Δρος
Ελένης Τρεμετουσιώτη - Λοΐζου
Οι Σκοπoί
της Γλωσσικής Διδασκαλίας
Μέσα από τη γλωσσική
διδασκαλία οι μαθητές θα βοηθηθούν να κατανοούν
και να χρησιμοποιούν με ευχέρεια τον πλούτο και
τους μηχανισμούς της γλώσσας μας, ώστε να
εκφράζονται ορθά τόσο στον προφορικό όσο και στο
γραπτό λόγο. Επίσης, θα βοηθηθούν να αναπτύξουν
την πνευματική τους συγκρότηση, γεγονός που θα
τους διευκολύνει στην επικοινωνία με το
περιβάλλον τους.
Το παιδί με την είσοδό του στο σχολείο έχει στη
συνείδησή του έναν αρκετά μεγάλο αριθμό λέξεων
περίπου 2.000 με 2.500, που έχει αποκτήσει με τη
φυσική διδασκαλία μάθησης. Ασυνείδητα έχει στο
μυαλό του, ένα γενικό γλωσσικό σύστημα, κατέχει
βασικούς γλωσσικούς κανόνες και μια βασική
γλωσσική δομή και επίσης, έχει αναπτύξει τη
γλωσσική του διαίσθηση, ώστε να μπορεί γλωσσικά
να επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους[1].
Με τη γλωσσική διδασκαλία δεν
επιδιώκεται απλά και μόνο να ξεπεράσουν οι
μαθητές ένα μορφωτικό πρόβλημα, όπως συμβαίνει
με τα γλωσσικά αντικείμενα των άλλων μαθημάτων,
αλλά να κατακτήσουν μια τέτοια συμπεριφορά που
θα τους παράσχει τις δυνατότητες να συμμετάσχουν
ενεργά στις κοινωνικές διεργασίες που λαμβάνουν
χώρα στο περιβάλλον τους, καθώς και στην
κοινωνική αλληλεπίδραση ως ενεργά μέλη της
κοινωνίας στην οποία ζουν.
Ο σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος της
Νεοελληνικής Γλώσσας, γενικά, είναι η
καλλιέργεια της γλωσσικής δυνατότητας σε
γλωσσική ικανότητα καθώς και η απόκτηση
γλωσσικής άνεσης και ευχέρειας στο λόγο.
«Μαθαίνω τη γλώσσα στο σχολείο σημαίνει μαθαίνω
να κατανοώ, να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο και να
επικοινωνώ αποδοτικά με τα άλλα μέλη της
κοινωνίας στην οποία ανήκω. Η μάθηση αυτή […]
είναι δικαίωμα όλων των μαθητών…»[2].
Συγκεκριμένα, για το γραπτό
λόγο, ουσιαστικός παράγοντας για την καλλιέργεια
της ικανότητας των μαθητών σ’ αυτόν είναι η
ανάγκη να ελέγχουν, να διορθώνουν και να
βελτιώνουν το κείμενό τους λαμβάνοντας υπόψη τις
παρατηρήσεις του καθηγητή τους.
Σκοπός του μαθήματος της
γλωσσικής διδασκαλίας είναι να βοηθήσει το
μαθητή να κατακτήσει τη μητρική του γλώσσα. Πιο
συγκεκριμένα να τον βοηθήσει να αποκτήσει:
α) Συνείδηση της λέξης και των ορίων της.[3]
β) Συνείδηση της γλώσσας και των ορίων της˙
συνείδηση
με άλλα λόγια της πολυδυναμίας της,
της
δημιουργικότητάς της, της πολυμορφίας της και
της απεραντοσύνης της.
Αυτό προϋποθέτει την
καλλιέργεια δύο βασικών ικανοτήτων:
α) Τη γλωσσική ικανότητα που
νοείται ως:
·
γνώση και κατοχή των γραμματικοσυντακτικών δομών
και του λεξιλογίου της γλώσσας
και
·
σύνθετη ικανότητα επιμέρους δεξιοτήτων:
ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης και γραφής.
