ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ:ΣΤΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ
ΦΥΣΙΚΗΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΛΥΚΕΙΟΥ
ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
ΣΤΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΗΣ
ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΛΥΚΕΙΟΥ
I. ΓΝΩΣΗ
Με τη γνώση, όταν είναι επιστημονική,
αντανακλάται και αναπαρίσταται η
αντικειμενική πραγματικότητα στη νόηση του
ανθρώπου.
Σκοπός της γνώσης είναι να φτάσει στην
αντικειμενική αλήθεια, ώστε να γνωρίσουν και
να κατανοήσουν οι άνθρωποι τον κόσμο: τη
φύση, την κοινωνία, τον εαυτό τους. Να
κατανοήσουν τα φαινόμενα, τις ιδιότητες της
ύλης και τους νόμους της φυσικής και
κοινωνικής εξέλιξης.
Η γνώση χρησιμοποιείται στην πρακτική
δραστηριότητα των ανθρώπων με σκοπό να
μετασχηματίσουν τον κόσμο και να υποτάξουν
τη φύση στις ανάγκες τους.
Η γνώση έχει έναν ενεργητικό και δημιουργικό
χαρακτήρα. Αποκαλύπτοντας τις νομοτέλειες
του αντικειμενικού κόσμου δείχνει το δρόμο
του μετασχηματισμού, της αλλαγής του. « Η
πραγματικότητα θα μας διδάξει πώς την
πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε» (Κ. Μάρξ.)
Γνώση και μετασχηματισμός της φύσης και της
κοινωνίας με την πράξη είναι δυο πλευρές της
ενιαίας ιστορικής πορείας, που η μια
καθορίζει την άλλη και η μια εισδύει στην
άλλη.
Μόνο όταν η κοινωνική και παραγωγική
πρακτική επιβεβαιώνει τη σύμπτωση των ιδεών,
των γνώσεων και των θεωριών με την
αντικειμενική πραγματικότητα, μόνο τότε
εκφράζουν την αλήθεια, έχουν αλήθεια.
II. ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Η ιδεολογία είναι σύστημα ιδεών, αντιλήψεων
και θεωριών, αξιών και κανόνων, ιδανικών,
σκοπών και κατευθύνσεων για δράση. Η
ιδεολογία συνενώνει και κινητοποιεί ομάδες,
κοινωνικές τάξεις, κατηγορίες ανθρώπων κ.α.
Το κύριο σ’ αυτό το σύνολο είναι οι θεωρίες,
το θεωρητικό μέρος, στο οποίο εκφράζεται
αυτή η ιδιοτυπία της ιδεολογίας, η ικανότητά
της να αποκαλύπτει όχι μόνο τα φαινόμενα
αλλά και την ουσία των πραγμάτων.
Καμιά ιδεολογία δεν μπορεί να εμφανιστεί και
να διαμορφωθεί χωρίς τις αναγκαίες υλικές –
κοινωνικές συνθήκες, αλλά και χωρίς το
θεωρητικό της μέρος, που αποτελεί και την
ουσία της. Έτσι λ.χ. η αστική ιδεολογία (η
ιδεολογία της αστικής τάξης) γεννήθηκε και
διαμορφώθηκε τότε μόνο, όταν είχε ήδη
εμφανιστεί το 18ο αιώνα η αστική φιλοσοφία,
η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη, η
οικονομία κ.α. Πριν υπήρχαν ξεχωριστές
αστικές ιδέες, αντιλήψεις, κρίσεις κ.τ.λ.
Αυτές όμως ακόμη δεν σχημάτιζαν ένα
ολοκληρωμένο σύστημα και για το λόγο αυτό
δεν είχε διαμορφωθεί η αστική ιδεολογία.
Τον επόμενο αιώνα, τον 19ο , όταν με την
ανάπτυξη του καπιταλισμού σχηματίστηκε η
εργατική τάξη, άρχισε να διαμορφώνεται η
ιδεολογία της, αφού αναπτύχθηκε ο μαρξισμός
ως θεωρία του εργατικού κινήματος.
Η ιδεολογία αποτελεί αντανάκλαση του
κοινωνικού είναι, της αντικειμενικής
πραγματικότητας. Δεν πρόκειται όμως για μια
συνηθισμένη και επιφανειακή αντανάκλαση,
αλλά για μια σύνθετη και κατ’ εξοχήν έμμεση
αντανάκλαση της πραγματικότητας.
