεταξύ τους. Ποιος όμως αμφισβητεί πως αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που τον κάνει απόλυτα ταιριαστό στο να «ζωντανεύει» κόμικ στην μεγάλη οθόνη; Όχι τυχαία, το «μυθοπλαστικό» κομμάτι όλων σχεδόν των ταινιών του (ιστορία, ήρωες, θέματα) είναι βγαλμένο αποκλειστικά από graphic novels. Τι πάει όμως στραβά και γιατί «αστοχεί» εκεί που θα έπρεπε να πετυχαίνει διάνα; Γιατί ένας αρκετά πιο campy και σαχλός Batman όπως αυτός του Joel Schumacher στα τέλη της δεκαετίας του ’90 να θεωρείται πιο «πετυχημένος» από την πολυτελή παραγωγή και την εξαιρετική καλλιτεχνική διεύθυνση των τελευταίων ταινιών; Γιατί οι καλύτεροι Batman (εμπορικά και καλλιτεχνικά) ήταν αυτοί που κάπως ξέφυγαν από την κόμικ καταβολή τους και εντάχθηκαν στο όραμα ενός σκηνοθέτη (βλ. Batman του Burton και του Nolan);  Μήπως φταίει κυρίως η γενική φιλοσοφία και όχι τόσο ο άνθρωπος στην σκηνοθετική καρέκλα (που σημειωτέον, αναγκάστηκε να την παρατήσει λίγο πριν την ολοκλήρωση της ταινίας λόγω τραγικής οικογενειακής απώλειας, αφήνοντας τις τελευταίες πινελιές στον Josh Whedon);

Ένας κακός με την αισθητική και τον χαρακτήρα ενός mini-boss σε video game, ένα άθροισμα ηρώων που βεβιασμένα εμφανίζονται, βεβιασμένα συνεργάζονται και βεβιασμένα νικούν στο τέλος, ένας δισταγμός για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να προστεθεί και λίγο χιούμορ με συνέπεια το όποιο χιούμορ να μοιάζει εκβιασμένο, σκηνές δράσης που ζαλίζουν χωρίς ιδιαίτερη συνοχή και ένα γενικό στόρυ που μοιάζει αποσπασματικό, λες και κόπηκε μια ολόκληρη ώρα από ενδιάμεσες σκηνές. Είναι σαφές από όλα τα παραπάνω πως η κατασκευαστική φιλοσοφία πίσω από την ταινία προσπαθεί να πιάσει όλα εκείνα τα εμπορικά και μαζικά τρικ που θα την κάνουν πετυχημένη, ξεχνώντας πως το πετυχημένο αποτέλεσμα δεν είναι θέμα αθροίσματος «κόλπων»: Είναι πως όλα αυτά τα κόλπα χωράνε σε μια γενική συνταγή που θέλει να πει κάτι, να φτιάξει κάτι με την δική του ταυτότητα και τον δικό του χαρακτήρα. Είναι δηλαδή απλό: Οι DC και Warner Bros είδαν την κότα με τα χρυσά αυγά που λέγεται «σουπερ-ήρωες» και τρέχει να μαζέψει ό,τι προλαβαίνει «τώρα που γυρίζει». Όμως αν πετάξεις είκοσι είδη νόστιμης τροφής μέσα σε μια χύτρα δεν φτιάχνεις γκουρμεδιά. Για την ακρίβεια, δεν φτιάχνεις ούτε ένα αξιοπρεπές fast-food.  

Generic συνταγές

Μιλώντας για ανερμάτιστα, ασυνάρτητα και σπασμωδικά έργα, η νέα επική βιογραφία του Γιάννη Σμαραγδή (El Greco, Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι, Καβάφης) μας συστήνει έναν Καζαντζάκη που δεν ξέραμε ότι δεν θέλαμε να γνωρίσουμε. Για άλλη μια φορά, το πρόβλημα με την ταινία που έδωσε τροφή για ανελέητο trolling στο ελληνικό διαδίκτυο, είναι πως το όποιο «δημιουργικό όραμα» περιορίζεται σε μια συνταγή που μάλλον έχει κατασκευαστεί σε μια γυάλα πέρα και έξω από την κινηματογραφική πραγματικότητα. Για τον Σμαραγδή, ο σαφής περιορισμός του budget και της ελληνικής πραγματικότητας για τέτοια project «εποχής», αντισταθμίζεται με το να «σφηνώσει» δέκα πράγματα που θεωρεί πως θα αρέσουν σε ένα υποθετικό κοινό. Να βάλουμε τον Ζορμπά, φυσικά, να χορεύει και να περιφέρεται ως στερεότυπο μόνιμης ευφορίας. Να βάλουμε μαντινάδες, Κρήτη, σταυρούς, τσιτάτα σε voiceover, παξιμάδια (cringe), τον Θεοτοκόπουλο (cringe2), τον Σικελιανό (cringe3), την Μερκούρη, μνημεία, κοντινά πλάνα στα εκφραστικά μάτια του Παπασπηλιόπουλου, να ανακατέψουμε καλά (πραγματικά, καλύτερη λέξη από το ανακάτεμα δεν υπάρχει για την συνοχή (;) του έργου) και ύστερα όλο αυτό να αλεστεί για να γίνει εύπεπτο στο κοινό, που λογικά διψάει να δει τον μεγάλο Κρητικό συγγραφέα να… να κάνει τι ακριβώς;

