a l f a v i t a

24/05/2012

Web TV alfavita.gr

Επικοινωνία Ταυτότητα

Κάνετε την alfavita.gr Πρώτη Σελίδα

Ακούστε ραδιόφωνο             

Mία θέση ιατρού στην Κατασκήνωση Pindos Adventure Camp (Περτούλι Τρικάλων) - 114 Θέσεις Εργασίας στον Ιδιωτικό Τομέα στο Εξωτερικό - 61 Θέσεις Εργασίας σε Εκαπιδευτικούς Φορείς του Εξωτερικού - 3 θέσεις Ερευνητικού Προσωπικού στο Πανεπιστήμιο Κύπρου - English Instructors at American University of the Middle East (Kuwait) - Επιστημονικοί - Εργαστηριακοί Συνεργάτες και Ε.Ε.Μ. στο ΤΕΙ Πάτρας - 69 Θέσεις Εργασίας σε Διεθνείς Οργανισμούς - 24 προσλήψεις καθηγητών σε 5 πανεπιστήμια - 10 θέσεις στην INTERAMERICAN - ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ - ΔΙΟΡΙΣΜΟΙ ΕΔΩ... ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ

 

Κεντρική Σελίδα

Ανακοινώσεις

Επικαιρότητα

Η Εκπαίδευση στον Τύπο

Διορισμοί Προσλήψεις

Ειδήσεις

Οδηγός Εκπαιδευτικού

Εγγραφα Υπ.Παιδείας

Μεταπτυχιακά

Επιμόρφωση

Εκδηλώσεις

Εκπαιδευτικά Αρθρα

Πανελλήνιες Εξετάσεις

Μισθολογικά Συνταξιοδοτικά

Αρθρογράφοι

WebTV alfavita.gr
ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

 

 




 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ και ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

   
 

Η ‘‘κοινωνία της γνώσης’’ ως μετα-καπιταλιστική κοινωνία.

Μια κριτική προσέγγιση
 

 

