| |
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΕΝΙΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ
ΧΩΧΑΡΟΥΠΑΣ
(Βιβλίο γλώσσας δευτέρας δημοτικού)
Το βιβλίο της γλώσσας της δευτέρας δημοτικού, το οποίο καλούμαστε να
διδάξουμε για πρώτη φορά φέτος, αποτελεί αρνητικό παράδειγμα για τη
διδακτική της γλώσσας. Αν αποφασίσει κανείς ν’ ασχοληθεί με το καθένα
ξεχωριστά από τα προβληματικά του στοιχεία, θα καταλήξει με ένα
εξαιρετικά εκτενές κείμενο. Τα προβλήματα που δημιουργεί δεν είναι
αποκλειστικά μεθοδολογικά, δεν περιορίζονται απλά στον τρόπο που προωθεί
τη διδακτική της γλώσσας, αλλά αφορούν κυρίως ζητήματα ιδεολογικά.
Ιδεολογικά, για παράδειγμα, μπορεί κανείς να σταθεί στο διακοσμητικό
ρόλο που κατέχει ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου, η Γαλήνη, παιδί με
αναπηρία. Είναι πασιφανές ότι η αναπηρία του παιδιού αυτού υπάρχει μόνο
για τα προσχήματα. Πουθενά και σε κανένα σημείο το παιδί αυτό δε
φαίνεται να συναντά εμπόδια στην καθημερινή του ζωή, ακριβώς όπως
συμβαίνει με εκατοντάδες παιδιά με αναπηρία σε ολόκληρη τη χώρα. Το ίδιο
μπορεί να πει κανείς και για τον Αρμπέν που είναι από την Αλβανία.
Πλήρως ενταγμένος.
Μεθοδολογικά, μπορεί να σταθεί κανείς στον αποσπασματικό έως χαοτικό
χαρακτήρα της διάταξης των κειμένων. Κατασκευάσματα των συγγραφέων τα
περισσότερα υπάρχουν εκεί μόνο και μόνο για να διδαχθούν τα γραμματικά
φαινόμενα. Και επειδή η διδασκαλία των γραμματικών φαινομένων έχει
προταχθεί της διδασκαλίας της επικοινωνιακής χρήσης της γλώσσας και των
κειμενικών ειδών, τα κείμενα είναι απλώς τοποθετημένα με τέτοιον τρόπο
ώστε να τηρείται με ευλάβεια η σειρά που θα συναντούσαμε σε ένα
εγχειρίδιο γραμματικής: συλλαβισμός, δίψηφα φωνήεντα και σύμφωνα κτλ.
κτλ. Έτσι, στο ίδιο κεφάλαιο συνυπάρχουν για παράδειγμα ένα απόσπασμα
από βιβλίο της Μάρως Θεοδωράκη με θέμα τη μουσική, ένα φτιαχτό κείμενο
των συγγραφέων για το ταχυδρομείο, το «Πρωινό άστρο» του Γιάννη Ρίτσου,
και «Ο παπαγάλος» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Κανένα νόημα δε συνδέει τα
κείμενα μεταξύ τους και ούτε φυσικά ανήκουν όλα στο ίδιο κειμενικό
είδος. Απλά εξυπηρετούν όλα το γραμματικό φαινόμενο του συλλαβισμού. Τον
ίδιο στόχο βέβαια θα μπορούσαν να τον εξυπηρετήσουν το ίδιο καλά
οποιαδήποτε άλλα κείμενα, αρκεί να τα βάζαμε το ένα δίπλα στο άλλο και
να καλούσαμε τα παιδιά να κυκλώσουν συλλαβές, να τις μετρήσουν ή να τις
τονίσουν.
Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υποστηρίξει, ότι κάθε άλλο παρά «ατάκτως
ερριμμένα» είναι τα κείμενα και ότι υπάρχει νοηματικό πλαίσιο που διέπει
ολόκληρο το πρώτο τεύχος. Αυτό δεν είναι άλλο από ένα ταξίδι που κάνουν
οι ήρωες και που δικαιολογεί και τον τίτλο του συγκεκριμένου τεύχους:
«Ταξίδι στον κόσμο της γλώσσας». Το ταξίδι αυτό ξεκινάει με αφορμή ένα
κόμικς που παρουσιάζεται στην τρίτη ενότητα (σελ. 28), και είναι ακριβώς
αυτό το ταξίδι που θεωρώ ότι αποτελεί το μέγιστο ιδεολογικό ολίσθημα της
συγγραφικής ομάδας. Ως στόχοι της συγκεκριμένης ενότητας αναφέρονται οι
εξής: να μάθουν τα παιδιά να διαβάζουν κόμικς, να αλλάζουν ένα διάλογο
και να τον κάνουν μικρή ιστορία, να αλλάζουν ένα κείμενο και να το
κάνουν διάλογο, να μάθουν τους ήχους που γράφονται με δύο γράμματα
(δίψηφα σύμφωνα και δίψηφα φωνήεντα), να γνωρίζουν τα σύμφωνα που
μπαίνουν στο τέλος των λέξεων και να ξεχωρίζουν ποιες λέξεις δεν
παίρνουν τόνο. Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, οι στόχοι που
δηλώνονται είναι αποκλειστικά και μόνο γλωσσικοί και κανένας άλλος
στόχος δε δηλώνεται, ούτε στο βιβλίο των παιδιών αλλά ούτε και στο
βιβλίο του/της εκπαιδευτικού.
