Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας και η ιστορική αλήθεια
Οποιος ελεύθερα συλλογάται
συλλογάται καλά.
ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ
Το Εθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί
εθνικό ό,τι είναι αληθινό.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Πριν από 170 χρόνια, το 1838, η κυβέρνηση του «ελέω Θεού» βασιλέα της Ελλάδος Οθωνα Βίτελσμπαχ όρισε την 25 Μάρτη ως ημέρα Εθνικής Γιορτής με το διάταγμα:
ΟΘΩΝ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ' εαυτήν εις πάντα Ελληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ' αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ.
Εν Αθήναις τη 15η Μαρτίου 1838
ΟΘΩΝ
Ο επί των εκκλησιαστικών κτλ.
Γραμματεύς της Επικρατείας
Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ
Εως τότε, όμως, την έκδοση του διατάγματος αυτού, στις 15.3.1838, η Εθνική Γιορτή είχε καθιερωθεί να γιορτάζεται την Πρωτοχρονιά, σε ανάμνηση της 1ης Γενάρη, που η Α' Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου την 1.1.1822 κήρυξε επίσημα και πανελλαδικά την Εθνική Ανεξαρτησία της Ελλάδος και σύνταξε το πρώτο δημοκρατικό πολίτευμα και το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα. Ο Οθωνας, όμως, για να κόψει κάθε δεσμό με την Α' Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, που ψήφισε πολίτευμα δημοκρατικό, με την αντιδραστική αυλή του και το δεσποτικό καθεστώς του, κατάργησε την Πρωτοχρονιά ως ημέρα Εθνικής Γιορτής και με το διάταγμά του αυτό την μετέθεσε στις 25 Μάρτη. Ετσι, ταυτίζοντας την Εθνική Γιορτή με τη γιορτή του Ευαγγελισμού της «Υπεραγίας Θεοτόκου», όπως λέει ο Κορδάτος, «η Εθνική Γιορτή έχανε τον πολιτικό, επαναστατικό χαρακτήρα της και έπαιρνε θρησκευτική απόχρωση». Σε λίγες μέρες από την έκδοση αυτού του διατάγματος, γιορτάστηκε η Εθνική Γιορτή με μεγάλη επισημότητα στις 25 Μάρτη, για να γράψει την επομένη ημέρα, στις 26.3.1838, η εφημερίδα «Αθηνά»: «Και πόσην επισημότητα δεν ήθελε δόσει η εορτή αυτή εις την Ελλάδα, αν μαζί με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου επανηγυρίζετο και η καθίδρυσις του Συντάγματος, η στερέωσις της Ελευθερίας μας αυτής».
Η παραχάραξη του Εικοσιένα, με το οθωνικό διάταγμα
Η ημέρα της Εθνικής Γιορτής των Ελλήνων δεν επιβάλλεται αυθαίρετα με βασιλικό διάταγμα και βασιλική σφραγίδα του Βαυαρού μονάρχη Οθωνα Βίτελσμπαχ, τον οποίο οι προστάτιδες δυνάμεις, επέλεξαν με επίσημα μάλιστα πιστοποιητικά της πνευματικής του καθυστέρησης και τον ενθρόνισαν στην πλάτη του οξύνοα και αγωνιστή ελληνικού λαού, ως ελέω Θεού βασιλέα της Ελλάδος, με όλα τα δεινά της οθωνικής βαυαρικής τυραννίας, που υπέσκαψαν το μέλλον του νεοσύστατου τότε μικρού ελληνικού κράτους. Την ημέρα της Εθνικής Γιορτής την καθιερώνει το πρώτο κορυφαίο σωτήριο συνταρακτικό γεγονός, της απόφασης του ξεκινήματος, από ολόκληρο το λαό, του ένοπλου επαναστατικού αγώνα κατά του τυράννου για την κατάχτηση της λευτεριάς του. Και η Ελευθερία ενός σκλάβου λαού αρχίζει από τη στιγμή που ξεσηκώνεται και παίρνει τα όπλα για να συντρίψει με Επανάσταση τα δεσμά της σκλαβιάς του, με την αμετάκλητη και αταλάντευτη απόφασή του να πεθάνει για τη Λευτεριά του ή με αυτήν, κρατώντας στο ατσαλένιο ελεύθερο χέρι του το σπαθί της λευτεριάς, που με την κόψη του την τρομερή θα χτυπήσει αυτούς που τον αλυσοδένουν.
Στο οθωνικό όμως διάταγμα, οι συντάκτες του θεωρούν την 25η Μάρτη ως ημέρα έναρξης του αγώνα για την ανεξαρτησία του Ελληνικού Εθνους, χωρίς να μνημονεύουν σ' αυτό, όπως ώφειλαν, την πρώτη κορυφαία επαναστατική πράξη, που θα έπρεπε να είχε συμβεί στις 25 Μάρτη, ώστε η ημέρα αυτή να θεωρηθεί ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης του Εικοσιένα. Μνημόνευση υποχρεωτική και αναγκαία, γιατί θα δικαιολογούσε τη μετάθεση της Εθνικής Γιορτής από 1 Γενάρη στις 25 Μάρτη και για την οποία μετάθεση πολλοί τότε διαμαρτυρήθηκαν. H μνημόνευση αυτή όμως σκόπιμα έχει παραλειφθεί στο διάταγμα αυτό, γιατί δεν υπάρχει ιστορική πηγή στην οποία να έχει καταγραφεί επαναστατική πράξη του ελληνικού λαού στις 25 Μάρτη.
Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας, που εμφανίζει τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης του 1821 στη μονή της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων στις 25 Μάρτη, περιστοιχισμένος από πρόκριτους της περιοχής, πάει να πάρει τη θέση της αληθινής ιστορίας. Ομως ο θρύλος αυτός, που προβάλλει τις δύο κοινωνικές ομάδες, αρχιερείς και πρόκριτους, ότι είχαν αυτές την πρωτοβουλία της Επανάστασης και τις περιβάλλει με την τιμή ότι μας ελευθέρωσαν, είναι ιστορικά ανεπιβεβαίωτες, ενώ υπάρχουν πολλά τεκμήρια που τον διαψεύδουν.
Στις 5 με 7 Οχτώβρη 1820, στα ρωσοτουρκικά σύνορα και σε ρωσικό έδαφος, στο Ισμαήλ της Νεσσαραβίας συνάχτηκαν απ' όλη την Οθωμανική Επικράτεια Φιλικοί, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, ο Ξάνθος και ο Παπαφλέσσας, μέλη της Αρχής της Φ.Σ., τα ανώτερα στελέχη Περραιβός και Υπατρος, ο διοικητής του μικρού ρωσικού στολίσκου του Δούναβη Παπαδόπουλος Κορφινός και φίλοι της Εταιρείας.
Η σύσκεψη του Ισμαήλ αποτελεί μια από τις πιο κρίσιμες συσκέψεις για την πορεία του ελληνισμού, όπου σ' αυτή θα εγκρίνονταν τα τελικά σχέδια για την Επανάσταση και θα αποφασίζονταν ο χρόνος του ξεκινήματός της. Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε ο Υψηλάντης να κατεβεί στη Μάνη για ν' αρχίσει από το Μοριά την Επανάσταση, γιατί η Μάνη ήταν μισοανεξάρτητη, οι Μανιάτες καλοί πολεμιστές και το ελληνικό στοιχείο πλειοψηφούσε, αλλά και γιατί η Πελοπόννησος ήταν στο νότιο μέρος της Ελλάδας. Και έγινε αποδεκτή η πρόταση του Παπαφλέσσα, η έναρξη της Επανάστασης να γίνει το γρηγορότερο. Γιατί, όπως υποστήριξε, κάθε αναβολή για το ξεκίνημα της Επανάστασης ήταν και επικίνδυνη και ασύμφορη. Επικίνδυνη γιατί ήταν αδύνατο η Πύλη να μη μάθαινε την αλήθεια, ότι προετοιμάζεται η Επανάσταση και ότι σε λίγο θα ξεσπούσε, οπότε με τα σκληρά μέτρα που θα έπαιρνε, θα την κατέπνιγε στο ξεκίνημά της. Και ασύμφορη, γιατί η Επανάσταση έπρεπε να ξεσπάσει όσο κράταγε ο Αλή Πασάς στον πόλεμο που του κήρυξε ο Σουλτάνος.
Επίσης αποφασίστηκε να γίνουν σύντομες ενέργειες για να εξασφαλιστεί η Επανάσταση των Σέρβων. Να φύγουν αμέσως αυτοί που εκλέχτηκαν να πάνε για τα νησιά και σ' άλλα μέρη για το σηκωμό, εφοδιασμένοι με χρήματα, οδηγίες, προκηρύξεις του Υψηλάντη, συστατικά γράμματα.