Η ιδεολογία, αφού σχηματιστεί, δεν αντανακλά
μόνο το κοινωνικό είναι , δε βρίσκεται μόνο
σε εξάρτηση από τις κοινωνικές και
οικονομικές συνθήκες, αλλά έχει σχετική
αυτοτέλεια. Έχει δικούς της νόμους και
τάσεις εξέλιξης και επιδρά με τη σειρά της
στην κοινωνική εξέλιξη, έχει δηλ. ενεργητικό
χαρακτήρα, δεν αποτελεί παθητική αντανάκλαση
της πραγματικότητας.
Δεν υπάρχει ιδεολογία γενικά ή γενική
ιδεολογία. Στις ταξικές ανταγωνιστικές
κοινωνίες η ιδεολογία είναι ταξική.
Εννοείται ως θεωρητική αντανάκλαση του
κοινωνικού είναι από τις θέσεις μιας
συγκεκριμένης τάξης (φεουδαρχική ιδεολογία,
αστική – καπιταλιστική, εργατική –
μαρξιστική ιδεολογία).
Ο ταξικός χαρακτήρας της ιδεολογίας
καθορίζεται από τα συμφέροντα της τάξης, τα
οποία βρίσκουν μέσα στην ιδεολογία την
πλήρη, έντονη και συνειδητοποιημένη έκφραση.
Ο μαρξισμός είναι η ιδεολογία της εργατικής
τάξης, επειδή θεμελιώνει και υπερασπίζεται
τα συμφέροντα, τις επιδιώξεις και τα ιδανικά
της.
Η αστική ιδεολογία αποτελεί έκφραση των
συμφερόντων της αστικής τάξης και γι’ αυτό
προσπαθεί να δικαιολογήσει ή να συγκαλύψει
την ταξική εκμετάλλευση, την καταπίεση, τις
ανισότητες και την αδικία, να δικαιολογήσει
τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, την ανεργία
και το κοινωνικό περιθώριο. Επειδή τα
συμφέροντα της αστικής τάξης βρίσκονται σε
αντίθεση με τα συμφέροντα της εργατικής και
όλου του λαού αλλά και με την κοινωνική
εξέλιξη, η αστική ιδεολογία βρίσκεται σε
διάσταση με τις επιστήμες, αποτελεί «
κατασκευή» και διαμορφώνει πλαστή,
φενακισμένη συνείδηση
Αν η γνώση είναι δύναμη, η επαναστατική
ιδεολογία, όταν κατακτήσει τη συνείδηση των
λαών γίνεται υλική δύναμη ικανή να’ αλλάξει
τον κόσμο, αφού θέτει σε κίνηση τις μάζες,
τις ωθεί να δράσουν οργανωμένα και συνειδητά
προς μια ορισμένη κατεύθυνση και για έναν
συγκεκριμένο σκοπό, τον επαναστατικό
μετασχηματισμό της κοινωνίας.
III. ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΓΝΩΣΗΣ – ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ
Θεωρούμε ότι η ουσία της γνώσης συνίσταται
στην ανακάλυψη και κατανόηση του κόσμου, των
νόμων που καθορίζουν την εξέλιξη και στη
χρησιμοποίησή τους για την ανάπτυξη, ενώ
ιδεολογία είναι η συστηματοποιημένη
κοινωνική συνείδηση, στην οποία εκφράζονται
τα βασικά ταξικά συμφέροντα της μια ή της
άλλης τάξης.
Αν είναι έτσι , τότε η σύνδεση, η
αλληλεπίδραση και αμοιβαία διείσδυση ανάμεσα
στη γνώση και ιδεολογία πρέπει να αναζητηθεί
πρώτα απ’ όλα στη σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς
τους νόμους της εξέλιξης και στα ταξικά
συμφέροντα.
Όταν αυτοί οι αντικειμενικοί νόμοι της
εξέλιξης δεν εκδηλώνονται μέσα από τη δράση
των ανθρώπων, δε συνδέονται και δεν
εκφράζονται μέσω των συμφερόντων των
ανθρώπων και των τάξεων εκεί η επιστημονική
γνώση δεν αποκτά ιδεολογικό χαρακτήρα,
επειδή δεν εκφράζει αυτά τα συμφέροντα.