του Θανάση Αλεξίου

EΙΣΑΓΩΓΗ
Πρώτα θα προσπαθήσω να δείξω πως η αναδιάρθρωση της παραγωγής επιβάλλει μια νέα μορφή εργασίας (διαχειριστική εργασία) και αφού προσδιορίσω το χαρακτήρα της, στη συνέχεια θα εξετάσω κάποιες θεωρίες για την κοινωνική δομή της ονομαζόμενης ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’, έννοια που έχω πάντα σε εισαγωγικά, ενώ παίρνοντας αφορμή από τις θέσεις των Μ. Hardt και Α. Negri για την αποϋλικοποιημένη εργασία θα αναφερθώ στο κοινωνικό υποκείμενο της ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’. Θεωρώ πως τόσο οι θέσεις των Μ. Hardt και Α. Negri για το Μεταφορντισμό όσο και αυτές που απολήγουν στην ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’ αναδεικνύουν έμμεσα ή άμεσα τα νέα μεσαία στρώματα σε κοινωνικό πρωταγωνιστή.
Μια πρώτη αντίρρηση όσον αφορά την έννοια της ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’ έχει να κάνει με το γεγονός προβάλλεται η τεχνική σύνθεση των μέσων μέσα στα οποία έχει ενσωματωθεί η γνώση και απομονώνονται οι κοινωνικές σχέσεις που συναρθρώνονται γύρω από την παραγωγή και την χρήση της γνώσης. Αλλά και πάλι η έννοια της ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’ δεν αναφέρεται γενικά στις γνώσεις, λόγου χάριν στή γνώση της κλασσικής παιδείας, στην κοινωνικο-αισθητική γνώση, στις πρακτικές γνώσεις αλλά στις συγκεκριμένες γνώσεις που αυτή τη στιγμή ενδεχομένως χρειάζεται η αγορά, δηλαδή γνώσεις που μπορούν να συσκευαστούν σύμφωνα με τον ο F.Lyotard (δες καλές πρακτικές, δράσεις, επιχειρηματικότητα, ενεργητικές πολιτικές κ.ο.κ. σύμφωνα με την αργκό των ευρωπαϊκών προγραμμάτων). Πρόκειται μάλλον στην καλύτερη περίπτωση για εφαρμοσμένη γνώση. Βεβαίως όλοι γνωρίζουμε τα πεπερασμένα όρια της εφαρμοσμένης γνώσης και της εφαρμοσμένης έρευνας όταν η βασική γνώση και η βασική έρευνα μένει πίσω. Σε κάθε περίπτωση η ενσωματωμένη στα πληροφοριακά συστήματα γνώση και νοητικά υποδείγματα έχουν ένα μετα-πληροφοριακό χαρακτήρα, με την έννοια πως είναι απαραίτητη η ένταξή τους σε κοινωνικο-πολιτισμικά συμφραζόμενα προκειμένου να νοηματοδοτηθούν για να μπορεί να υπάρξει έτσι αξιοποίηση της γνώσης και πληροφόρηση.
Ένα δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με το γεγονός ότι η μαζική ενεργοποίηση ανθρώπινων, φυσικών και υλικών πόρων στο πλαίσιο της ‘‘κατασκευαστικής εργασίας’’, δηλαδή της βιομηχανικής υλικής εργασίας, απαιτεί νέες ποιοτικές ικανότητες ελέγχου της ‘‘κατασκευαστικής εργασίας’’ δηλαδή της εργασίας παραγωγής αγαθών και εμπορευμάτων. Ωστόσο η εργασία στη μορφή ποιοτικών ικανοτήτων διαχείρισης είναι δύσκολο να τυποποιηθεί ή να ελεγχθεί, καθώς τα στοιχεία που την συνθέτουν (ικανότητα διάδρασης και επικοινωνίας, πρακτική πείρα, αφοσίωση στο αντικείμενο κ.λπ.) δεν μπορούν να ενταχτούν σ’ ένα ορθολογικό σχήμα άσκησής της, όπως συμβαίνει με την βιομηχανική εργασία. Αυτή η μη τυπική εργασία και η ποσοτική αύξησή της (εργασία στις υπηρεσίες, εργασία στη διαχείριση γνώσεων πληροφοριών και συμβόλων) με την ταυτόχρονη μείωση της τυπικής εργασίας (βιομηχανική εργασία) είναι που χαρακτηρίζει τη “μεταβιομηχανική κοινωνία’’ (κοινωνία των υπηρεσιών, κοινωνία των γνώσεων, κοινωνία των πληροφοριών κ.ο.κ.). Η ανάπτυξη της επιστήμης, της γνώσης, των πληροφοριών και των αντίστοιχων τεχνογνωσιών διαχείρισης που περιγράφουν το λειτουργικό πλαίσιο της “μεταβιομηχανικής κοινωνίας’’, θα μπορούσε να ερμηνευθεί όπως γράφει ο C.Offe <<με το μοντέλο μιας “επιστροφής του απωθημένου’’ με το νόημα της αύξησης των επακόλουθων προβλημάτων και του “κόστους πολυπλοκότητας’’, που σωρεύονται ως επακόλουθο της κινητοποίησης μισθωτής κατασκευαστικής εργασίας και των οποίων η αντιμετώπιση απαιτεί τώρα εργασία υπηρεσιών διαφόρων ειδών (θεραπευτική, αστυνομική, παιδαγωγική, διαφύλαξης και διαμεσολάβησης της επικοινωνίας)>>.
Το γεγονός όμως ότι η εργασία στις υπηρεσίες, στους υπολογιστές, στα αυτοματοποιημένα συστήματα τυποποιεί και εξασφαλίζει την εργασία στο εργοστάσιο, στις υπηρεσίες και αλλού, καθόσον η παραγωγή υλικών αγαθών ανεξάρτητα από την μείωση της απασχόλησης συνεχίζει να αυξάνεται, την κάνει να εμφανίζεται ως ένας εξωτερικός εποπτικός παράγοντας.Ένας παράγοντας, ο οποίος ενώ εποπτεύει, ρυθμίζει και ταξινομεί την εργασία εμφανίζεται αποδεσμευμένος από την ορθολογικότητα και τις χωροχρονικές δεσμεύσεις της οικονομίας του κέρδους και του βιοπορισμού. Η αντίφαση αυτή διέπει και την κοινωνική ύπαρξη των νέων μεσαίων αστικών στρωμάτων που είναι και φορείς της ‘‘διαχειριστικής εργασίας’’ (αντιφατικές ταξικές θέσεις, ρευστότητα μεταξύ ελεύθερου και εργάσιμου χρόνου κ.ο.κ.)

Ι. Η κοινωνική στρωμάτωση της ‘‘κοινωνία της γνώσης’’