Στην ιστορία έχει γραφεί ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, κήρυξε επίσημα την επανάσταση του ελληνικού γένους στο Ιάσιο (Γιάσι) της Ρουμανία, παλιά πρωτεύουσα της ηγεμονίας της Μολδαβίας. Και ακόμη ότι ο Φιλικός Παναγιώτης Καρατζάς στις 21 Μάρτη κάλεσε στα όπλα το λαό της Πάτρας, ο οποίος με αρχηγό τον Καρατζά την απελευθέρωσαν την άλλη μέρα. Αυτή είναι η πρώτη ένοπλη εξέγερση που έγινε στην Πάτρα και η πρώτη επαναστατική πράξη που έγινε στο Μοριά και σε όλη την Ελλάδα. Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους δεν αναφέρεται στο διάταγμα αυτό και ο τόπος από τον οποίο ξεκίνησε η Επανάσταση ούτε και το πρόσωπο που την κήρυξε. Συνεπώς στο οθωνικό διάταγμα δεν τεκμηριώνεται η ιστορική αλήθεια της έναρξης της Επανάστασης στις 25 Μάρτη, όταν μάλιστα η ανεύρεση της ιστορικής αλήθειας, σ' όλους τους αιώνες της ιστοριογραφίας, είναι το αίτημα όλων των ερευνητών της ιστορικής ζωής, γιατί η ιστορία γράφει μόνο τα γεγονότα εκείνα των οποίων η αλήθεια έχει τεκμηριωθεί. Ετσι το οθωνικό διάταγμα, από το οποίο αφαιρέθηκε η ιστορική αλήθεια, είναι ένα κατασκευασμένο αφήγημα της αυθαιρεσίας και της αυταρχικότητας του Βαυαρού μονάρχη και της υποτακτικής του κυβέρνησης το οποίο παραχάραξε το Εικοσιένα. Το Εικοσιένα, που έγραψε ο ελληνικός λαός με ποτάμια αίματος και αλογάριαστες θυσίες, που ανέστησε το ελληνικό γένος και γκρέμισε τελικά κι αυτή την φοβερή αδίστακτη Ιερά Συμμαχία που βάλθηκε να καταπνίξει την Ελληνική Επανάσταση γιατί έβλεπε σ' αυτήν τον πυροδότη απελευθερωτικών κινημάτων στην Ευρώπη και αλλού.
Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας
Μην κατακρίνετε χωρίς να διαβάσετε, κι αφού
διαβάσετε σκεφθήτε. Αλλά μη σκεφθήτε με το
πνεύμα σας προκαταλημμένο. Η προκατάληψή σας,
θα βλάψη περισσότερο εσάς παρά εμένα.
ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ
Το οθωνικό διάταγμα, με το οποίο ορίστηκε αυθαίρετα η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του Εικοσιένα στις 25 Μάρτη, αργότερα, μετά από χρόνια, το συμπλήρωσαν τόσο η κληρική παράδοση, όσο και η λόγια παράδοση των προκρίτων και ολοκλήρωσαν έτσι την πλαστογράφιση του Εικοσιένα. Αυτές τοποθέτησαν την επανάσταση στη μονή της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων και επέλεξαν τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στη μονή αυτή, στις 25 Μάρτη. Αυτό είναι ένα ιστορικό ψέμα, που έγινε θρύλος. Γιατί είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι η Επανάσταση άρχισε πριν τις 25 Μάρτη και ότι ο Π.Π. Γερμανός δε σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας στις 25 Μάρτη, γιατί την ημέρα αυτή δε βρισκόταν στην Αγία Λαύρα, αλλά στα Νεζερά (Αίγιο) της Αχαΐας, όπως ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύματά του. Αλλά και τα τεκμήρια που υπάρχουν διαψεύδουν το θρύλο αυτό, καθώς και οι ιστορικοί της εποχής εκείνης Σ. Τρικούπης, Ι. Φιλήμων, G. Finlay στους οποίους θα αναφερθούμε παρακάτω.
Το πλάσιμο του θρύλου αυτού έχει την αφορμή του στο εορτασμό της Εθνικής Γιορτής στις 25 Μάρτη, που αυθαίρετα ορίστηκε από το οθωνικό διάταγμα στις 15.3.1838. Κατά τους ιστορικούς της εποχής εκείνης έχει την αφετηρία του στη μετάβαση των δύο Επισκόπων Παλιών Πατρών Γερμανού και Κερνίτσης Προκόπιου μαζί με τους προεστούς της Αχαΐας, από τα Καλάβρυτα στη Μονή της Αγίας Λαύρας στις 10.3.1821, που έγινε αποκλειστικά και μόνο για την ασφάλειά τους, να κρυφτούν για να μη συλληφθούν από τους Τούρκους. Ομως, ύστερα από 19 χρόνια, πρόκριτοι και αρχιερείς διαστρέβλωσαν τους πραγματικούς λόγους της μετάβασης αυτής και παραποίησαν την αλήθειά τους. Απέδοσαν την άφιξη του Γερμανού και των άλλων, στις 10.3.1821, στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, στην κήρυξη της Επανάστασης και έπλασαν το μύθο της ύψωσης της σημαίας της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας από τον Π.Π. Γερμανό στις 25 Μάρτη. Κίνητρο του μύθου αυτού ήταν να περιβληθούν αυτές οι κοινωνικές ομάδες, οι προεστοί και το ανώτερο ιερατείο, με την τιμή ότι αυτές είχαν αρχίσει τον Αγώνα και είχαν πρωτοστατήσει σ' αυτόν, και να αρπάξουν έτσι τη δόξα από τους πραγματικούς αγωνιστές και δημιουργούς του Εικοσιένα και της Εθνικής Παλιγγενεσίας, ενώ αυτές οι ομάδες ήταν απούσες από την Επανάσταση και αντέδρασαν έντονα και επικίνδυνα στην προετοιμασία της Επανάστασης και την κήρυξή της. Ετσι ολοκλήρωσαν την πλαστογράφηση της Επανάστασης του Εικοσιένα, καλύπτοντάς την, για πολιτική και κοινωνική σκοπιμότητα, με θρησκευτικό μανδύα. Ιερή η ημέρα 25 Μάρτη που ξεκίνησε η Επανάσταση, η εορτή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ιερός ο τόπος από τον οποίο ξεκίνησε, η μονή της Αγίας Λαύρας. Και ιερό το χέρι που ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, αυτό του επισκόπου Παλαιών Πατρών Γερμανού.
Διάδοση και χάλκευση του θρύλου
Ο θρύλος της μονής της Αγίας Λαύρας δεν πρέπει να είχε κυκλοφορήσει πριν από την έκδοση του οθωνικού διατάγματος στις 15.3.1838. Και αυτό γιατί οι αδίστακτοι συντάκτες του θα τολμούσαν να θεωρήσουν στο διάταγμά τους το θρύλο αυτό ως ιστορικό γεγονός, όπως τόλμησαν και πλαστογράφησαν την ημέρα έναρξης της Επανάστασης του Εικοσιένα.
Σύνταγμα, κατά την οθωνική τυραννία, δεν υπήρχε, που θα εγγυόταν τις ελευθερίες του ελληνικού λαού. Κι αυτοί, με την αλαζονεία της δύναμής τους, ήταν ασύδοτοι και κυνικοί στη λήψη των αυταρχικών αποφάσεών τους με έκδοση βασιλικών διαταγμάτων. Οι αγωνιστές του Εικοσιένα ήταν σε εξοντωτικό διωγμό. Ποιοι και σε ποιον να διαμαρτυρηθούν για το ανοσιούργημα της πλαστογράφησης του Εικοσιένα με την οθωνική τρομοκρατία;
To 1840 ο θρύλος αυτός κυκλοφόρησε, αλλά δεν είχε ελεγχθεί, κατά τον ιστορικό Ι. Φιλήμονα.
Η διάδοση του θρύλου αυτού βοηθήθηκε από τη ζωγραφική του Θ. Βρυζάκη (1814 - 1878) «Υψωσις της σημαίας της Επαναστάσεως εις την Αγίαν Λαύραν», που είναι φανταστική και φιλοτεχνήθηκε το 1851.
Ο θρύλος διαδόθηκε πλατιά ύστερα από το 1854.
Αυτοί που έχουν πολιτικοκοινωνικά συμφέροντα προωθούν το χαλκευμένο αυτό θρύλο και τον επιβάλλουν ως αλήθεια ιστορική, ως ιστορικό γεγονός, αν και γνωρίζουν την τεκμηριωμένη αναλήθειά του, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που διαθέτουν: Ζωγραφική, ποίηση, σχολική παιδεία, Τύπο, θρησκευτικές λειτουργίες, τηλεοπτικές παρουσιάσεις και συνεντεύξεις με αξιωματούχους της πολιτείας, εθνικές γιορτές και πανηγύρια.
Ακόμη και μερικοί ιστορικοί, που δε στάθηκαν στο ύψος του τίτλου του ιστορικού, που το αίτημά του είναι η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, με το χρέος να την αποκαλύψουν και να την προβάλουν, μπήκαν στο λούκι της οργανωμένης, με ευρύ δίκτυο, παραχάραξης του Εικοσιένα. Αυτοί αποσιώπησαν ή παραποίησαν τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές, που διαψεύδουν το θρύλο της Αγ. Λαύρας και τον παρουσίασαν σε σχολικά βιβλία, σε ιστορίες, εγκυκλοπαίδειες και άρθρα τους, ως αλήθεια ιστορική. Ενώ το χρέος τους προς την ιστορική αλήθεια, εάν ήταν άξιοι του τίτλου του ιστορικού, είναι να φέρουν στο φως τις ιστορικές πηγές, που διαψεύδουν τεκμηριωμένα το θρύλο αυτό και να πρωτοστατήσουν για την αποβολή του από την ιστορία. Προέχει η ιστορική αλήθεια και όχι τα συμφέροντα των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που διακινούν και συντηρούν το θρύλο αυτό, ούτε και αν θιγεί το κύρος της εκκλησίας με την αποβολή του θρύλου αυτού από την ιστορία. Γιατί, η ιστορική αλήθεια συμβάλλει στην καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης, της ορθής αντίληψης για την κοινωνική πραγματικότητα και της ορθής κρίσης για τα πολιτικά πράγματα που συμβαίνουν και εξελίσσονται γύρω μας και τα οποία βιώνουμε, ώστε η ορθότητα της κρίσης αυτών να διαμορφώνει σωστά τις πολιτικές μας και κοινωνικές μας πεποιθήσεις, για την ωφέλεια όλου του λαού και του έθνους.