Έτσι συμβαίνει με τους φυσικούς νόμους, τη
γνώση των οποίων προσφέρουν οι φυσικές
επιστήμες, η οποία από την άποψη του
φυσικού- επιστημονικού περιεχομένου δεν έχει
ιδεολογικό χαρακτήρα. Βέβαια οι ιδεολογικοί
εκπρόσωποι της κυρίαρχης αστικής τάξης
προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τα επιτεύγματα
των φυσικών επιστημών, να τα ερμηνεύσουν
φιλοσοφικά, όπως τους βολεύει (λ.χ. τις
ανακαλύψεις της μικροφυσικής και της
κβαντομηχανικής), για να αντικρούσουν τη
διαλεκτική υλιστική αντίληψη και να
δικαιώσουν τον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική
στις διάφορες παραλλαγές. Τέτοια επέμβαση
ερμηνευτική - φιλοσοφική [αλλά και με την
παράθεση ιδεολογικών κατασκευών (π.χ. Μεγάλη
Έκρηξη)] γίνεται στα βιβλία της Φυσικής
γυμνασίου και λυκείου με παρένθετα κείμενα,
ανάμεσα στα κεφάλαια, φιλοσοφούντων και
επιστημόνων ιδεαλιστών πάσης αποχρώσεως,
αλλά και με άλλους τρόπους.
Πρόκειται για ιδεολογική εκμετάλλευση των
γνώσεων των φυσικών επιστημών, οι οποίες
όμως δεν έχουν ιδεολογία.
Αυτό οφείλεται κυρίως στο χαρακτήρα των
συγκεκριμένων γνώσεων. Μελετώντας το φυσικό
κόσμο, οι νόμοι των οποίων είναι αδιάφοροι
προς τους αγώνες και τα συμφέροντα των
τάξεων, οι φυσικές και τεχνολογικές
επιστήμες δεν μπορούν να εκφράζουν και να
υπερασπίζονται αυτά τα συμφέροντα. Και όταν
ακόμη χρησιμοποιούνται προς το συμφέρον της
μια ή της άλλης τάξης, οι συγκεκριμένες
φυσικοεπιστημονικές γνώσεις δεν αποκτούν
ταξικό – ιδεολογικό χαρακτήρα.
Όταν όμως πρόκειται για τη φιλοσοφική
μεθοδολογία, που εφαρμόζεται στις φυσικές
επιστήμες, όπως συμβαίνει και με την
κοσμοθεωρητική ερμηνεία των θέσεων και
ανακαλύψεών τους, η παρουσία της ιδεολογίας
είναι αναμφισβήτητη.
Να διευκρινίσουμε εδώ ότι δεν υπάρχει και
δεν μπορεί να υπάρχει επιστημονική ιδεολογία
αν δεν συγκροτείται πάνω στα θεμέλια της
επιστήμης, κυρίως των κοινωνικών επιστημών
(κοινωνιολογία, ιστορία, πολιτική οικονομία)
και της φιλοσοφίας του διαλεκτικού και
ιστορικού υλισμού.
Οι κοινωνικές επιστήμες και η φιλοσοφία
ανακαλύπτουν και μελετούν τα φαινόμενα, την
κοινωνική εξέλιξη και τους νόμους της
εξέλιξης ( π.χ. το νόμο της καθολικής
εξέλιξης, της αλληλεπίδρασης ,
αλληλεξάρτησης και αλληλοκαθορισμού, της
πάλης των τάξεων, της αντιστοιχίας των
παραγωγικών σχέσεων στο χαρακτήρα των
παραγωγικών δυνάμεων, της μετατροπής των
ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτική αλλαγή με το
ποιοτικό άλμα κ.α). Οι νόμοι αυτοί της
κοινωνικής εξέλιξης εκδηλώνονται όχι μόνο
μέσα από τη δράση των ανθρώπων αλλά βρίσκουν
την έκφρασή τους στα συμφέροντα των τάξεων.
Γι’ αυτό η φιλοσοφία και οι κοινωνικές
επιστήμες εκφράζουν στις ταξικές κοινωνίες
με τις ιδέες και τις θεωρίες καθορισμένα
ταξικά συμφέροντα, έχουν αναπόφευκτα ταξικό
χαρακτήρα και αυτό αποτελεί μια σημαντική
διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και τις
κοινωνικές επιστήμες από τη μια και στις
φυσικές επιστήμες από την άλλη.
Στη φιλοσοφία και στις κοινωνικές επιστήμες
η γνώση και η ιδεολογία βρίσκονται σε
ενότητα. Εδώ δεν πρόκειται για δυο
διαφορετικές διαδικασίες, αλλά για μια
ενιαία διαδικασία με δυο βασικές πλευρές.