Ωστόσο το κείμενο αποτελεί ένα είδος νοηματικής πλατφόρμας, πάνω στην
οποία βασίζεται και με τη βοήθεια της οποίας προωθείται στη συνέχεια όλη
η πλοκή του βιβλίου και η διδασκαλία πολλών κειμενικών ειδών και
γλωσσικών φαινομένων. Η ιστορία ολοκληρώνεται στο τέλος αυτού του
τεύχους. Δηλαδή η όλη διδασκαλία θα στηρίζεται πάνω στο συγκεκριμένο
εννοιολογικό περιεχόμενο για δύο τουλάχιστον μήνες. Η νοηματική αυτή
συνέχεια εξυπηρετεί βέβαια, με την παρεμβολή δεκάδων άλλων άσχετων
κειμένων, τη νοηματική πλαισιοποίηση των γλωσσικών φαινομένων
προκειμένου αυτά να λειτουργούν σε όσο γίνεται πιο «αυθεντικά» πλαίσια.
Αφήνοντας κατά μέρος τα δήθεν αυθεντικά πλαίσια που κατασκευάζει το
βιβλίο και τις σοβαρές ενστάσεις που εγείρονται για το αν πράγματι
προωθεί μια αυθεντικά επικοινωνιακή διδασκαλία της γλώσσας, ας
επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην πλοκή αυτής της ιστορίας που
ουσιαστικά ξεκινάει με το κόμικς της σελ. 28. Το κόμικς (το οποίο
παρεμπιπτόντως βρίθει από στερεότυπα) παρουσιάζει τρία παιδιά που το
καθένα για τους δικούς του λόγους είναι δυσαρεστημένο από τη ζωή του.
Παιδί πρώτο: Παιδί του δυτικού κόσμου – το όνομα (Άννα) παραπέμπει
σε ελληνόπουλο. Είναι δυσαρεστημένο γιατί έχει ένα μικρό ποδήλατο και,
ενώ έχει ζητήσει ένα μεγαλύτερο, έχει εισπράξει από τη μητέρα του
άρνηση. Πίσω από τις γραμμές ή καλύτερα πίσω από την εικόνα υφέρπει εδώ
ο ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ. Το ότι αυτός προβάλλεται απροκάλυπτα ως αξία και στάση
ζωής στο συγκεκριμένο εννοιολογικό πλαίσιο φαίνεται από τη εξέλιξη της
ιστορίας. Στην πραγματικότητα μάλιστα αποτελεί σημαντικότατο ιδεολογικό
παράγοντα για την κορύφωση της ιστορίας και την «ευτυχισμένη» κατάληξή
της. Φάνηκε άλλωστε ολοκάθαρα και από τον τρόπο πρόσληψής του από τα
παιδιά στην τάξη.