Χειροπιαστό δείγμα της πλαστογράφησης του Αγώνα της Παλιγγενεσίας αποτελεί η βέβηλη παρέμβαση στο βιβλίο Β. Κρεμμυδά «Νεώτερη και Σύγχρονη Ιστορία, για την Γ' Γυμνασίου» έκδοσης 1985, σελ. 186 - 187, όπου έχει προστεθεί, μέσα σε εισαγωγικά, η ακόλουθη παράγραφος: «Προηγουμένως, από τις 21 Μαρτίου, είχε αρχίσει η πολιορκία των Τούρκων στο φρούριο των Καλαβρύτων... το γεγονός αυτό συνδυάστηκε αργότερα με την Αγία Λαύρα και την ύψωση εκεί της σημαίας της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό». Η παράγραφος αυτή, που υπαινίσσεται το ανύπαρκτο γεγονός της Αγίας Λαύρας, δεν ανήκε στην αρχική μορφή της συγγραφής, στην επιστημονική αντίληψη του συγγραφέα.
Επίσης, ο ιστορικός Δ. Κόκκινος, στην «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Ι», σελ. 174 - 175, παραμορφώνει την αλήθεια του λόγου της διασκόρπισης των δύο επισκόπων και προεστών της Αχαΐας από την Αγία Λαύρα, με την ψευδή ιστορική αφήγηση της ακόλουθης σύνθεσης: «Απεφάσισαν να διασκορπιστούν και να κάνουν στρατολογίαν και να περιμένουν... η Επανάστασις είχε αποφασισθή». Την αφήγηση, όμως, αυτή την διαψεύδει ο ίδιος ο Π.Π. Γερμανός στα Απομνημονεύματά του, γράφοντας σ' αυτά: «... αλλά ως πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις ασφαλή μέρη...». Τη διαψεύδει επίσης και ο Finlay. Ετσι αυτή η ιστορική αφήγηση του Κόκκινου, από την οποία έχει αφαιρεθεί η ιστορική αλήθεια, είναι διήγημα με λόγια κενά και χωρίς ουσία, όπως λέει ο ιστορικός Πολύβιος (204 - 122 π.Χ.). «Της αληθείας αναιρεθείσης το λειπόμενο ανωφελές γίνεται διήγημα», επιπλέον βλάπτει το λαό και το έθνος.
Ακόμη στο λούκι της παραχάραξης του Εικοσιένα μπήκαν και οι συγγραφείς της εγκυκλοπαίδειας «ΝΕΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ», έκδοσης 1972, με την παράθεση στον τόμο 3, σελ. 960, της αφήγησης: «Οταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821 βρισκόταν (ο Γερμανός) στη μονή της Αγ. Λαύρας, όπου ευλόγισε τους επαναστάτες (23 Μαρτίου) και, σα λάβαρο, ύψωσε το παραπέτασμα της ωραίας Πύλης του εκεί ναού. Στις 25 Μαρτίου ξαναγύρισε στην Αγ. Λαύρα κι ευλόγησε πάλι τους επαναστάτες οι οποίοι εξόρμησαν κατά των Τούρκων, που ήταν στα Καλάβρυτα. Η μέρα εκείνη θεωρείται σαν επίσημη επέτειος της ενάρξεως του Αγώνα». Το αφήγημα αυτό είναι ένας κακοφτιαγμένος και μπερδεμένος μύθος, με προσπάθεια συγκινησιακής περιβολής για την κάλυψη της αναλήθειας του γεγονότος της Αγ. Λαύρας. Και αποτελεί μύθο, γιατί τις μέρες αυτές ο Γερμανός δε βρισκόταν στην Αγ. Λαύρα, αλλά στα Νεζερά, όπως ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του. Αλλά και γιατί οι συγγραφείς του αφηγήματος αυτού δεν τεκμηριώνουν την ιστορική αλήθειά του με την παράθεση της επαναστατικής προκήρυξης που έπρεπε ο Γερμανός να συνοδεύει την επαναστατική του πράξη, την ύψωση της σημαίας της Εθνεγερσίας. Οι συγγραφείς όμως αυτοί ως προοδευτικοί καθηγητές Πανεπιστημίων, που αγωνίστηκαν και διώχτηκαν για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας, καθώς και του μονοτονικού συστήματος και ως αριστείς της ελληνικής επιστήμης, της διανόησης, της Παιδείας και της λογοτεχνίας, αποκτούν την εμπιστοσύνη του αναγνωστικού τους κοινού και εύκολα αποδέχεται το ανύπαρκτο γεγονός της Αγ. Λαύρας, χωρίς την έρευνα της αλήθειάς του από τις πηγές, και το συνηθίζει στην αποδοχή των καθιερωμένων, όπως λέει ο Θουκιδίδης: «Αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα έτοιμα μάλλον τρέπεται». Ωφειλαν, όμως, ως εκπαιδευτικοί και πνευματικοί ταγοί με τόλμη να προβάλουν τις πηγές που διαψεύδουν το θρύλο αυτό και να αγωνιστούν να τον αποβάλουν από την ιστορία. Γιατί ο σεβασμός της ιστορικής αλήθειας είναι υποχρέωση επιστημονική, αφού ο λόγος ύπαρξης της επιστήμης είναι η αναζήτηση και η ανεύρεση της αλήθειας. Είναι ακόμη υποχρέωση εκπαιδευτική, κοινωνική και πολιτική.
Είναι εκπαιδευτική υποχρέωση η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας με τη βάσανο των πηγών, η προβολή της, η μετάδοσή της και η υπεράσπισή της. Γιατί ένα εκπαιδευτικό σύστημα δικαιώνεται ότι επιδιώκει την Αγωγή των πολιτών, μόνο όταν μεταδίδει μερικές αξίες, με θεμελιακή αξία του σεβασμού της αλήθειας σε όλους τους τομείς της επιστήμης και της ζωής, κοινωνικής και πολιτικής. Και η μετάδοση των αξιών αυτών αποτελεί τον κύριο σκοπό της εκπαιδευτικής προσπάθειας, με το να καλλιεργεί την κριτική σκέψη των νέων και το ερευνητικό πνεύμα τους, αναδεικνύοντας τη δύναμη της λογικής του ανθρώπου για την ανάπλαση της κοινωνίας, με την αμείλικτη κριτική όλων εκείνων που συνιστούν την πολιτική και κοινωνική οργάνωσή της. Να τους οδηγεί στην κοινωνικότητα, να αναπτύσσει τις ικανότητές τους και να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητά τους. Αυτές οι αξίες συγκροτούν τη νοοτροπία του ατόμου, τον τρόπο δηλαδή σκέψης του, που το προσανατολίζουν στη ζωή της εργασίας και της δράσης, με ελεύθερο φρόνημα, ικανό κάθε στιγμή να εκτιμάει τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου.
Η διαρκής αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας είναι κοινωνική και πολιτική υποχρέωση. Γιατί, η σωστή πληροφόρηση για γεγονότα που επηρέασαν τη ζωή μιας κοινωνίας (πότε, πού, πώς, από ποιες κοινωνικές ομάδες και με ποια κίνητρα διαπράχτηκαν τα γεγονότα αυτά) διαμορφώνει και σωστή κοινωνική συνείδηση και σωστή πολιτική κρίση, όταν βέβαια η πολιτική κρίση δεν επηρεάζεται από απώτερα συμφέροντα.
Οταν, όμως, κοινωνικοπολιτικές ομάδες διαπαιδαγωγούν το νέο άνθρωπο με ιστορικές ανακρίβειες, του διαμορφώνουν πλανημένη την αντίληψη και την κρίση του για όσα έχουν συμβεί και για όσα συμβαίνουν στην κοινωνία που τον περιβάλλει. Σκοπός της πλαστογράφησης και διαστρέβλωσης της ιστορικής αλήθειας, από τις ομάδες αυτές, είναι ο φενακισμός της συνείδησης του πολίτη, με την προβολή τους για (δήθεν) πράξεις τους εθνικής σημασίας και επωφελείς στο κοινωνικό σύνολο, αλλά και με τη συκοφάντηση των αντιπάλων τους. Γιατί ο πολίτης με φενακισμένη συνείδηση, δηλαδή ψευδή και πλανημένη, βλέπει με συμπάθεια, ευγνωμοσύνη και σεβασμό τις ομάδες αυτές, εξαπατημένος από τις δήθεν κοινωφελείς πράξεις τους και δείχνει απεριόριστη εμπιστοσύνη στη γνώμη τους, στα λεγόμενά τους και στις υποδείξεις τους, χωρίς την απαιτούμενη κριτική των πράξεών τους για τον έλεγχο της αλήθειάς τους. Αυτός ο σεβασμός όμως και η εμπιστοσύνη, ως ένα βαθμό, επηρεάζουν την πολιτική κρίση και τις πολιτικές αποφάσεις του πολίτη.
Οι κοινωνικοπολιτικές λοιπόν ομάδες, αρχιερείς, προεστοί, κοτσαμπάσηδες και οι διάδοχές τους, για να περιβληθούν με το φωτοστέφανο της δόξας, για την απελευθέρωση των σκλάβων Ελλήνων, από τον τουρκικό ζυγό, έπλασαν το θρύλο της Αγίας Λαύρας. Επειδή δεν υπήρχαν ιστορικές πηγές, που να τον επιβεβαιώνουν, έπλασαν αυτές οι ίδιες, ύστερα από πολλές δεκαετίες από το Εικοσιένα, δικές τους πλαστές πηγές. Μεθοδικά, οργανωμένα και επίμονα, και με το κύρος, την αίγλη, την επιρροή και τη δύναμη της εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας, επέβαλαν την καταγραφή του θρύλου της Αγίας Λαύρας, ως ιστορικού γεγονότος, σε σχολικά βιβλία ιστορίας, εγκυκλοπαίδειες, σε άρθρα στον Τύπο. Ετσι, οι κοινωνικοπολιτικές αυτές δυνάμεις πλαστογράφησαν την Επανάσταση του Εικοσιένα, στην οποία σύρθηκαν, όχι για την Ελευθερία, αλλά για την αρπαγή της εξουσίας από τους πραγματικούς δημιουργούς του Εικοσιένα και τη διαχείριση των οικονομικών του Αγώνα, αφού έχαναν, με την Επανάσταση, τη δοτή από τους Τούρκους εξουσία.