Η στενή όμως σύνδεση και ενότητα ανάμεσα στη
γνώση και στην ιδεολογία στον τομέα της
φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών δε
σημαίνει ότι συμπίπτουν πλήρως, ότι ανάμεσά
τους δεν υπάρχουν διαφορές.
Δεν έχουν όλες οι θέσεις και τα στοιχεία της
φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών
αυτές καθ’ αυτές ιδεολογικό χαρακτήρα, όπως
για παράδειγμα οι συγκεκριμένες επιμέρους
γνώσεις στην ιστορία, οι πληροφορίες και οι
χρονολογίες, τα συγκεκριμένα ιστορικά και
στατιστικά στοιχεία στην πολιτική οικονομία
και στην κοινωνιολογία κ.α.
ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ - ΛΥΚΕΙΟΥ
Τα εγχειρίδια του γυμνασίου περιέχουν
ιστορικές γνώσεις κάθε είδους από τη
προϊστορία ως τη σύγχρονη εποχή,
παραλείπονται όμως ή αποσιωπούνται πολλά και
όχι τυχαία.
Παραλείπεται ιδιαίτερα ό,τι έχει σχέση με
κινήματα και εξεγέρσεις δούλων, με λαϊκά
κινήματα και λαϊκές επαναστάσεις: των δούλων
με τον Σπάρτακο, του Αριστόνικου στη Μ. Ασία
(133-129π.Χ), των Παυλικιανών και του Θωμά
Σλάβου στο Βυζάντιο , εξεγέρσεις
δουλοπάροικων και αγροτών από τις οποίες
είναι γεμάτος ο μεσαίωνας σε Δύση και
Βυζάντιο, η επανάσταση των Ζηλωτών στη
Θεσσαλονίκη (14ος αι.), η μεγάλη επανάσταση
των χωρικών στη Γερμανία επί Λουθήρου.
Ουσιαστικά εξαφανίζεται η πάλη των τάξεων
ανάμεσα σε δούλους- δουλοκτήτες,
δουλοπάροικους και ελεύθερους αγρότες -
φεουδάρχες από την αρχή της ιστορίας
(ανατολικοί λαοί) ως τον 15ο αι. Στο
προσκήνιο υπάρχουν μόνο οι ανταγωνισμοί
συμφερόντων και οι συγκρούσεις ανάμεσα στις
κυρίαρχες τάξεις (ευγενών – γαιοκτημόνων και
εμπόρων – βιοτεχνών και ανάμεσα σε
φεουδάρχες – βασιλείς).
Προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι
στις ιστορίες Γυμνασίου και Λυκείου δε
γίνεται αναφορά ούτε στις παθητικές μορφές
κοινωνικής διαμαρτυρίας των δούλων
(καταστροφή των εργαλείων, κλοπή της
περιουσίας των αφεντικών και κυρίως
δραπέτευση μεμονωμένα ή μαζικά) ούτε στις
μορφές πάλης με τις εξεγέρσεις. Ενώ στις
πηγές στο Θουκυδίδη, Ξενοφώντα, Ηρόδοτο,
Πλάτωνα , Αριστοτέλη, στον Πολύαινο, στον
Αθήναιο, στο Διόδωρο υπάρχουν πληροφορίες
για εξεγέρσεις σε πολλές πόλεις και για το
ταξικό μίσος που υπήρχε ανάμεσα στους
δούλους και στους δουλοκτήτες και ανάμεσα
στους πλούσιους και στους φτωχούς. Μάλιστα
στο Άργος το 494 π.Χ. οι δούλοι κατέλαβαν
την εξουσία και οργάνωσαν δική τους διοίκηση
για αρκετά χρόνια.
« Κάθε πόλη, όσο κι αν ήταν μικρή
αποτελούνταν πάντοτε από δυο εχθρικές
πόλεις: η μια ήταν πόλη των φτωχών και η
άλλη των πλουσίων ». (Πλάτωνα Πολιτεία, Η
,555).
« Αυτοί κάθονται (οι φτωχοί) στην πόλη
οπλισμένοι με κεντριά, άλλοι βουτηγμένοι στα
χρέη, άλλοι χωρίς πολιτικά δικαιώματα κι
άλλοι χτυπημένοι κι από τα δυο κακά, μισούν
και συνωμοτούν ενάντια στους ανθρώπους που
πήραν τα χτήματα τους, ακόμα και ενάντια σε
όλους και ονειρεύονται εξεγέρσεις ». (
Πλάτωνα Πολιτεία, Δ, 422-423).