Βασική παραδοχή όλων των θεωριών που αναφέρονται στη ‘‘μεταβιομηχανική κοινωνία’’, και ως εκ τούτου στην ‘‘κοινωνία των υπηρεσιών’’. στη ‘‘κοινωνία της γνώσης’’, στην ‘‘κοινωνία της πληροφορίας’’ κ.ο.κ. είναι πως σήμερα ο συντελεστής παραγωγής δεν είναι ούτε το κεφάλαιο, ούτε οι φυσικοί πόροι (έδαφος κ.λπ.), αλλά ούτε και η εργασία, όπως συνέβαινε στην “βιομηχανική κοινωνία”, η οποία ήταν γι’ αυτό και μια καπιταλιστική κοινωνία (R. Dahrendorf) αλλά οι εκπληροφορημένες γνώσεις (F.Lyotard). Το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων ανέδειξε εξωαφηγηματικές πηγές σε παραγωγό γνώσης (όπως η πληροφορική).
Η ανάδειξη της γνώσης σε βασική παραγωγική δύναμη και παραγωγό αξίας και η απώθηση και συρρίκνωση άλλων παραγωγικών συντελεστών (εργασία, κεφάλαιο) διαμορφώνει σύμφωνα μ’ αυτές τις αντιλήψεις μια άλλη κοινωνική δομή. Η χαρακτηριστική για τη “βιομηχανική κοινωνία” κοινωνική δομή με την αστική τάξη από την εργατική τάξη από την άλλη παύει να είναι αντιπροσωπευτική για την “μεταβιομηχανική κοινωνία”. Κατά τον D. Bell αυτή ορίζεται πλέον πέρα από τις ταξικές συγκρούσεις. Η κοινωνική δομή της ‘‘μετακαπιταλιστικής κοινωνίας’’, από τη στιγμή που το κεφάλαιο και η εργασία έχουν απολέσει εξαιτίας της ‘‘αποϋλικοποίησης’’ της εργασίας την κοινωνική τους δυναμική, -κατ’ αυτόν τον τρόπο εννοείται η εργασία στις υπηρεσίες, στη διαχείριση γνώσεων και πληφοροριών-, αρθρώνεται, σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη γύρω από τις γνώσεις. Για τους υποστηρικτές της “κοινωνίας της γνώσης” η νέα κοινωνία είναι μία κοινωνία χωρίς κεφαλαιοκράτες και προλετάριους.
Κατά τον P. Drucker οι κοινωνικές τάξεις της ‘‘μετακαπιταλιστικής κοινωνίας’’ σχηματίζονται από τους εργάτες των γνώσεων και τους εργάτες των υπηρεσιών (Drucker 1996: 15). Η εσωτερική δυναμική της ‘‘μετακαπιταλιστικής κοινωνίας’’ προέρχεται επομένως από την αντίθεση ανάμεσα στους εργάτες γνώσεων και τους εργάτες υπηρεσιών, δηλαδή οι νέες κοινωνικές ανισότητες θα εμφανίζονται σύμφωνα με τον Μ. Castells ως άνιση κατοχή γνώσεων ή ως άνιση κατοχή πληροφοριακών δεξιοτήτων (Castells 1998: 374). Πάνω σ’ αυτή την αντίθεση θα οικοδομείται, πάντα κατά τον P. Drucker μια πολιτισμική διχοτομία μεταξύ των “διανοουμένων” και των “διευθυντικών στελεχών”, οι οποίοι θα ασχολούνται με τις λέξεις και τις ιδέες, και τους μάνατζερς, οι οποίοι θ’ ασχολούνται με τους ανθρώπους και την εργασία (Drucker 1996: 18). Για τον M. Castells (εν μέρει και για τον A. Tourain) η μετάβαση στον πληροφοριακό καπιταλισμό συνδέεται με την ανάδυση νέων κοινωνικών κινημάτων και τη διχοτόμηση της κοινωνίας σε πολιτισμικά αυτοπροσδιοριζόμενες ελιτ, οι οποίες χειρίζονται και εφαρμόζουν τις τεχνολογίες με ελευθεριακό, εξατομικευμένο και αποκεντρωμένο τρόπο, από τη μια, και σε αποκλεισμένες από την πληροφορία, τους πόρους και την εξουσία και γι’ αυτό ανασφαλείςς κοινωνικές ομάδες, οι οποίες περιχαρακώνονται σε δοκιμασμένους κώδικες και αξίες, από την άλλη.
Για άλλους όπως για τον D. Bell, τον A. Tourain ή τον R. Dahrendorf η κεντρική αντίθεση της ‘‘βιομηχανικής κοινωνίας’’, δηλαδή η αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας έχει απολέσει την σημασία της, καθώς στη μετα-βιομηχανική κοινωνία αντικείμενο ιδιοποίησης δεν είναι η εργασία αλλά οι υπηρεσίες, οι γνώσεις. Οι κοινωνικές θέσεις που απορρέουν από την πρόσβαση ή τον αποκλεισμό από τις γνώσεις και τις πληροφορίες διαμορφώνουν άνισες κοινωνικές θέσεις που εκβάλλουν σε μια στρωμάτωση κυρίαρχων και κυριαρχούμενων. Στο βαθμό που η βιομηχανική εργασία μειώνεται παύει να ισχύει, σύμφωνα με τις παραπάνω θεωρήσεις και η θεωρία της αξίας. Συνεπώς δεν υπάρχει εκμετάλλευση ούτε κοινωνική τάξη που εκμεταλλεύεται, ή κοινωνική τάξη που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Οι ταξικοί αγώνες χάνουν τη σημασία τους και μετατρέπονται σε αγώνες κινητοποίησης για πόρους (γνώση, πληροφορία, κ.λπ.) και για καταναλωτικά αγαθά.