Διάψευση του θρύλου της Αγίας Λαύρας
Τίποτα πιο φανερό και πιο δυνατό από την Αλήθεια, όπως και τίποτα πιο αδύνατο από το ψέμμα όσο κι αν κρυφτεί μέσα στο τρίσβαθο σκοτάδι. Οποιος την Αλήθεια ζητάει, γυμνό βλέπει το πρόσωπό της, γιατί η Αλήθεια ούτε να κρύβεται αγαπά, ούτε κίνδυνο κανένα φοβάται, ούτε τρέμει στις επιβουλές.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Η Επανάσταση του Εικοσιένα τεκμηριωμένα πρωτοξεκίνησε πριν από τις 25 Μάρτη. Δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές για την επιβεβαίωση του θρύλου της Αγ. Λαύρας, ενώ υπάρχουν ιστορικές πηγές, όπως αναφέραμε, που τεκμηριωμένα το διαψεύδουν.
Η σύσκεψη στη Βοστίτσα (Αίγιο)
Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας, με αρχηγό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, στη σύσκεψη του Ισμαήλ της Βεσαραβίας στις 5 με 7 Οκτώβρη 1820, πήραν την απόφαση να στείλουν τον Παπαφλέσσα στο Μοριά, για να ανάψει την επαναστατική πυρκαγιά. Η φήμη του ερχομού του στο Μοριά, με σκοπό να οργανώσει το κίνημα, τρομοκράτησε τους αρχιερείς και κοτζαμπάσηδες, που αποφάσισαν να τον εμποδίσουν να πατήσει το πόδι του στο Μοριά, ακόμη και να τον δολοφονήσουν. Η κήρυξη της επανάστασης ήταν απειλή για συνέχιση της δοτής εξουσίας τους από τους Τούρκους, που επί 400 περίπου χρόνια σκλαβιάς τη θεωρούσαν πια ως κεκτημένο δικαίωμά τους. Και αυτοί είχαν πιο ψηλά τη δοτή εξουσία από την ελευθερία του υπόδουλου έθνους, που με τη συνέχιση της δουλείας οδηγείτο στην εξαφάνισή του. Και ο Παπαφλέσσας (1788 - 1825 ), που ήταν από την Πολιανή της Μεσσηνίας, και το όνομά του ήταν Γρηγόριος Δικαίος, τους ήξερε καλά, γι' αυτό και πήρε όλα τα μέτρα για την προφύλαξή του.
Μ' ένα καΐκι μια νύχτα του Φλεβάρη 1821 βγήκε στο Ανάπλι με άλλους τέσσερις αρματωμένους. Υστερα από δυο με τρεις μέρες κάλεσε τους προεστούς και δεσποτάδες σε σύσκεψη. Αρνήθηκαν. Ομως, τους ξανακάλεσε και πάλι, με το μήνυμα:
«Τώρα έχω μια μεγάλη αποστολή! Είμαι αποσταλμένος από την Αρχή, από την "Υπερτάτη εξουσία του Γένους" και σας προστάζω εξ ονόματός της να 'ρθητε ν' ακούσητε τι έχω εντολή να σας ανακοινώσω»16.
Η εντολή που είχε ήταν να πείσει τους προεστούς και αρχιερείς να δώσουν το σύνθημα της εξέγερσης.
Αυτοί ύστερα από διαφωνίες τους τελικά αποφάσισαν η διάσκεψη να γίνει στις 26 Γενάρη στη Βοστίτσα, στο σπίτι του Ανδρέα Λόντου. Σ' αυτό συνάχτηκαν οι προεστοί Ασημάκης Ζαΐμης, Ανδρέας Ζαΐμης, Σωτήρης Χαραλαμπόπουλος, Ασημάκης Φωτήλας, Πανάγος Δεληγιάννης, Γιάννης Παπαδόπουλος ή Μουρτογιάννης, Ανδρέας Λόντος, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και οι δεσποτάδες, ο Π. Πατρών Γερμανός, ο Κερνίκης Προκόπιος και ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, καθώς και ο Πρωτοσύγκελος Φραντζής. Σε λίγο φτάνουν οπλισμένοι ο Νικήτας Δικαίος, αδελφός του Παπαφλέσσα, και ο Δραγώνας. Και μετά ήρθε και ο Παπαφλέσσας. Τους δίνει το συστατικό γράμμα του Υψηλάντη, στο οποίο, ανάμεσα σε άλλα, έγραφε:
«Ο Δικαίος, είναι άλλος Εγώ»17.
Οι προεστοί ξαφνιάστηκαν. Και ο Παπαφλέσσας τους τόνισε πως εκεί που φτάσανε τα πράγματα αναβολή δε χωρεί. Εχουν προετοιμαστεί τα πάντα. Η επανάσταση στη Μολδαβία πάει καλά, ο Αλής αντιστέκεται στο Σουλτάνο και ο Χουρσίτ με το στρατό του δεν είναι στο Μοριά, αλλά στην Ηπειρο. Τα νησιά θα επαναστατήσουν και στη Ρούμελη, και στη Μακεδονία άρχισε το ντουφεκίδι. Και τα αναγκαία ψέματα ότι η Ρωσία στέλνει στόλο, στρατό και όπλα18.
Στη δεύτερη σύσκεψη ο Γερμανός, ανάμεσα σε άλλα, τον ρωτάει εάν είναι σύμφωνο όλο το έθνος ν' αρχίσει ο Αγώνας, εάν είναι βάσιμες οι υποσχέσεις ότι θα τους συντρέξει κάποια δύναμη, πώς θα αντιμετωπίσουν την κατάσταση αν οι Τούρκοι πάρουν είδηση το τι ετοιμάζεται. Ο Παπαφλέσσας του αποκρίνεται πως όλα τα πρόβλεψε η Αρχή. Και ο Σωτήρης Χαραλάμπης, με την ωμή ειλικρίνειά του, λέει:
«...Μα εμείς εδώ, αφού ξεκάνουμε τους Τούρκους, τι θ' απογίνουμε; Ποιον θα έχουμε ανώτερο; Ο ραγιάς, άμα πάρει άρματα, δεν θα μας ακούει πια. Και τότε θα πέσουμε στα χέρια εκείνων που δεν μπορούν να κρατήσουν πιρούνι να φάνε»19.
Ενώ τώρα, οι ακραιφνείς χριστιανοί ορθόδοξοι, έχουν για αφεντικά τους το μωαμεθανό Σουλτάνο και τους τοποτηρητές του, καϊμακάμηδες και πασάδες, και μαζί μ' αυτούς εξουσιάζουν και καταδυναστεύουν τους υπόδουλους Ελληνες, βάζοντας δεσμά στα δίκια τους και στη Λευτεριά τους, και επιδιώκοντας να τους κρατάνε υπάκουους στη θέλησή τους, ραγιάδες δηλαδή.
Στην τρίτη και τέταρτη σύσκεψη ο Π. Πατρών Γερμανός λέει στον Παπαφλέσσα, πως αφού συσκέφθηκαν, όλοι τους συμφωνούν και θεωρούν «τον καιρόν ουχ αρμόδιο να επαναστατήσει το Εθνος» και ότι αποφάσισαν να τον κλείσουν σε μοναστήρι. Και τον βρίζει με βαριές λέξεις και φράσεις, αποκαλώντας τον Παπαφλέσσα απατεώνα, εξωλέστατο και μικρό, όπως αναφέρει και στα απομνημονεύματά του:
«Ο δε Δικαίος, άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του Εθνους, διά να πλουτίση εκ των αρπαγών, τους εβεβαίωνεν, ότι τα πάντα είναι έτοιμα»20.
Και ο Παπαφλέσσας, μ' όλη τη δύναμη που του δίνουν οι ακατάβλητοι και συνεπείς αγώνες του, για το άνοιγμα του δρόμου της Επανάστασης, τους φωνάζει:
«Για ακούτε δω, η Επανάσταση είτε το θέτε, είτε όχι θα γίνει! Πάρτε το απόφαση. Αν εσείς γυρεύετε να την εμποδίσετε, εγώ πήρα προσταγή από την Αρχή να ξεσηκώσω τον κοσμάκη και να την κάνω. Και τότε όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι ας τον κόψουν!»21.
Αυτό τους τρόμαζε, το κόψιμό τους από τους Τούρκους. Αλλά και τι θα γίνουν χωρίς τους ραγιάδες, οι οποίοι με το Σηκωμό αρματωμένοι, απέβαλαν το όνομα του «ραγιά», του υπηκόου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σκλάβου, και ξαναπήραν το όνομά τους, «ο Ελληνας», ο Ελεύθερος.
Και την άλλη μέρα, ο Γερμανός και οι άλλοι στη Βοστίτσα συνεδρίασαν και ανάμεσα στις αποφάσεις που πήραν ήταν και αυτές οι δύο:
«1. Ο Δικαίος να αναχωρήση στα ίδια και να ησυχάση. 2. Η Πελοπόννησος να μην κινηθεί, μήτε και αφού έλθη ο προσδοκώμενος (Αλέξανδρος Υψηλάντης) πληρεξούσιος, αν δεν κινηθώσι προηγουμένως τα άλλα μέρη της Ελλάδος»22.
Και με την απόφασή τους αυτή, πως σε καμιά περίπτωση η Πελοπόννησος να μην εξεγερθεί, αν προηγουμένως δεν εξεγερθούν τα άλλα μέρη της Ελλάδας, ο Π. Πατρών Γερμανός, οι δυο δεσποτάδες και οι προεστοί της Αχαΐας διαψεύδουν και πάλι τους πλαστογράφους της Επανάστασης του Εικοσιένα, που με το θρύλο της Αγίας Λαύρας, που έπλασαν γύρω στα 1840, εμφανίζουν τον Π. Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα, περιστοιχισμένο από προεστούς.