Παιδί δεύτερο: Η ενδυμασία περισσότερο και το όνομα (Νου) λιγότερο,
παραπέμπουν σε ινδική καταγωγή. Το παιδί αυτό είναι δυσαρεστημένο γιατί,
ενώ θα προτιμούσε να πάει στην παραλία και να παίξει με το κουβαδάκι
του, υποχρεώνεται από τη μητέρα του να πάρει τη στάμνα και να πάει να
φέρει νερό. Εδώ στηλιτεύεται υποτίθεται η ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ως παράγοντας
που οδηγεί τα παιδιά στη δυστυχία. Οι άρρητες ιδεολογικές παραδοχές εδώ
είναι πολλαπλές και εγείρουν τρία τουλάχιστον ερωτήματα: α) κάθε μορφή
παιδικής εργασίας είναι καταδικαστέα και οδηγεί στη δυστυχία, ακόμα και
αυτή που γίνεται στα πλαίσια της οικογένειας; β) πράγματι πολύ συχνά,
ακόμα και στα πλαίσια της οικογένειας, η παιδική εργασία γίνεται
αντικείμενο εκμετάλλευσης και πολύ συχνά αφαιρεί από πολλά παιδιά σε
ολόκληρο τον κόσμο το δικαίωμα στην εκπαίδευση και πολλές φορές και την
υγεία, αλλά σε ποιο βαθμό αυτό είναι μια ιδιωτική υπόθεση όπου την
αποκλειστική ευθύνη έχουν οι σκληροί και άκαρδοι γονείς; και γ) η έκταση
και οι τραγικές συνέπειες αυτού του φαινομένου θα ήταν τέτοιες, εάν δεν
υπήρχε τόσο καλά εδραιωμένη η πρακτική που δρα στην περιφέρεια του
καπιταλιστικού συστήματος και εκμεταλλεύεται την παιδική εργασία με το
χειρότερο τρόπο για την παραγωγή μεγάλου, μεγαλύτερου, μέγιστου κέρδους;
Παιδί τρίτο: Παιδί από την Αφρική, ο Ραφαέλ. Το παιδί αυτό είναι
δυστυχισμένο γιατί στη χώρα του επικρατεί ΞΗΡΑΣΙΑ, ΦΤΩΧΙΑ και ΠΕΙΝΑ.
Στη συνέχεια της ιστορίας τα τρία παιδιά ενώνουν τις δυστυχίες τους, και
αποφασίζουν να δραπετεύσουν απ’ αυτές, δηλαδή από τις συνθήκες της
πραγματικής ζωής τους, και να αναζητήσουν έναν παράδεισο για παιδιά: τη
Χωχαρούπα. “Είναι μια πόλη ονειρεμένη με ψηλά δέντρα και καταπράσινη
χλόη. Όλα τα παιδιά έχουν λουλούδια στο σπίτι τους, νερό, τροφή,
παιχνίδια και πάρκα για να παίζουν!” (σελ. 28-29). Σε όλο το υπόλοιπο
βιβλίο, οι πραγματικοί ήρωές του ακολουθούν τους φανταστικούς ήρωες του
κόμικς στο ταξίδι τους για τη Χωχαρούπα. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το
σημαντικότατο ατόπημα της συγγραφικής ομάδας, καθώς είναι φανερό ότι
μέσα από το συγκεκριμένο κείμενο προωθείται η ιδέα ότι οι άνθρωποι που
αντιμετωπίζουν δυσκολίες, αλλά τα παιδιά ιδιαίτερα (εδώ θα μπορούσαμε να
συζητάμε ώρες για τις παραδοχές σχετικά με την παιδική ηλικία που
υιοθετούνται στο συγκεκριμένο πλαίσιο), οφείλουν να δραπετεύουν απ’
αυτές. Δεν οφείλουν να αγωνίζονται ενάντια στους παράγοντες της
δυστυχίας τους, αλλά πολύ περισσότερο δεν οφείλουν να αναζητούν τις
αιτίες που προκαλούν τη δυστυχία τους (γιατί ο καταναλωτισμός είναι αξία
και στάση ζωής; γιατί όσοι δεν μπορούν να καταναλώνουν όλο και
περισσότερα γίνονται δυστυχισμένοι; γιατί η παιδική εργασία – για αιώνες
σημαντικότατος παράγοντας της οικογενειακής οργάνωσης και ισχυρό μέσο
κοινωνικοποίησης – μετατρέπεται σε αισχρό αντικείμενο εκμετάλλευσης και
παραγωγής κέρδους; από ποιους; γιατί η αφρικανική ήπειρος βιώνει αυτές
τις τραγικές συνθήκες ζωής; ποιος είναι ο ρόλος των αναπτυγμένων χωρών
στη δημιουργία και συντήρησή τους; ποιος συντηρεί το ληστρικότατο χρέος
της υποσαχάριας ιδιαίτερα Αφρικής που απομυζά όλον τον πλούτο που
παράγεται σ’ αυτήν; γιατί ενώ παγκόσμια παράγεται πλούτος που θα
μπορούσε να θρέψει άλλες 10 φορές τον πληθυσμό όλης της γης, υπάρχουν
τόσοι πολλοί άνθρωποι που πεινούν και διαβιούν σε συνθήκες απόλυτης
αναξιοπρέπειας και εξαθλίωσης;). Αντίθετα, τα παιδιά πρέπει να θεωρούν
αυτονόητο ότι ως παιδιά πρέπει να ζουν σε παραδείσους και ότι, όταν αυτό
δε συμβαίνει πρέπει να κάνουν ότι μπορούν για να τους βρουν. Όχι ν’
αναρωτηθούν τι είδους παράδεισοι είναι αυτοί στους οποίους ντε και καλά
πρέπει να ζουν, ούτε καν να αγωνιστούν για να τους φτιάξουν, αλλά να
αφήσουν το σπίτι τους για να τους βρουν, έτοιμους.