Όπως γίνεται προφανές και ανάλογα με την περίπτωση πρόκειται μάλλον για βεμπεριανές ή νεομαρξιστικές και μετα-μαρξιστικές προσεγγίσεις. Ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι σύμφωνα με τον Μ. Weber oι κοινωνικές τάξεις συγκροτούνται στη σφαίρα της αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι μια ομάδα ατόμων που βρίσκονται αντικειμενικά, -δηλαδή με βάση την επαγγελματική τους ιδιότητα (ειδίκευση, κύρος κ.λπ.) ή το εισόδημα- στην ίδια κατάσταση από άποψη της θέσης ή της δύναμης στην αγορά, συγκροτεί ‘‘κοινωνική τάξη’’. Συνεπώς υπάρχουν τόσες κοινωνικές τάξεις όσες είναι και οι επαγγελματικές ομαδώσεις ή οι εισοδηματικές κατηγορίες (Μοσχονάς 2005: 42). Εφόσον η σύγκλιση συμφερόντων είναι συγκυριακή και επηρεάζεται εκτός αυτού και από το υποκειμενικό νόημα που αποδίδουν τα άτομα στην κοινωνική πράξη είναι αδύνατον σχεδόν να συγκροτηθεί και ιστορικό υποκείμενο. Αντίθετα στον Κ. Marx η κοινωνική τάξη είναι μια κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης, ενσωματωμένη στο ίδιο το σύστημα της παραγωγής (δες παραγωγή και απόσπαση υπεραξίας). Συνεπώς η σχέση των ατόμων με τα μέσα παραγωγής και η θέση τους στον καταμερισμό εργασίας, και όχι στην αγορά όπως διατείνεται ο M. Weber, προσδιορίζουν αντικειμενικά την ταξική τους θέση. Βεβαίως είναι ένα άλλο ζήτημα αν η κοινή ταξική κατάσταση δεν οδηγεί αποκλειστικά σε κοινή δράση, σε ταξική συνείδηση. Εδώ ενδεχομένως βεμπεριανά αναλυτικά εργαλεία όπως γόητρο, δύναμη, νόημα σύμβολα, δηλαδή εργαλεία της ερμηνευτικής κοινωνιολογίας, μπορούν συμπληρωματικά να χρησιμοποιηθούν για να εξεταστεί ποσοτικά μια δυναμική κοινωνική στρωμάτωση, όπως διαμορφώνεται από τη γενίκευση της μισθωτοποίησης και την εμφάνιση των νέων μεσαίων στρωμάτων.
Μια άλλη εκδοχή αυτής της διχοτομίας με καθαρά βεμπεριανούς όρους συνιστά η θεωρία του πολιτισμικού κεφαλαίου του P. Bourdieu, ο οποίος βλέπει άτομα, ομάδες κ.ο.κ. να ανταγωνίζονται γύρω από την απόκτηση οικονομικού, πολιτισμικού, αισθητικού κεφαλαίου κ.ο.κ. ώστε να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους ή να αυξήσουν τους πόρους τους (γνώση, εξουσία, γόητρο κ.ά.) παραγνωρίζοντας ουσιαστικά την θέση των κοινωνικών τάξεων στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Αυτός δημιουργεί από έναν καταμερισμό λειτουργιών (οικονομική, πολιτιστική, διαχειριστική κ.ο.κ.) που υφίσταται εκ των πραγμάτων και στο εσωτερικό της τάξης που κατέχει ή ελέγχει τα μέσα παραγωγής διακριτές κοινωνικές τάξεις. Να το πούμε διαφορετικά. Ο ιδιοκτήτης ή ο διευθύνων σύμβουλος μιας επιχείρησης δεν μπορεί να είναι για αυτονόητους λόγους ταυτόχρονα και καθηγητής πανεπιστημίου και πολιτιστικό στέλεχος. Στην οπτική του γωνία κύριος αντίπαλος δεν είναι ο κάτοχος κοινωνικού ή εκπαιδευτικού κεφαλαίου, όπως ισχυρίζεται ο P. Bourdieu. Κύριος αντίπαλος είναι ο ανταγωνιστής επιχειρηματίας. Συνεπώς η διευθέτηση των ενδοταξικών ανταγωνισμών μπορεί να είναι δουλειά μιας κοινωνικής κατηγορίας, κατόχων εκπαιδευτικού και πολιτισμικού κεφαλαίου, όπως είναι οι ‘‘οργανικοί-διανούμενοι’’, οι οποίοι αποκαθιστούν σε επίπεδο κοινωνίας την ενότητα της τάξης τους οργανώνοντας κυρίως μέσα από το κράτος την αστική ηγεμονία.
Ο κοινός παρονομαστής αυτών των προσεγγίσεων που βασίζονται στην άνιση κατοχή γνώσης, στον αποκλεισμό από τη γνώση κ.ο.κ., δηλαδή θέσων και καταστάσεων που στο πλαίσιο του τεχνικού καταμερισμού εργασίας διαμορφώνουν διακριτές θέσεις με το αντίστοιχο γόητρο και την αντίστοιχη εξουσία, είναι μια πλουραλιστική κοινωνική στρωμάτωση, χωρίς τη δυνατότητα δόμησης συλλογικών υποκειμένων. Κοινωνιολογικά η ‘‘κοινωνία της γνώσης’’ έρχεται να καταξιώσει κατ’ απόλυτον τρόπο τη διανοητική εργασία και όπως αυτή προέκυψε από την αποειδίκευση της εργασίας και το διαχωρισμό της σε σχεδιαστική και εκτελεστική (τεϊλορισμός/νεοτεϊλορισμός), αλλά και την ανάγκη και επιθυμία των νέων μεσαίων στρωμάτων, τα οποία ως προνομιακοί κάτοχοι και διαχειριστές της μπορούν να προβληθουν ως το ιστορικό υποκείμενο. Eφ’ όσον μάλιστα λάβει κανείς υπόψη τον (ημι)αυτόνομο χαρακτήρα της εργασίας αυτών των στρωμάτων και τον εγγενή σ’ αυτήν ατομικισμό, εύκολα η κοινωνία μπορεί να ταυτιστεί ως πεδίο αλληλο- συγκρουόμενων ατόμων και ομάδων και η ‘‘εκμετάλλευση’’ ως στοιχείο της διαπραγματευτικής δύναμης των ατόμων στην αγορά, όπως διατείνεται π.χ. ο E.O.Wrihgt. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το ιστορικό υποκείμενο εννοιολογείται στο πλαίσιο της ατομικής δράσης, όπως συμβαίνει στον αναλυτικό μαρξισμό και στη θεωρία της ορθολογικής επιλογής.