Και με την αυθαίρετη και αντεθνική απόφασή τους, που πραγματοποίησαν και τόλμησαν να συλλάβουν και να κλείσουν στο μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου τον Αποσταλμένο της Αρχής του επαναστατημένου έθνους, για να επαναστατήσει το Μοριά, τον Παπαφλέσσα, φυλάκισαν την ίδια την Επανάσταση, επιδιώκοντας να την καταπνίξουν στα γεννοφάσκια της. Σχετικά με την αντίθεσή τους στην έναρξη της Επανάστασης, ο Βερναδάκης γράφει:
«Επί Τουρκοκρατίας οι προύχοντες ήσαν κάτοχοι ασφαλείς σχεδόν και ανενόχλητοι της αρχής. Συμμαχούντες μετά των αρχιερέων και κολακεύοντες τους Τούρκους, ουδένα διέτρεχον κίνδυνον περί της θέσεώς των»23.
Αυτοί που επί 400 περίπου χρόνια εξαγοράζουν τα προνόμια της δοτής εξουσίας, από τους Τούρκους, με το κήρυγμα της υποταγής των υπόδουλων Ελλήνων στην κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την άθλια επινόηση της φοβέρας της θεόδοτης δουλείας τους στους Τούρκους, προσπάθησαν να εμποδίσουν το αρχόμενο βλάστεμα του σπόρου της Λευτεριάς του εθνεγέρτη Ρήγα, την Επανάσταση. Γιατί αυτή τους ξέσχιζε τη δοτή τους εξουσία. Και έτσι συνέλαβαν τον Παπαφλέσσα, για να φιμώσουν το στόμα του, με την αδιάκοπη διδαχή της κήρυξης της Επανάστασης, ως υπέρτατου χρέους προς την πατρίδα και το Εθνος. Και ο Σωκράτης έθεσε την πατρίδα «...εν μείζονι μοίρα παρά θεοίς και παρά ανθρώποις τοις νουν έχουσιν».
Αλλά ο μόνος καημός και πόθος του Παπαφλέσσα, και πάνω από τη ζωή του, ήταν ο Αγώνας για το διπλό ξεσκλάβωμα των υπόδουλων Ελλήνων, από τους Τούρκους κατακτητές και τους συνεργάτες τους, τους κοτζαμπάσηδες και κληρικούς, όσοι από αυτούς δεν είχαν πατριωτική συνείδηση. Και έβαλε όλο του το είναι, και σπλάχνα και νεύρα και καρδιά και μυαλό να του δουλέψουν για το ιδανικό αυτό, μετατρεπόμενος έτσι σε ζωντανή δάδα του διαφωτισμού και μεταλαμπάδευσης της επανάστασης για να γίνει «ο μπουρλοτιέρης των ψυχών» για επαναστατική δράση. Ετσι άρχισε να μιλάει στους φύλακές του στο μοναστήρι, για τη μεγάλη αλήθεια της αδήριτης εθνικής ανάγκης, για τη χωρίς αναβολή κήρυξη της Επανάστασης, για τη σωτηρία και την ύπαρξη του Γένους. Ετσι βάζει μπουρλότο στις ψυχές τους και τον ελευθερώνουν για να ανοίξει το δρόμο της Επανάστασης για εθνική Λευτεριά, και μερικοί από τους φύλακές του τον βάδισαν μαζί του. Και ο Παπαφλέσσας, αυτή η ζωντανή επαναστατική δάδα, φωτίζει με τις φλόγες της Επανάστασης τον ουρανό της Μάνης, βάζοντας μπουρλότο στις ψυχές του λαού της και μετέτρεψε τη Μάνη σ' ένα απέραντο εργαστήρι επανάστασης, δουλεύοντας οι πατριώτες νυχθημερόν σ' αυτό.
Ευτυχώς και οι φύλακες του μοναστηριού ήταν αγνοί πατριώτες και ελευθέρωσαν τον Παπαφλέσσα, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, ο κίνδυνος να πνιγεί η Επανάσταση στο ξεκίνημά της ήταν μεγάλος, με απρόβλεπτες οδυνηρές συνέπειες για το λαό και το Εθνος.
Ολα αυτά τα συμβάντα στη διάσκεψη της Βοστίτσας, που έχουν γραφεί στις ιστορικές πηγές της εποχής εκείνης και τα επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Π. Πατρών Γερμανός στα απομνημονεύματά του, φανερώνουν την αλήθεια γυμνή και καταβαραθρώνουν συθέμελα το σαθρό οικοδόμημα του θρύλου της Αγίας Λαύρας. Γιατί όχι μόνο αποδεικνύουν ότι ο Γερμανός δεν σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα, περιστοιχισμένος από πρόκριτους, αλλά και τους αποδίδουν τη μομφή ότι ούτε καν συναίνεσαν στην πρόταση του Παπαφλέσσα για την κήρυξη της Επανάστασης στο Μοριά, όταν αυτή είχε ξεκινήσει στη Μολδαβία και ακόμα ότι για να ματαιώσουν την κήρυξη της Επανάστασης, τόλμησαν να παραβιάσουν τη θέληση του επαναστατημένου έθνους και να συλλάβουν με την αντεθνική ενέργειά τους «τον άλλο εγώ» του Αλ. Υψηλάντη, την κινητήρια δύναμη της Επανάστασης στο Μοριά, τον Παπαφλέσσα.
Το σύρσιμο στην Επανάσταση
Η άρνηση των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων της Αχαΐας να πάρουν τα άρματα, καλώντας όλο το λαό στα όπλα, έθλιβε τον Παπαφλέσσα, όμως δεν τον αποθάρρυνε και δεν τον λύγισε. Προέχει η μεγάλη εθνική υπόθεση, ο Σηκωμός, η Ανάσταση του Γένους. Θα ζητήσει τη μεγάλη βοήθεια από το λαό. Αδήριτη όμως είναι η ανάγκη της επιστράτευσης στον τιτάνιο Αγώνα και των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων, παρόλο που βολεμένοι με τη δοτή εξουσία δεν τους άγγιζε ο πόθος και ο καημός της λύτρωσης από τη σκλαβιά του αλυσοδεμένου έθνους. Οι Τούρκοι, για τη διαιώνιση της δουλείας, έδωσαν σ' αυτούς εξουσία πάνω στους ομογενείς τους, με την οποία απέκτησαν δύναμη, πλούτη, όνομα, αίγλη, κύρος και με την υπεροχή αυτή απέκτησαν επιρροή και εξουσιαστικόν αέρα πάνω στους υπόδουλους Ελληνες. Ενώ αυτοί με τις αλυσίδες της σκλαβιάς να βροντολογούν στα πόδια τους και να τους ματώνουν, εξουθενωμένοι από την πείνα, τις στερήσεις, τους εξευτελισμούς, με τη συστηματική καλλιέργεια της υποταγής τους, με τη θεόδοτη δουλεία τους στους Τούρκους, αλλά και βυθισμένοι μέσα στα σκοτάδια της αμάθειας, της προκατάληψης και της θρησκοληψίας, πολλοί απ' αυτούς έχασαν την εμπιστοσύνη τους στον εαυτό τους, στη δύναμη του μυαλού τους, στις ικανότητες τους, και τους δημιουργήθηκε το αίσθημα κατωτερότητας και της ατολμίας για το πάρσιμο πρωτοβουλιών και μεγάλων αποφάσεων που αφορούν την ύπαρξή τους και αυτή του έθνους. Μέσα όμως στις φλόγες της Επανάστασης φανέρωσαν πρωτόφαντες ικανότητες με προνομιακή ευφυία. Επρεπε λοιπόν οι κοτζαμπάσηδες και οι αρχιερείς με τον ουσιαστικό αέρα που είχαν και την επιρροή που ασκούσαν επάνω στις λαϊκές μάζες και φάνταζαν έτσι με δυνάμεις και ικανότητες, για τη μεγάλη εθνική υπόθεση, το Σηκωμό, να πάρουν και αυτοί τα όπλα και να δώσουν το σύνθημα της εξέγερσης. Οι υπόδουλοι θα τους ακολουθούσαν και θα έπαιρναν και αυτοί τα όπλα. Ο Κορδάτος λέει πως εκείνο τον καιρό, οι λαϊκές μάζες για να πάρουν τα όπλα έπρεπε να μπουν επικεφαλής οι προύχοντες και ο ανώτερος κλήρος24. Και αν στο Μοριά και αλλού δεν μπαίνανε επικεφαλής δε θα άρχιζε το ντουφεκίδι. Και αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο Παπαφλέσσας.
Για να εξουδετερώσει τις αντιδράσεις τους έπρεπε να πει πολλά ψέματα, ώστε να τους πείσει ν' αρματωθούν, ότι πίσω από τη Φιλική Εταιρεία ήταν η αυλή του Τσάρου, ότι η Ρωσία θα τους συνέτρεχε με όπλα, με στρατό και στόλο και άλλα. Ετσι, κατάφερε να πείσει αρκετούς κοτζαμπάσηδες και κληρικούς να πάρουν τα όπλα. Κατάφερε με ψέματα και αλήθειες τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη της Μάνης να ξεσηκώσει τους Μανιάτες, λέγοντάς του ότι ο αντιπρόσωπος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, Αλέξανδρος Υψηλάντης, θα τον κάνει άρχοντα όλου του Μοριά. Ετσι στις 23 Μάρτη κήρυξε στη Μάνη την επανάσταση και με ένοπλους Μανιάτες, με όπλα που είχε στείλει ο Παπαφλέσσας από τη Σμύρνη, ελευθέρωσαν την Καλαμάτα25. Και οι ανένδοτοι στην κήρυξη της επανάστασης θα σερνόντουσαν σ' αυτήν όταν θα άρχιζε το ντουφεκίδι, εκτός και εάν έπαιζαν φανερά το ρόλο του προδότη και πολεμούσαν στο πλευρό των Τούρκων, εναντίον των επαναστατημένων Ελλήνων.