Εδώ θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι αυτά βέβαια δεν είναι ζητήματα
που μπορούν να συζητηθούν με τόσο μικρά παιδιά (άποψη με την οποία
διαφωνώ έντονα) και ότι είναι απλώς μια φανταστική ιστορία, ένα μικρό
παραμυθάκι, που οι στόχοι του είναι αποκλειστικά γλωσσικοί και που όλα
τα παραπάνω είναι υπερβολικά και καθόλου δεν ήταν στις προθέσεις των
συγγραφέων. Αλλά τότε γιατί κατασκεύασαν ένα κόμικς που θίγει ακριβώς
αυτά τα ζητήματα; Όλοι οι επιστήμονες που ασχολούνται με τη γλώσσα και
τη διδακτική της γνωρίζουν ότι δεν υπάρχουν αθώα παραμυθάκια και ότι
κάθε γλωσσικό κείμενο, ακόμα και ένα πρόβλημα μαθηματικών, προάγει
συγκεκριμένες αξίες και στάσεις ζωής. Γιατί θίγουν τόσο επιδερμικά και
τόσο επιπόλαια τα συγκεκριμένα ζητήματα; Γιατί τα παρουσιάζουν ως
ατομικά προβλήματα; Γιατί στηρίζουν όλο το υπόλοιπο βιβλίο πάνω σε αυτό
το κείμενο; Επί δύο συνεχείς μήνες θα διδάσκουμε στα παιδιά πώς να
αφήνουν το σπίτι τους, όταν εισπράττουν μια άρνηση στις καταναλωτικές
τους ανάγκες ή όταν βιώνουν δύσκολες συνθήκες ζωής και να αναζητούν
παραδείσους; Επί δύο συνεχείς μήνες θα λειτουργούμε μέσα στο
συγκεκριμένο εννοιολογικό πλαίσιο, προετοιμάζοντας το ταξίδι των ηρώων
μας και ακολουθώντάς τους σ’ αυτό μέχρι την επίτευξη του στόχου;
- Χωχαρρούπα είναι η Xώρα των Χαρούμενων Παιδιών, της αγάπης, της
ειρήνης, των γλυκών ζαχαρωτών. (…)
- Και τι κάνετε εδώ όλη μέρα;
- Παίζουμε και τραγουδάμε όλη μέρα και γελάμε, όλα τα παιδιά βοηθάμε κι
όλοι ΙΣΟΙ προχωράμε. (σελ. 76).
Όταν φτάσουν δηλαδή σε αυτόν τον παράδεισο οι ήρωές μας όλες οι μορφές
ανισότητας θα έχουν ως δια μαγείας εξαφανιστεί και όλοι θα νιώθουν
ευτυχισμένοι και ίσοι;
Δύο δυνατότητες θεωρώ ότι έχει στη διάθεσή του/της ο/η εκπαιδευτικός που
καλείται να διδάξει το συγκεκριμένο βιβλίο. Η πρώτη δυνατότητα είναι να
το διδάξει αποκλειστικά ως γλωσσικό εργαλείο (αν και ως τέτοιο δεν είναι
καθόλου καλό), κάνοντας ότι δεν αντιλαμβάνεται τις ιδεολογικές του
παραδοχές και ελπίζοντας ότι κανένα από τα παραπάνω μηνύματα δεν θα
περάσει τελικά στα παιδιά τους δύο αυτούς μήνες που με χίλιους τρόπους
θα διαπραγματεύονται το θέμα. Η δεύτερη δυνατότητα είναι να
χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο βιβλίο, ως μέσο για να συνειδητοποιήσουν
τα παιδιά ότι πρέπει να κρατούν κριτική στάση απέναντι σε ό,τι
διαβάζουν, ακόμη και αν αυτό είναι ένα σχολικό εγχειρίδιο. Από την άποψη
αυτή βέβαια το βιβλίο εξυπηρετεί έναν ύψιστο παιδαγωγικό στόχο, αλλά
πολύ φοβάμαι ότι αυτός πράγματι δεν ήταν στις προθέσεις των συγγραφέων.
Σταγιά Πευκούλα
Εκπαιδευτικός
1ο δημοτικό σχολείο Ν. Μηχανιώνας
Οκτώβριος 2007
|
|
|