Αυτό που δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια στις θεωρήσεις που αποδέχονται την ‘‘κοινωνία της γνώσης’’ ως το κοινωνικό ισοδύναμο της μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας και του ‘‘πληροφοριακού καπιταλισμού’’ είναι η ίδια η λειτουργία της γνώσης. Το γεγονός ότι η γνώση όπως και η εργασιακή δύναμη έχουν μια αξία χρήσης αλλά και μια ανταλλακτική αξία δημιουργεί συγχύσεις και ασάφειες. Για το άτομο λοιπόν η γνώση ή οι οποιεσδήποτε δεξιότητες δεν έχουν καμία αξία χρήσης ή εφόσον έχουν αυτή είναι πολύ περιορισμένη. Η γνώση έχει για το άτομο μόνο ανταλλακτική αξία. Αντίθετα η γνώση και οι δεξιότητες που την συνοδεύουν έχουν μια αξία χρήσης μόνο για το κεφάλαιο και την επιχείρηση που την ενσωματώνει μέσω των εργαζομένων. Συνεπώς οποιαδήποτε ειδική μορφή εργασίας και γνώσης (χειρωνακτική, διανοητική, πληροφορικοποιημένη κ.λ.π.) είναι χρήσιμη στον εργαζόμενο και έχει αξία χρήσης γι’ αυτόν, δηλαδή ανταλλακτική αξία, μόνο στο βαθμό που είναι χρήσιμη στην αγορά και στις επιχειρήσεις (Αντωνοπούλου 2000: 216). Το πλαίσιο αυτό προσδιορίζει και το λειτουργικό περιεχόμενο της ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’.
Επομένως η έννοια της “κοινωνίας της γνώσης’’ μπορεί να σημαίνει τη συγκεκριμένη μορφή που παίρνει η εργασία σε συνθήκες πληροφορικοποίησης της παραγωγής. Πάλι όμως ο όρος είναι παραπλανητικός γιατί δημιουργείται η εντύπωση πως παύει να υφίσταται η εργασία και πως η αξία παράγεται όχι από την εργασία αλλά από τη γνώση. Οι παρανοήσεις αυτές ενισχύθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο που παίζει η διανοητική εργασία ή διαχειριστική εργασία, δηλαδή η εργασία των νέων αστικών στρωμάτων, με όλα τα στοιχεία της επικοινωνίας, της διάδρασης, της φαντασίας και της αντιληπτικότητας, όπως δείξαμε παραπάνω, στη διαδικασία παραγωγής. Ερμηνεύοντας εσφαλμένως τα αποτελέσματα αυτής της εξέλιξης ως τα αίτια που την προκάλεσαν, οι θεωρήσεις που απορρέουν από την ‘‘κοινωνία της γνώσης’’ εξέλαβαν τις νέες μορφές εργασίας ως αντιπροσωπευτικές για ολόκληρη τον κοινωνία.
Μια άλλη παράμετρος της ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’ που έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αλλαγές στην εκπαίδευση, έχει να κάνει επίσης με τις θέσεις του F. Hayek πως η διαχείριση της διασκορπισμένης γνώσης μπορεί να γίνει μόνο μέσω της αγοράς, κυρίως επειδή οι πληροφορίες μπορούν να μεταδοθούν καλύτερα στους ενδιαφερόμενους μέσω των τιμών. Σε συνάρτηση μάλιστα με το γεγονός ότι η ‘‘γνώση είναι τοπική’’ και ότι ένα μεγάλο μέρος της είναι άρρητο, ευνοεί μια άλλη προσέγγιση που αντιλαμβάνεται τη σημερινή κοινωνία ως κοινωνία δικτύων ενώ μετατοπίζει την μεταφορά γνώσης από τυπικές προς άτυπες μορφές εκπαίδευσης συνηγορώντας υπέρ μιας αποκέντρωσης της εξουσίας προς αποκεντρωμένα δίκτυα (αγορά, κοινωνία πολιτών κ.ο.κ.). Στο νέο κοινωνικό περιβάλλον που διαμορφώνεται από τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας η επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο (εκπαίδευση, κατάρτιση, γνώσεις, δεξιότητες) θα είναι καταρχήν ευθύνη του εξατομικευμένου επενδυτή, οπότε και το ίδιο το ανθρώπινο κεφάλαιο θα απολέσει σταδιακά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δημοσίου αγαθού (Γράβαρης 2005: 32). Στο πνεύμα των Νέων Εργατικών ο Α. Giddens προτρέπει τους εργαζόμενους να γίνουν επιχειρηματίες της εργασιακής τους δύναμης και των δεξιοτήτων τους φροντίζοντας για την συνεχή επιμόρφωσή της (Giddens 1998: 174). Ας υπενθυμίσουμε ότι τα δημόσια αγαθά (τόσο τα οιονεί ακόμη και τα αμιγή) συνιστούν στην νεοκλασσική θεωρία αιτία για την αποτυχία της αγοράς, καθώς αυτά δεν μπορούν να έχουν τιμή επειδή προσφέρονται σε όλους και δεν αποκλείεται κανένας από την κατανάλωσή τους.