Χαρακτηριστική είναι η ομολογία, στο σύρσιμο της επανάστασης για να σωθούν, του Ασημάκη Φωτήλα, ο οποίος στα Καλάβρυτα, όπου συνάχθηκαν ο Π. Πατρών Γερμανός και οι προεστοί της Αχαΐας και αποφάσισαν να μην πάνε στην Τριπολιτσά, για να μην τους σφάξει ο Καϊμακάμης, ξεκάθαρα τους είπε:
«Ο,τι πέρναγε από το χέρι μας κάναμε για να μακρύνουμε τον καιρό. Απ' εδώ και πέρας οι Τούρκοι, όσα κι αν τους πούμε δεν θα μας πιστέψουν. Δεν μας απομένει άλλο, για να σώσουμε τα κεφάλια μας, παρά να πιάσουμε τ' άρματα»26.
Και ο Παπαφλέσσας δικαιώθηκε, όταν στη σύσκεψη της Βοστίτσας, για να εξαναγκάσει τους κοτζαμπάσηδες και δεσποτάδες να πάρουν τ' άρματα, τους φώναξε πως όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι ας τον σφάξουν. Και ο Φιλήμονας έτσι γράφει αυτή την αλήθεια:
****
«Βρέθηκαν στην αναπόφυγη ανάγκη της προτιμήσεως ενός εκ των δύο, ή της ακινησίας και της βεβαίας σφαγής, ή του πολέμου και της ελπιστέας σωτηρίας»26.
Και αυτοί, κοτζαμπάσηδες και δεσποτάδες, που πήγαν στην Τριπολιτσά, για να μην πάρουν τ' άρματα, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.
Και ο Σουλτάνος στις 10.4.1821 κρέμασε τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄, τον αθώο από τη συκοφαντία του Μητροπολίτη Πισιδίας Ευγένιου, ότι ήταν δήθεν αρχηγός της Επανάστασης, αλλά και από άλλες κατηγορίες Φαναριωτών. Και δεν λογάριασε τον αφορισμό της επανάστασης που έκανε ο Γρηγόριος Ε΄ μαζί με τους δύο άλλους αρχιεπισκόπους, τους επισκόπους και τους μητροπολίτες, που έβλαψε την επανάσταση και παραλίγο να σβήσει κάθε επαναστατική φλόγα. Οταν μάλιστα στον αφορισμό αυτό εκφράζει όλα τα αντιδραστικά και αντεθνικά του φρονήματα και δουλικά υμνολογεί την ευεργέτιδα, κραταιά και αήττητη βασιλεία του, την τεταγμένη από το Θεό. Και όταν αφορίζει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, όπως και τον Μιχαήλ Βόδα, γιατί αντιστάθηκε στη διαταγή αυτή του Θεού, της δοσμένης σ' εμάς κραταιάς βασιλείας των Τούρκων και κήρυξε την Επανάσταση για την ελευθερία του γένους. Και την εθνική αυτή ενέργεια, την κήρυξη της επανάστασης, τη στηλιτεύει ως στρεφόμενη κατά του Θεού, ως ανοίκεια, που δεν ταιριάζει στο ραγιαδικό χαρακτήρα, δηλαδή στη θεόθεν υποτέλεια των Ελλήνων στους Τούρκους. Και γι' αυτόν τον γενικό συνοδικό της φρίκης αφορισμό, που υπογράφτηκε επί του ιερού θυσιαστηρίου από τους δύο πατριάρχες, τον Γρηγόριο Ε΄ της Κωνσταντινουπόλεως και τον Πολύκαρπο των Ιεροσολύμων, καθώς και από είκοσι ένα δεσποτάδες, ο Φιλήμονας γράφει:
«Αποστρέφει το πρόσωπον αυτής η θεία και ανθρώπινη δικαιοσύνη»27.
Επειδή πολλοί προεστοί και δεσποτάδες πήγαιναν στην Τριπολιτσά, ο Παπαφλέσσας για να τους σταματήσει και να προλάβει και άλλες προδοσίες, οπότε οι Τούρκοι θα έπαιρναν τα μέτρα τους και θα εξαπέλυαν τη στυγνή τρομοκρατία τους, έβαλε τον φιλικό Παν. Σουλιώτη ν' ανοίξει την επαναστατική αυλαία, για να συρθούν στην Επανάσταση όσοι απ' αυτούς δεν ήταν τελείως χαλασμένοι και προτιμήσουν την προδοσία πολεμώντας στο πλευρό των Τούρκων κατά των ομογενών τους. Ετσι στις 15 Μάρτη, ο Σουλιώτης με τον Πετμεζά χτύπησαν στο Αγρίδι τρεις γυφτοχαρατζήδες και τρεις ταχυδρόμους που πήγαιναν γράμματα στον Χουρσίτ, που πολιορκούσε τον Αλή Πασά στα Γιάννενα. Και την άλλη μέρα χτύπησαν άλλους εφτά Τούρκους στα Χάσια. Ετσι οι Καλαβριτινοί προύχοντες σύρθηκαν στην Επανάσταση και πήραν τα όπλα. Ο Χαραλάμπης και οι Πετμεζαίοι κατέβηκαν στα Καλάβρυτα, με οπλισμένους, και χτύπησαν τους Τούρκους και τους υποχρέωσαν να παραδοθούν28. Τα επεισόδια αυτά έγιναν γνωστά στην Πάτρα στις 20 Μάρτη και ο Π. Καρατζάς στις 21 Μάρτη κάλεσε το λαό της Πάτρας στα όπλα και η επανάσταση άρχισε. Τον λόγο πια έχουν τα όπλα. Και στις 23 Μάρτη ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης κήρυξε την Επανάσταση στη Μάνη.
Η τριπλή πλαστογράφηση του Εικοσιένα
Με το θρύλο της Αγίας Λαύρας, ο οποίος εμφανίζει τον Π. Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης του Εικοσιένα, στη μονή της Αγίας Λαύρας, περιτυλίχτηκε ασφυκτικά το Εικοσιένα με τον αποπνικτικό θρησκευτικό μανδύα και τα δεσμά της προκατάληψης και πλαστογραφήθηκε τριπλά η ιστορική αλήθεια:
-- Ως προς τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε η Επανάσταση: Επιλέχτηκε ιερός, η μονή της Αγίας Λαύρας.
-- Ως προς το πρόσωπο που την κήρυξε: Ορίστηκε το ιερό πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Π. Πατρών Γερμανού.
-- Ως προς την ημερομηνία που άρχισε η Επανάσταση: Ορίστηκε και αυτή ιερή, η ημέρα της γιορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η 25η Μάρτη.
Ετσι με το θρύλο αυτό οι πλάστες του, προύχοντες και αρχιερείς, παρουσιάζουν την ελληνική Επανάσταση, όχι ως επαναστατικό έργο των αγωνιστών του Εικοσιένα, αλλά ως θέλημα Θεού, που όρισε τον Π. Πατρών Γερμανό για την κήρυξη της Επανάστασης και έταξε τη Θεοτόκο ως υπέρμαχο στρατηγό της, οπότε οι επαναστατικοί αγώνες των φιλικών, των Υψηλάντηδων, του Π. Καρατζά, Κολοκοτρώνη, Σουλιώτη, Αριστείδη Παπά, Αντώνη Οικονόμου, Λυκούργου Λογοθέτη και τόσων άλλων ισάξιων αγωνιστών, αποκτούν επικουρική σημασία.
Και παρουσιάζουν την ελληνική Επανάσταση ως θέλημα Θεού, όταν το Ιερατείο, σε όλα τα χρόνια της δουλείας, από τον Γεννάδιο Α΄ το Σχολάριο έως τον Γρηγόριο Ε΄, αποκαλούσε θεόδοτη τη δουλεία στους Τούρκους και αδιαλείπτως την κήρυττε, ώστε να γίνει συνείδηση όλων των υπόδουλων ότι:
«Η αντίσταση εναντίον των Τούρκων είναι αντίσταση κατά του Θεού»
Γι' αυτό, το ιερατείο, σε αγαστή συνεργασία με τους προεστούς, με την απειλή αυτήν προσπαθούσε να αποτρέψει την Επανάσταση και να σβήσει κάθε επαναστατική φλόγα. Ο Γρηγόριος Ε΄ καταδίωξε τον εθνεγέρτη Ρήγα και έκαψε τα συγγράμματά του και το Θούριό του, ώστε να μην απλωθεί το κήρυγμά του στο λαό και στα ελληνικά χώματα και να μείνει χωρίς κήρυκες. Αφόρισε δυο φορές τους Σουλιώτες. Απαγόρευσε τη διδασκαλία των Ανώτερων Μαθηματικών και της Φυσικής, που αναπτύσσουν τη λογική και οργανώνουν τη σκέψη, η οποία αναταράζει κάθε βαθύ σκοτάδι και γίνεται επικίνδυνο μαχαίρι για τη συνέχιση της δουλείας. Και στις 23 Μάρτη 1821, τόλμησε να κάνει τον αποτρόπαιο και ειδεχθή αφορισμό, που έκοψε την ανάσα όλων των υπόδουλων και μέχρι σήμερα την κόβει.