β) Την
επικοινωνιακή
ικανότητα, που
νοείται ως ικανότητα προσαρμογής της
γλωσσικής χρήσης στις διαφορετικές κάθε
φορά
περιστάσεις
επικοινωνίας.[4]
Ειδικότερος
σκοπός
της γλωσσικής διδασκαλίας πρέπει να είναι
η καλλιέργεια των ικανοτήτων κατανόησης των
μορφών του
προφορικού
και
του
γραπτού
λόγου, καθώς και η δημιουργική
χρήση
της γλώσσας με την
παραγωγή
προφορικού
και γραπτού λόγου ο οποίος να λαμβάνει
υπόψη τις συγκεκριμένες επικοινωνιακές
περιστάσεις.
Με τη διδασκαλία της γλώσσας στο σχολείο,
στοχεύουμε
στη σωστή και ολοκληρωμένη κατάρτιση του μαθητή
και στους τέσσερις τομείς: ομιλία, ακρόαση,
ανάγνωση και γραπτή έκφραση.
Για κανένα από τους
προαναφερθέντες τομείς δεν ισχύουν έμφυτες
ικανότητες. Όλες είναι επίκτητες. Συνεπώς,
διδάσκονται και αποκτώνται μέσα από τη
διδασκαλία. Όσο πιο συστηματική και πλήρης είναι
αυτή, τόσο πιο συστηματική και πλήρης είναι η
γλωσσική κατάρτιση του μαθητή. Το ίδιο ισχύει
και αντίστροφα.
Σαφές είναι ότι η διδασκαλία
των γλωσσών ανέκαθεν σήμαινε και σημαίνει την
προσπάθεια του διδάσκοντα να αναπτύξει ο μαθητής
μια σειρά από δεξιότητες στη χρήση της γλώσσας.
Στο παρελθόν, απώτερος σκοπός της διδασκαλία της
γλώσσας ήταν η κατάκτηση του συστήματος της
γλώσσας. Σύμφωνα με τον Εξαρχόπουλο, (1962:183):
«Μεταξύ των σκοπών της διδασκαλίας του μαθήματος
της μητρικής γλώσσας καταλέγεται και ούτως: Να
καταστήσει τους μαθητάς ικανούς προς γραπτήν
έκφρασιν των διανοημάτων αυτών εν γλώσση κομψή
και γραμματικώς ορθή, και δη εν τη γλώσση, ην
χρησιμοποιούσιν οι άριστοι των συγγραφέων, των
γραψάντων εν αυτή».
Σύμφωνα με το Πρόγραμμα
Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας
Εκπαίδευσης, με
την παραγωγή του γραπτού λόγου στο Λύκειο
επιδιώκεται μεταξύ άλλων να συνειδητοποιήσει ο
μαθητής ότι ο γραπτός λόγος πρέπει να είναι
σαφής, να έχει νοηματική συνοχή και αυστηρή
λογική οργάνωση. Επίσης, στοχεύει στην ανάπτυξη
της ικανότητας του μαθητή να αποδίδει στο γραπτό
και στον προφορικό λόγο. Επιπρόσθετα, να
χρησιμοποιεί στο γραπτό λόγο την κατάλληλη
λειτουργία της γλώσσας, ανάλογα με την περίσταση
και τις προθέσεις του και να προσαρμόζει το
γραπτό του λόγο ανάλογα με την επικοινωνιακή
περίσταση. Περαιτέρω, αποσκοπεί στην ανάπτυξη
της ικανότητάς του να γράφει ποικίλα είδη
κειμένων, στα οποία να κυριαρχεί ο
αποφαντικός-κριτικός τρόπος και η κατάλληλη για
την περίσταση γλωσσική ποικιλία. Ουσιαστική,
επίσης, θεωρείται η εφαρμογή στο γραπτό λόγο των
κανόνων της Γραμματικής και του Συντακτικού που
διδάχτηκε στο Γυμνάσιο, όσο και η επιλογή του
κατάλληλου λεξιλογίου, ανάλογα με την περίσταση.