Η νέα υποκειμενικότητα

Η νέα καταστατική θέση της διαχειριστικής εργασίας στον καταμερισμό εργασίας, όπως είδαμε παραπάνω δημιουργεί συγχύσεις όσον αφορά τη θέση των νέων μεσαίων στρωμάτων που είναι και οι κάτοχοι γνώσης και οργανωτικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Δημιουργείται δηλαδή η εντύπωση πως αυτά ως τα υποκείμενα της ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’ έχουν την δυνατότητα να ξεφύγουν από τον έλεγχο του κεφαλαίου και να οργανώσουν σε συνθήκες αυτοαξιοποίησης, εναλλακτικά προς τη μισθωτή εργασία, μορφές ζωής και κοινωνίας (Novak 2000:236). Μάλιστα ο Α. Νέγκρι και ο M. Hardt διαβλέπουν εδώ, δηλαδή σε μεταφορντικές συνθήκες παραγωγής, τη δυνατότητα να συγκροτηθεί μια νέα υποκειμενικότητα, η general intellect (μαζική νοημοσύνη). Η αναδιάρθρωση της παραγωγής (‘‘Μεταφορντισμός’’) προσφέρει σύμφωνα μ’ αυτούς τη δυνατότητα επαναϊδιοποίσης της συλλογικής εργατικής υποκειμενικότητας που είχε δεσμευτεί στους διαχωρισμούς του Τεϊλορισμού. Όμως οι νέες μορφές εργασίας (Νεοτεϊλορισμός) συνιστούν και προσπάθεια ρευστοποίησης (δες ευέλικτες εργασιακές σχέσεις), αποδέσμευσης και επανασύλληψης ζωντανής εργασίας σε συνθήκες πτώσης του ποσοστού κέρδους του κεφαλαίου αλλά και προσπάθειας ελέγχου της αντίστασης των εργαζομένων στο χώρο εργασίας. Αφού το κεφάλαιο επέβαλλε την ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στη ζωντανή εργασία και τις μηχανές, επιβάλλει τώρα μια ανταγωνιστική σχέση επίσης ανάμεσα στην ζωντανή εργασία και την βασισμένη στην επιστήμη, στην πληροφορία και στη γνώση εργασία. Η επιστήμη, ή η general intellect (μαζική νοημοσύνη) αναπτύσσεται επομένως στην πλευρά της νεκρής εργασίας, των μηχανών, των όρων και των μέσων της ελεγχόμενης από το κεφάλαιο εργασιακής διαδικασίας. Μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών επιχειρείται η αέναη (επανα)σύλληψη της ανθρώπινης εργασίας αλλά και η αναπαραγωγή των διαχωρισμών (ειδικευμένη/ανειδίκευτη, επιστημονική-επικοινωνιακή/υπεργολαβική κ.ο.κ.). Η εξύμνηση των νέων μορφών εργασίας και των νέων τεχνολογιών όπως προβάλλονται στις τεχνο-φουτουριστικές ουτοπίες της ‘‘κοινωνία της γνώσης’’, ή της ‘‘άυλης’’ εργασίας κ.λπ., πέραν του ότι μυστικοποιεί τον τρόπο παραγωγής και ιδιοποίησης υπερεργασίας στις σύγχρονες κοινωνίες, εκλαμβάνει αυτές ορμώμενη από μια εμμενή αντίληψη για τα πράγματα ως εκδοχές της προλεταριακής απελευθέρωσης. Η εξάλειψη κάθε υπερβατικότητας που στην περίπτωσή μας θα σήμαινε ότι οι αναδιαρθρώσεις της παραγωγής διαμορφώνουν σχεδόν αυτόματα και χωρίς πολιτική οργάνωση και το ιστορικό υποκείμενο, δηλαδή το ‘‘πλήθος’’ συνιστά μια βασική αντίφαση του εργατισμού, αλλά και μια εκδοχή ιστορικισμού με τη διαφορά πως αντι για τον τεχνολογικό ιστορικισμό των παραγωγικών δυνάμων (δες οικονομισμός) έχουμε έναν ιστορικισμό της προλεταριακής υποκειμενικότητας που οδηγεί στη αποδοχή των αναδιαρθρώσεων του κεφαλαίου ως θετικών συμπυκνώσεων και νέων αντιστάσεων. Η εκδίπλωση αυτών των αναδιαρθρώσεων αποτελεί και τη συγκροτητική συνθήκη του ‘‘πλήθους’’, το οποίο είναι περισσότερο προϊόν της αυθόρμητης συσσωμάτωσης μιας πλειάδας δραστηριοτήτων που δεν χρειάζεται να συναρθρωθούν μεταξύ τους, γεγονός που συμβάλλει με τη σειρά του στον φετιχισμό των άμεσων κοινωνικών πρακτικών και στον εκθειασμό του αποσπασματικού, του μερικού, του ατομικού, πόσο μάλλον όταν στη νέα φάση, δηλαδή στην Αυτοκρατορία (Μεταφορντισμός), οι αγώνες αναδύονται σύμφωνα