Παραπομπές
-
(16, σελ. 177), (17, σελ. 175), (24, σελ. 33), (25, σελ. 190), (28, σελ. 184), ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ: τόμ. Χ Γ. Κορδάτου
-
(18, σελ. 16 και 30), (19, σελ. 16), (20, σελ. 16), (21, σελ. 17), (22, σελ. 17), (26, σελ. 26), (27, σελ. 402), Η Επανάσταση του '21, τόμ. ΙΙ Δημ. Φωτιάδη
Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας και η ιστορική αλήθεια
Χάλκευση του θρύλου
Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας πλάστηκε γύρω στα 1840 από τις κοινωνικοπολιτικές ομάδες των προκρίτων και αρχιερέων, που εμφανίζουν τον Π. Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας στις 25 Μάρτη, περιστοιχισμένος από προκρίτους, παραποιώντας τα συμβάντα αρχές Μάρτη 1821, που σχετίζονται με τον Π. Πατρών Γερμανό και τους προκρίτους της Αχαΐας, οι οποίοι από τα Καλάβρυτα πήγαν στην Αγία Λαύρα για να μη συλληφθούν από τους Τούρκους και να σωθούν και όχι για να κηρύξουν την Επανάσταση.
Με το θρύλο αυτό, αυτές οι ομάδες και οι διάδοχές τους προβάλλονται ότι είχαν αυτές την πρωτοβουλία της κήρυξης της εθνοσωτήριας και εθνοδόξαστης Επανάστασης του Εικοσιένα, για κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους, με βέβηλα συμφέροντα. Συστηματικά και μεθοδευμένα προώθησαν το θρύλο, με όλα τα μέσα που διέθεταν, ζωγραφική, ποίηση, εθνικές γιορτές, με ομιλίες και πανηγυρικούς λόγους, σε σχολεία και αλλού, συνεντεύξεις, διαλέξεις και θρησκευτικές λειτουργίες.
Επειδή δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές που να επιβεβαιώνουν το θρύλο αυτό ως ιστορικό γεγονός, ενώ υπάρχουν πηγές της εποχής εκείνης που τον διαψεύδουν άμεσα και έμμεσα, αυτές οι ομάδες, ύστερα από πολλές δεκαετίες, από το Εικοσιένα, κατάφεραν οι ίδιες να κατασκευάσουν δικές τους πηγές για να τις επικαλούνται ως αποδεικτικά στοιχεία για την αλήθεια του θρύλου αυτού. Οι ομάδες αυτές, με τη δύναμη της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας και έτσι με το κύρος, την αίγλη, την επιβολή και την επιρροή που ασκούν πάνω στο λαό, και με μεθοδευμένες πιέσεις, έβαλαν στο λούκι της παραχάραξης της Ιστορίας μας ιστορικούς, ακόμη και μερικούς με τη φήμη του προοδευτικού, αντικειμενικού και αμερόληπτου ιστορικού. Και οι ιστορικοί αυτοί, που δε στάθηκαν στο ύψος του ονόματος του ιστορικού που η αποστολή του και το εθνικό χρέος του είναι η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, με την υποχρέωση να τη φέρει στο φως και να την επιβάλει, μπήκαν στο λούκι της οργανωμένης και με ευρύ δίκτυο παραχάραξης του Εικοσιένα. Παρουσίασαν στα αφηγήματά τους ως ιστορικό γεγονός το θρύλο αυτόν, αποσιωπώντας ή παραποιώντας τις ιστορικές πηγές που τον διαψεύδουν, και χωρίς την αναφορά σε ιστορικές πηγές για την απόδειξη της αλήθειας του, με κενά, αοριστολογίες και μπερδέματα πάνε να καλύψουν την αναλήθειά του.
Να μερικά δείγματα συνειδητής παραχάραξης του Αγώνα της Παλιγγενεσίας:
α) Στο βιβλίο του Β. Κρεμμυδά «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία» για τη Γ΄ τάξη Γυμνασίου, β΄ έκδοσης 1985, στις σελίδες 186 -187 έγινε η βέβηλη παρέμβαση με την πρόσθεση σε εισαγωγικά της παραγράφου: «Προηγουμένως, από τις 21 Μαρτίου, είχε αρχίσει η πολιορκία των Τούρκων στο φρούριο των Καλαβρύτων... το γεγονός αυτό συνδυάστηκε αργότερα με την Αγία Λαύρα και την ύψωση εκεί της σημαίας της Επανάστασης από το Π. Πατρών Γερμανό»29. Με αοριστολογίες και ασάφειες η παράγραφος αυτή υπαινίσσεται το ανύπαρκτο γεγονός της Αγίας Λαύρας με τον αργότερα «συνδυασμό» της πολιορκίας στο φρούριο των Καλαβρύτων. Ενώ το ανύπαρκτο γεγονός της Αγίας Λαύρας, κατά τους ιστορικούς Finlay, Φιλήμονα και Σπ. Τρικούπη, έχει την αφετηρία του στην πλαστογράφηση, από αρχιερείς και προκρίτους της Αχαΐας, το 1840, των συμβάντων που συνδέουν τον Π. Πατρών Γερμανό με τους προκρίτους της Αχαΐας αρχές Μάρτη 1821 στα οποία έχουμε αναφερθεί. Και η Ιστορία δε γράφεται με «συνδυασμούς», αλλά με γεγονότα, όταν μάλιστα αφορά αυτή την ύπαρξη του Εθνους μας, το Σηκωμό, αλλά με γεγονότα τεκμηριωμένα. Η παράγραφος όμως αυτή δεν ανήκει στην αρχική μορφή της συγγραφής του βιβλίου, ούτε και στην επιστημονική αντίληψη του συγγραφέα29.
β) Ο γνωστός ως αντικειμενικός ιστορικός Δ. Κόκκινος έφτασε στο σημείο, στην Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Ι, σελ. 184-185, με τη σύνθεσή του: «Απεφάσισαν να διασκορπιστούν και να κάμουν στρατολογίαν και να περιμένουν... Η επανάστασις είχε αποφασισθεί»30, να αναφέρει ως αληθή την πλαστογραφημένη αλήθεια της αιτίας της διασκόρπισης στην Αγία Λαύρα του Π. Π. Γερμανού, του Κερνίκης Προκόπιου και των προεστών της Αχαΐας από τους προύχοντες και αρχιερείς, οι οποίοι, γύρω στα 1840, την απέδωσαν στην Πρωτοβουλία του Γερμανού και των άλλων, για την κήρυξη της Επανάστασης. Και αγνοεί τους ιστορικούς Finlay, Φιλήμονα και Σπ. Τρικούπη, που καταγγέλλουν ότι ο Π. Π. Γερμανός και οι άλλοι διασκορπίστηκαν στην Αγία Λαύρα για να κρυφτούν γιατί φοβόντουσαν μήπως συλληφθούν από τους Τούρκους, και όχι για να στρατολογήσουν για την Επανάσταση, που δήθεν αποφάσισαν. Και όταν μάλιστα ο ίδιος ο Γερμανός στα απομνημονεύματά του διαψεύδει την αφήγησή τους, γράφοντας: «Συσκεφθέντες αποφάσισαν να μη δώσωσιν αιτίαν τινά, αλλά πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις ασφαλή μέρη...».
Ετσι η αφήγηση αυτή του Κόκκινου, από την οποία συνειδητά έχει αφαιρεθεί η ιστορική αλήθεια, είναι διήγημα με λόγια κενά και χωρίς ουσία, όπως λέει ο ιστορικός Πολύβιος (204 - 122): «...εξ ιστορίας αναιρεθείσης της αληθείας το καταλειπόμενον αυτής ανωφελές γίνεται διήγημα», και επιπλέον βλάπτει το έθνος και το λαό.
γ) Ακόμη στο λούκι της παραχάραξης της Ιστορίας μας μπήκαν και οι συγγραφείς της εγκυκλοπαίδειας «ΜΙΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ», έκδοσης 1972, με την παράθεση στον τόμο 3, σελ. 960 της αφήγησης:
«Οταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 (ο Γερμανός) βρισκόταν στη μονή της Αγίας Λαύρας, όπου ευλόγησε τους επαναστάτες (23 Μαρτίου) και σαν λάβαρο ύψωσε το παραπέτασμα της ωραίας Πύλης του εκεί ναού. Στις 25 Μαρτίου ξαναγύρισε στην Αγία Λαύρα, και ευλόγησε πάλι τους επαναστάτες οι οποίοι εξόρμησαν κατά των Τούρκων, που ήταν στα Καλάβρυτα. Η μέρα εκείνη θεωρείται σαν επίσημη επέτειος της έναρξης του Αγώνα».
Το αφήγημα αυτό, με τις δήθεν δύο ευλογίες των επαναστατών, στις 23 και 25 Μάρτη και τη συγκινησιακή περιβολή του, με την ύψωση για λάβαρο του παραπετάσματος της ωραίας Πύλης, είναι ένας κακοφτιαγμένος και μπερδεμένος μύθος, γιατί τις μέρες αυτές ο Π. Π. Γερμανός δε βρισκόταν στην Αγία Λαύρα, αλλά στα Μεζερά και από τις 24 Μάρτη στην επαναστατημένη Πάτρα, όπως γράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του. Και στην αφήγηση αυτή δε γίνεται καμιά αναφορά σε πηγές για την απόδειξη της αλήθειας των γεγονότων στην Αγία Λαύρα.
Και οι συγγραφείς αυτοί, ως προοδευτικοί καθηγητές πανεπιστημίων, που αγωνίστηκαν και διώχτηκαν για την καθιέρωση της Δημοτικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του κράτους, καθώς και του μονοτονικού συστήματος και ως αριστείς της ελληνικής επιστήμης, της διανόησης, της Παιδείας και λογοτεχνίας, αποκτούν την εμπιστοσύνη του αναγνωστικού τους κοινού, που είναι νέοι, οι οποίοι ευκολόπιστα αποδέχονται το ανύπαρκτο γεγονός της Αγίας Λαύρας ως ιστορικό γεγονός, χωρίς την έρευνα και τον έλεγχο της αλήθειας του από πηγές. Και έτσι τους συνηθίζουν στην αποδοχή των καθιερωμένων, όπως λέει ο Θουκυδίδης, ότι ο πολύς κόσμος «επί τα έτοιμα μάλλον τρέπεται».