Για άλλη μια φορά, η «συνταγή» είναι μια απλή απαρίθμηση υλικών που ως δια αυτοματοποιημένης μαγείας θα παράξουν ένα ικανοποιητικό σύνολο. Για άλλη μια φορά η απουσία μιας έστω στοιχειώδους κεντρικής ιδέας για την ταυτότητα ενός φιλμ συμπαρασύρει (ίσως και αδίκως) όλα τα υπόλοιπα: Την δουλειά των ηθοποιών (που καλούνται να αποδώσουν στερεότυπα), των ενδυματολόγων (που καλούνται να πείσουν πως είμαστε σε άλλη εποχή), των σεναριογράφων (που καλούνται να χωρέσουν ατάκες, γνωμικά και fillers), των μακιγιέρ (που καλούνται να γεράσουν ή να κάνουν νεότερους τους ήρωες).

Τελικά, αυτό που φαίνεται να υποτιμά ο Σμαραγδής είναι ίσως το ίδιο που υποτιμούν άλλα, πολύ πιο ακριβά και με πλουσιοπάροχα μέσα blockbusters. Το κοινό. Το κοινό, κατά την διάρκεια της κατασκευής της ταινίας, μεταμορφώνεται σε ένα λογιστικό φύλλο που έχει γραφεί από αυτοματοποιημένα λογισμικά marketing. Το αποτέλεσμα όμως είναι παρόμοιο με τις «έξυπνες» προσαρμογές των διαφημίσεων στα social media.

Κάπως έτσι, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Καζαντζάκης ή το Justice League είναι κακές ταινίες ή ταινίες που δεν λειτουργούν. Αυτό άλλωστε μπορεί να συμβεί: Υπάρχουν δημιουργοί και σκηνοθέτες που έχουν δοκιμάσει και έχουν αποτύχει παταγωδώς, αδυνατώντας να βρουν τον τρόπο να φέρουν το όραμά τους από το χαρτί στην οθόνη. Επίσης, ειδικότερα σε ότι αφορά ταινίες με θέμα ήρωες με κολάν και υπερδυνάμεις, το «κακό» είναι εξαιρετικά σχετικός όρος και ενίοτε μπορεί να είναι και στόχος. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν ο θεατής αποκτά μια επίγνωση που σπάει τον 4ο τοίχο της ταινίας: Όταν βλέπει πως ενώ η κακή ποιότητα του θεάματος μπροστά του είναι  πασίδηλη, φαίνεται να είναι για όλους πλην των δημιουργών του. Και οι δημιουργοί του παίρνουν τον εαυτό τους (και το έργο τους) υπέρ του δέοντος στα σοβαρά, θεωρώντας πως μπορεί κάπως να κουκουλωθεί και να κρυφτεί η απουσία οποιουδήποτε οράματος ή στόχου στο δημιούργημά τους. Με άλλα λόγια: Υπάρχουν ασφαλώς χειρότερες ταινίες εκεί έξω. Και κάπως όμως καταφέρνουν να είναι καλύτερες ή τουλάχιστον πιο κοντά στον ορισμό «ταινία», έστω και κακή, παρά στον ορισμό «σαλάτα».

 

Ετικέτες: 

Σχετικά Άρθρα

Η συνεισφορά των αρχαίων Ελλήνων στην οικονομική σκέψη και επιστήμη

H συνεισφορά των αρχαίων Ελλήνων στην ανάπτυξη της οικονομικής σκέψης είναι αδιαμφισβήτητη

Είπαμε το μεγάλο «ναι» αντί να πούμε το μεγάλο «όχι»;

Τι θα πούμε στους μαθητές μας; Ότι τους διδάσκουμε το ψέμα και την υποκρισία; Ότι είμαστε μόνο λόγια παχιά και κούφια που δεν τα νιώθουμε και δεν τα εννοούμε;

Εκδημοκρατισμός της γνώσης

Η σπουδαιότητά του δεν είναι δευτερεύον ζήτημα