με τους Hardt/Negri, όχι οριζόντια αλλά ενικά και κάθετα. Η οντολογία της αμεσότητας σε συνάρτηση με τις κινηματικές πρακτικές που θα οδηγήσουν στην ‘‘ανθρωπολογική έξοδο’’ ακουμπάει κιόλας τον αντιουμανισμό του δομο-μαρξισμού ακυρώνοντας και τη διάκριση μεταξύ στρατηγικής και τακτικής με τις αναγκαίες διαμεσολαβήσεις (πολιτικές, ιδεολογικές, οργανωτικές). Στο βαθμό μάλιστα που οι Hardt/Negri εξαρτούν τη ‘‘βούληση της εναντίωσης’’ από μια σωματική υποκειμενικότητα χωρίς δυϊσμούς και διχοτομήσεις αυτή μπορεί να βρεθεί, μόνο στα νέα μεσαία αστικά στρώματα της ‘‘κοινωνίας της γνώσης’’ των οποίων η εργασία έχει αποϋλικοποιηθεί. Ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού σώματος κινείται σ’ ένα τόπο, (και όχι σ’ ένα μη-τόπο όπως διατείνονται οι Hardt/Negri), η εργασία του είναι ακόμη μετρήσιμη και υλική, ακόμη και χειρωνακτική, (και όχι μη μετρήσιμη και άυλη όπως ισχυρίζονται οι Hardt/Negri), και το σώμα τους συγχρονίζεται αναγκαστικά με τους ρυθμούς της παραγωγής και ‘‘αποδέχεται’’ το θεσμικό πλαίσιο (π.χ. του Κράτους Πρόνοιας) για την κοινωνική αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης. Το σώμα που θα ήθελαν για την ανθρωπολογική έξοδο οι Hardt/Negri, δηλαδή <<ένα σώμα που να είναι ανίκανο να προσαρμοστεί στην οικογενειακή ζωή, στην πειθαρχία του εργοστασίου, στους κανονισμούς της παραδοσιακής σεξουαλικής ζωής κ.ο.κ.>> , δεν μπορεί να βασιστεί στην κοινωνική εμπειρία που διαμορφώνει ιστορικά εργασία και σώμα, εκτός αν πρόκειται βεβαίως για το σώμα των νέων μεσαίων στρωμάτων.
Από την άλλη και εφόσον η άυλη εργασία στη μορφή της επικοινωνιακής δραστηριότητας κατανοηθεί ως ένας ιδιαίτερος “τομέας” στο εσωτερικό της ζωντανής εργασίας, το νέο υποκείμενο της ‘‘κοινωνίας γνώσης’’ -καθώς οι υπόλοιπες κατηγορίες της (βιομηχανικοί εργάτες, χειρώνακτες κ.ά.) εξαιτίας της έκλιψης της υλικής εργασίας δεν υφίστανται- θα αποτελεί την “εργατική αριστοκρατία” του μεταμοντέρνου καπιταλισμού, η οποία και προβάλλεται ελιτίστικα από τον Α. Νέγκρι ως το επαναστατικό υποκείμενο (Günther 1997: 39). Από εδώ λείπει όπως είναι φυσικό η μετα-εργοστασιακή εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι στις υπεργολαβίες και στο φασόν, οι οποίοι στις χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αποτελούν ένα σηματικό μέρος του εργαζόμενου πληθυσμού, οι μετανάστες, οι καθαρίστριες στα συνεργεία καθαρισμού, οι τριωρίτισσες των πολυκαταστημάτων και των σουπερμάρκετ, οι νέοι με τις δουλειές του ποδαριού (ντελίβερι, κούριερ κ.ά.). Η νέα υποκειμενικότητα φωτογραφίζει μάλλον τα νέα μεσαία στρώματα, αποκλείοντας από τους εργαζόμενους που κινούνται στο ‘‘βασίλειο της αναγκαιότητας’’ και για τους οποίους η εργασία παραμένει πάντα μόχθος και μέσον βιοπορισμού τη δυνατότητα να χειραφετηθούν. Εξάλλου η διατύπωση της πολιτικής με αισθητικούς όρους που συνάδει επίσης με την εφήμερη και αποσπασματική κοσμοαντίληψη αυτών των στρωμάτων αποκλείει ουσιαστικά για δεύτερη φορά τον κόσμο της εργασίας από την πολιτική καθώς ως ενδεδειγμένη μορφή κοινωνικού αγώνα προβάλλεται η κινηματική και ριζωματική δράση ‘‘ενός πλήθους από μοναδικότητες’’. Από την άλλη οι υφιστάμενες μορφές συνδικαλιστικής και πολιτικής οργάνωσης (απεργίες, διαδηλώσεις κ.λπ.) μέσω των οποίων μια τάξη γίνεται υποκείμενο αξιολογούνται ως παρωχημένες και κορπορατιστικές, ως οι κοινωνικές τάξεις να συγκροτούνται στη σφαίρα του κράτους (ως ομάδες πίεσης) και όχι στη σφαίρα της παραγωγής.