Η νέα προσέγγιση για τη
γλωσσική διδασκαλία διέπεται από ορισμένες
βασικές αρχές που είναι αποτέλεσμα της μελέτης
των σύγχρονων επιστημονικών δεδομένων:
1) Η βασική αρχή ότι ο σκοπός
του μαθήματος είναι πρώτιστα γλωσσικός
αποβλέποντας στο να γίνουν οι μαθητές, όσο το
επιτρέπει το επίπεδο ηλικίας τους, καλοί
ομιλητές, καλοί αναγνώστες και επαρκείς
χειριστές της γραπτής γλώσσας, με άλλα λόγια να
γίνουν ικανοί χρήστες της γλώσσας ως πομποί και
ως δέκτες, συμφώνως με τις υπαγορεύσεις του
ορθού λόγου και με τις απαιτήσεις της
αποτελεσματικής επικοινωνίας (Βουγιούκας,
1994:38).
2) Η αρχή, επίσης, της
ενοποίησης του γλωσσικού μαθήματος, που στο
παρελθόν διδασκόταν κατακερματισμένο, σε
ανάγνωση, γραμματική, έκθεση.
Ένας, επίσης, σκοπός της
γλωσσικής διδασκαλίας, όπως προαναφέρθηκε, είναι
να καταστήσει τους μαθητές επαρκείς ομιλητές.
Αυτό σημαίνει ότι:
α) Μέσα από τη σχολική πράξη
πρέπει να ασκηθούν, ώστε να κατανοούν ποικίλες
μορφές προφορικού και γραπτού λόγου και να τις
συνδέουν με τις συνθήκες επικοινωνίας, μέσα στις
οποίες παράγονται, αλλά και να καταστούν οι
ίδιοι ικανοί να χρησιμοποιούν δημιουργικά τη
γλώσσα για την παραγωγή προφορικού και γραπτού
λόγου, προσαρμοσμένου στην εκάστοτε περίσταση
επικοινωνίας.
β) Οφείλουν, μέσα από την πιο
πάνω διαδικασία, να συνειδητοποιήσουν το
μηχανισμό λειτουργίας της γλώσσας και να μάθουν
να αξιοποιούν αποτελεσματικά τις δυνατότητες που
τους παρέχει.
Οι πιο πάνω πτυχές
αντιστοιχούν στις δύο όψεις του φαινομένου της
γλώσσας που είναι η χρήση και η δομή της, οι
οποίες είναι αλληλένδετες και η κατάκτησή τους
ακολουθεί μια παράλληλη πορεία.
Ο σκοπός μας, όταν διδάσκουμε
μια γλώσσα, δεν είναι μόνο να καταστούν οι
μαθητές ικανοί να ξεπεράσουν ένα σημαντικό
μορφωτικό εμπόδιο, αλλά να τους βοηθήσουμε να
υιοθετήσουν μια τέτοια συμπεριφορά που να τους
επιτρέψει να συμμετέχουν σε μια κοινωνία ως μέλη
της.
Πάνω απ’ όλα, όμως, η γλώσσα είναι ενέργεια και
κίνηση δημιουργική. «Γι’ αυτό και η γλωσσική
διδασκαλία δεν μπορεί να είναι μνημονική,
παθητική, στατική. Οφείλει να είναι ενεργητική,
δημιουργική, δυναμική»[5]
(Τσολάκης, 1999:25-26).
Δρ Ελένη Τρεμετουσιώτη-Λοΐζου,
ΕΜΕ Φιλολογικών Μαθημάτων
email:elloizo@yahoo.gr
Αναφορές
[3]
Wittgenstein,
L.,
Valéry,
P.
[4]
Μήτσης, 1998.
5
Τσολάκης, 1999.
Βιβλιογραφία
Παπαρίζος, Χ.
(1993).
Η μητρική γλώσσα στο σχολείο: δομισμός –
λειτουργισμός.
Αθήνα: Γρηγόρης.
Αθανασίου, Λ.
(2003).
Γλώσσα – Γλωσσική Επικοινωνία και Διδασκαλία στην
Πρωτοβάθμια και
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Ιωάννινα: Γ. Δούβαλης - Ε. Αποστόλου.
Μήτσης, Ν. (1998).
Η διδακτική του
γλωσσικού μαθήματος. Από τη γλωσσική
θεωρία στη διδακτική πράξη.
Αθήνα:
Gutenberg.
Τσολάκης, Χ. Λ.
(1999).
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
4η
έκδ. Θεσ/νίκη:
Νησίδες.
[Περιεχόμενα
Αρθρων]
[άρθρα
προηγούμενων ετών]