Οφειλαν όμως ως εκπαιδευτικοί με τόλμη να προβάλουν τις πηγές που διαψεύδουν το θρύλο αυτό και να πρωτοστατήσουν στον αγώνα για την αποβολή του από την Ιστορία. Γιατί ο σεβασμός στην ιστορική αλήθεια είναι υποχρέωση εθνική, όπως λέει ο Σολωμός, και η κάλυψη της αναλήθειας είναι πράξη αντεθνική, όταν μάλιστα αφορά τον Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Και η αναζήτηση της αλήθειας, με τη βάσανο των πηγών, ο αγώνας της αποκάλυψής της και της ενθρόνισής της στις συνειδήσεις των νέων, πάνω από όποια συμφέροντα, είναι υποχρέωση εκπαιδευτική30. Γιατί ένα εκπαιδευτικό σύστημα δικαιώνεται μόνο όταν μεταδίδει μερικές αξίες, με θεμελιακή αξία το σεβασμό της αλήθειας σε όλους τους τομείς της επιστήμης και της τέχνης και της ζωής, κοινωνικής και πολιτικής.
Και η μετάδοση των αξιών αυτών αποτελεί τον κύριο σκοπό της εκπαιδευτικής προσπάθειας, με το να καλλιεργεί την κριτική σκέψη των νέων και το ερευνητικό πνεύμα τους, αναδεικνύοντας τη δύναμη της λογικής του ανθρώπου για την ανάπλαση της κοινωνίας, με την αμείλικτη κριτική όλων εκείνων που συνιστούν την πολιτική και κοινωνική οργάνωσή της και των θρησκευτικών αντιλήψεων. Να τους οδηγεί στην κοινωνικότητα, να αναπτύσσουν τις ικανότητές τους και να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητά τους. Αυτές οι αξίες συγκροτούν τη νοοτροπία του ατόμου, του τρόπου δηλαδή σκέψης του, που το προσανατολίζουν στη ζωή της εργασίας και της δράσης, με ελεύθερο φρόνημα, με ελεύθερη σκέψη και ικανό κάθε στιγμή να εκτιμάει σωστά τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου.
Εθνική προσταγή η ιστορική αλήθεια του Εικοσιένα
«Ε, πόσον γλυκύ πράγμα είναι να ομιλή
τινάς (κανείς) την αλήθεια! Γλυκύτερο όμως
καταπολλά είναι να εκφέρει εις φως
αληθείας επωφελείς».
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Με την καταγραφή όμως του χαλκευμένου θρύλου της Αγίας Λαύρας σε σχολικά βιβλία, ιστορίες, εγκυκλοπαίδειες, Τύπο και αλλού, ο θρύλος αυτός πήρε τη θέση του στην επίσημη ιστοριογραφία του 1821, με τα αφηγήματα ιστορικών που τα έπλασαν, δεκαετίες μετά το Εικοσιένα, πλαστογραφώντας την ιστορική αλήθεια, ο θρύλος αυτός, είναι διάτρητος από παντού με τις διαψεύσεις από πολλές ιστορικές πηγές της εποχής εκείνης και ιδιαίτερα από τα απομνημονεύματα του Π. Πατρών Γερμανού. Και ακόμη με την καθιέρωση από το 1838, με το Οθωνικό διάταγμα, του εορτασμού της εθνικής μας γιορτής στις 25 Μάρτη, για την επέτειο της έναρξης της Επανάστασης του Εικοσιένα, ο θρύλος αυτός, που πλάστηκε το 1840, πήρε τη θέση της αληθινής ιστορίας.
Επειδή ο θρύλος της Αγίας Λαύρας τριπλά πλαστογραφεί το Εικοσιένα και ο εορτασμός στις 25 Μάρτη εξακολουθητικά μέχρι σήμερα το πλαστογραφεί. Και επειδή ο θρύλος αυτός πάει να γίνει δεκτός ως ιστορική αλήθεια, με πηγές, αφηγήματα ιστορικών, από τα οποία αφαιρέθηκε η ιστορική αλήθεια. Γι' αυτό ύψιστο εθνικό καθήκον όλων των ιστορικών, που σέβονται την ιστορική αλήθεια και είναι ταγμένοι να τη φέρουν στο φως, είναι να αγωνιστούν για την αποβολή του θρύλου αυτού από την Ιστορία.
Και δε φτάνει μόνο η αποβολή του θρύλου από την Ιστορία, αλλά να αποκατασταθεί και η ιστορική αλήθεια, της έναρξης της Επανάστασης του Εικοσιένα, που είναι η 21η Μάρτη, όπως η Ιστορία την έχει ορίσει, όταν ο Παν. Καρατζάς στις 21 Μάρτη κάλεσε το λαό της Πάτρας στα όπλα και την άλλη μέρα την ελευθέρωσαν. Και έτσι η 21η Μάρτη καθορίζεται ως ημέρα της Εθνικής μας γιορτής και συγχρόνως καταργείται η 25η Μάρτη, ως εθνική γιορτή, που αυθαίρετα ορίστηκε.
Η κατάργηση όμως της 25ης Μάρτη ως εθνικής γιορτής, που εξακολουθητικά πλαστογραφεί την Ιστορία μας, και η καθιέρωση της 21ης Μάρτη ως εθνικής γιορτής, χρειάζονται πολλούς αγώνες. Γι' αυτό στους αγώνες αυτούς είναι εθνική επιταγή να μπουν και όλοι οι άνθρωποι των Γραμμάτων, της Επιστήμης και της Τέχνης και όλος ο λαός, για να εξαλειφθεί το ανοσιούργημα της τριπλής πλαστογράφησης του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, που απειλεί αυτή την ύπαρξη του γένους μας, με το θρύλο της Αγίας Λαύρας. Και η αλήθεια δεν παραγράφεται από το χρόνο. Γιατί η επιστήμη αυτήν ερευνά, και αυτή πρέπει να είναι οδηγός σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, για να ανθίσει η προκοπή.
Αναφέρεται ότι η επιστημονική αλήθεια του ηλιοκεντρικού συστήματος, που η Γη κινείται γύρω από τον Ηλιο, δημιουργός του οποίου είναι ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (320-250 π.Χ.) καταπολεμήθηκε άγρια, επί δύο χιλιετίες περίπου, από τους οπαδούς του δογματικού γεωκεντρικού συστήματος, ότι η Γη είναι ανέκαθεν το κέντρο του κόσμου, από τη θεϊκή κατασκευή του. Και ο στωικός φιλόσοφος Κλεάνθης κατηγόρησε τον Αρίσταρχο για βλασφημία κατά του Θεού, με το ηλιοκεντρικό σύστημά του, το οποίο γκρέμιζε το δογματικό γεωκεντρικό. Υστερα από πολλούς αιώνες, ο Πολωνός αστρονόμος Κοπέρνικος (1475-1543) πείστηκε για τη θεωρία του ηλιοκεντρικού συστήματος του Αρίσταρχου και έγραψε ένα σύγγραμμα που υπερασπιζόταν το σύστημα αυτό. Ο Πάπας όμως το θεώρησε ως αιρετικό και το απαγόρευσε. Και αργότερα ο Ιταλός Γαλιλαίος Γαλιλέι (1564 -1642), αστρονόμος, μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος, υπέρμαχος της ελεύθερης και ανεμπόδιστης από δόγματα έρευνας, με έρευνές του, υποστήριξε κι αυτός το ηλιοκεντρικό σύστημα, συμφωνώντας με τον Κοπέρνικο.
Και η φοβερή τότε Ιερή Εξέταση, που τα κακουργήματά της τα απέδιδε σε θεάρεστο έργο, για το σώσιμο της ψυχής αυτών που έκαιγε σε σιγανή φωτιά, συκοφαντώντας έτσι τον ίδιο το Θεό ως τον ηθικό αυτουργό της κακουργίας τους, θεώρησε την υποστήριξη του ηλιοκεντρικού συστήματος από τον Γαλιλαίο ως πολέμιο των ιερών Γραφών. Ετσι φυλάκισε τον Γαλιλαίο και τον έσυρε στα ιεροεξεταστικά της φρίκης Δικαστήρια. Και με άσκηση βίας και ανείπωτους εξευτελισμούς, εξανάγκασε αυτό τον γίγαντα οικοδόμο της επιστήμης να αποκηρύξει την αλήθεια του ηλιοκεντρικού συστήματος. Οι εργάτες όμως της επιστήμης, συνεπείς στο αίτημά της για την έρευνα της επιστημονικής αλήθειας και της ανακήρυξής της, με έρευνές τους απέδειξαν την αλήθεια του ηλιοκεντρικού συστήματος, που φώτισε όλο το σύμπαν. Και όλοι οι διώκτες της αναγκάστηκαν να την αποδεχτούν. Ετσι, πρόσφατα ο Πάπας, για το ανεξίτηλο στίγμα της άσκησης βίας και των εξευτελισμών στο Γαλιλαίο, από την Ιερή Εξέταση για την αποκήρυξη της επιστημονικής αλήθειας, αλλά και της εξακολουθητικής και αργότερα φυλάκισής του, ζήτησε συγνώμη.
Παραπομπές
-
(29, σελ. 33), (30, σελ. 18), (30, σελ. 23): Τα εκπαιδευτικά, τεύχος 3 άρθρο Φ. Βώρου
Λ. Χ.
Επίτιμη σχολικός σύμβουλος
Δημοσιεύθηκε στον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, 25, 27 ΚΑΙ 28/3