Βιβλιογραφία

Aλεξίου, Θ. : <<Η έννοια της μαζικής νοημοσύνης στον Α. Νέγκρι>>, Ο Πολίτης 91, 2002.
Αλεξίου, Θ. <<Η πολιτική οικονομία του σώματος. Από το πραγμοποιημένο σώμα στο άκεντρο σώμα>>, Θέσεις 91,2005.
Αντωνοπούλου, Μ.: Κοινωνική πράξη και υλισμός. Σπουδή στην κοινωνιολογία της γνώσης, Αθήνα 2000.
Bell, D.: The Coming of Post-industrial society, New York 1973.
Castells, M., The Network Society. The Information Age: Economy, Society and Culture, τόμος 1, Oxford 1996 (Blackwell).
Castells, M.: End of Millenium. The Information Age: Economy, Society and Culture, Oxford, τόμος 3, 1998 (Blackwell).
Γράβαρης, Δ. <<Από το κράτος στο κράτος. Ορθολογικότητα και κανόνες νομιμοποίησης στην εκαπιδευτική πολιτική>>, στο:Γράβαρης, Δ./Παπδάκης, Ν. (επιμ.), Εκπαίδευση και εκπαιδευτική πολιτική. Μεταξύ κράτους και αγοράς, Αθήνα 2005.
Δαρεμάς, Γ. <<Ιδεολογία, επικοινωνία, τεχνολογία>>, στο: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα (έκδ.), Ιδεολογικά ρεύματα και τάσεις της διανόησης στη σημερινή Ελλάδα, Αθήνα 2002.
Drucker, P.-F.: Mετακαπιταλιστική Kοινωνία, Aθήνα 1996.
Giddens, A.: Ο Τρίτος Δρόμος. Η ανανέωση της Σοσιαλδημοκρατίας, Αθήνα 1998.
Günther, E.: <<Kommunismus für Eliten. Antonio Νegris frölicher Operalismus>>, στο: Das ist die moderne Welt (εκδ.), Vierte Ηilfe. Illustriete Τheorie für das Dienstleistungsproletariat, München 1979 (Das ist die moderne Welt).
Φροϋντ, Σ.,: Ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας, Αθήνα, 1974.
Ιωαννίδης, Σ. <<Ο ‘‘ολισθηρός’’ δρόμος προς την …ελευθερία>>, Το Βήμα 21-11-2004.
Laclau,E. <<Είναι δυνατόν να εξηγηθούν οι κοινωνικοί αγώνες εμμενώς;>>, Ο Πολίτης 113, 2003.
Λυοτάρ, Φ., Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Αθήνα 1993.
Moseley, F.<<The Decline of the Rate or Profit in the Postwar US Economy: Is the Crisis over?>>, Capital&Class τεύχος 48. 1992.
Μοσχονάς, Α, Τάξεις και στρώματα στις σύγχρονες κοινωνίες, Αθήνα 2005.
Moulier Boutang, Y.: <<Vorwort>>, στο:Atzert, Th., Umherscheifende Produzenten. Immaterielle Arbeit und Subversion, Berlin 1998.
Negri, A./ Hardt, M., Die Arbeit des Dionysos. Materialistische Staatskritik in der Postmoderne, Berlin 1997.
Hardt, M./Negri, A., Αυτοκρατορία, Αθήνα 2002.
Novak, J. <<Automatische Autonomie>>, Das Argument 235, 2000.
Offe, C., Koινωνία της εργασίας; Αθήνα 1993.
Πιτέλης, Χ. <<Μεθοδολογικές προσεγγίσεις του καπιταλιστικού κράτους>>, Αξιολογικά 10, 1997.
Roemer, J.-A., A General Theory of Exploitation and Class, Cambridge-Massachusetts 1982 (Univeristy Press).
Σωτήρης, Π. <<Αυτοκρατορία: νέο θεωρητικό υπόδειγμα ή αναπαραγωγή αντιφάσεων>>, Θέσεις 85, 2003.
Wright, Ε.-O., Classes, London 1985 (New Left Books-Verso) 1985.

 

 

 

Παραμύθια για Καληνύχτα



Παραμύθια για Καληνύχτα



Το νέο βιβλίο της Νένας Γεωργιάδου

 

ΣΤΕΙΛΤΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:

elnikol@alfavita.gr

 

[Κεντρική Σελίδα Επιστήμης]

[Περιεχόμενα Επιστημονικών Αρθρων]

[Κεντρική Σελίδα]

[εισαγωγική σελίδα]