Στην αρχαία Ελλάδα εκτός από την τοπική
κρατική διοίκηση της πόλης που καταδίωκε
τους δούλους που δραπέτευαν, υπήρχαν και
ιδιωτικά γραφεία αστυνόμων για τη σύλληψή
τους, όπως επίσης και επικήρυξη – αμοιβή για
τη σύλληψή τους. (Ξενοφώντα – Σωκράτη
απομνημονεύματα, Η, 10,1-2)
Οι εξεγέρσεις των δούλων για αντικειμενικούς
λόγους ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία.
Ωστόσο στην περίοδο αποσύνθεσης του
δουλοκτητικού συστήματος και μετάβασης στη
φεουδαρχική κοινωνία (4ος –5ος αι. μ.Χ.) οι
εξεγέρσεις των δούλων και των φτωχών λαϊκών
στρωμάτων έπαιξαν σημαντικό επαναστατικό
ρόλο.
Σημαντικά θρησκευτικά – κοινωνικά φαινόμενα,
όπως οι αιρέσεις στο Βυζάντιο, δίνονται
χωρίς να εξηγείται ότι μέσα από τις αιρέσεις
εκφράζεται ιδεολογικά η κοινωνική
διαμαρτυρία των άγρια καταπιεζόμενων
αγροτικών πληθυσμών και των δούλων, των
ανατολικών περιοχών, απέναντι στην κεντρική
εξουσία της Κων/πολης και στους δυνατούς -
γαιοκτήμονες. Τότε οι κολασμένοι της γης δεν
μπορούσαν από τάξη «καθ’ εαυτό» να γίνουν
τάξη «για τον εαυτό της» και να διαμορφώσουν
ιδεολογία. Εκφράζονταν ιδεολογικά μέσα από
το σπασμένο καθρέφτη της θρησκευτικής
αίρεσης, διεκδικώντας κοινωνική ισότητα και
κοινοκτημοσύνη, ενώ ξεσκέπαζαν τον πλούτο
και την υποκρισία της εκκλησίας.
Στα εγχειρίδια παρατίθενται θρησκευτικές
αιτίες δίπλα σε οικονομικές και πολιτικές
ισότιμα (π.χ. Σταυροφορίες) και νομίζει
κανείς ότι οι πόλεμοι γίνονται και για
θρησκευτικούς λόγους ή μόνο για
θρησκευτικούς λόγους, ενώ οι πόλεμοι έχουν
αποκλειστικά οικονομικές και πολιτικές
αιτίες, έχουν σχέση με συμφέροντα και
ανταγωνισμούς κρατών και κοινωνικών τάξεων.
Βέβαια η άρχουσα τάξη και το κράτος της
εκμεταλλεύονται τη θρησκευτική ευαισθησία ή
τη θρησκοληψία των μαζών, για να προωθήσουν
τις επιδιώξεις τους (εικονομαχία,
σταυροφορίες, ιερός πόλεμος Οθωμανών κ.α.).
Ο Λούθηρος όπως και ο Καλβίνος δε θα είχαν
καμιά τύχη αν το κήρυγμα και την επιρροή
τους δεν τα εκμεταλλεύονταν οι ηγεμόνες της
Γερμανίας και βασιλιάδες της Ευρώπης, για να
εξυπηρετήσουν τα δικά τους πολιτικά και
οικονομικά συμφέροντα και επιδιώξεις. Και αν
το κήρυγμα τους δεν εξυπηρετούσε την
ανάπτυξη των αστικών δυνάμεων (ατομικισμός,
κοινοβουλευτισμός).
Ενώ η προϊστορία διαιρείται στο σχολικό
βιβλίο με βάση τα εργαλεία (λίθου και
χαλκού) δηλ. με βάση τις πρωτόγονες
παραγωγικές δυνάμεις, αγνοώντας τις
παραγωγικές σχέσεις, στη συνέχεια η επόμενη
αναφορά στην ανάπτυξη των εργαλείων, των
μεθόδων και των μέσων παραγωγής γίνεται μετά
από χιλιετίες, στον 11ο αι. μ.Χ, στη δυτική
Ευρώπη (σελ. 94 Β’ Λυκείου) λες και δεν
υπήρχε καμιά ανάπτυξη τους ως τότε. Λες και
αυτό δεν είχε καμιά σημασία για την ιστορική
εξέλιξη.
Ύστερα γίνεται αναλυτική αναφορά στο 15οαι.
με κορύφωση τη Βιομηχανική επανάσταση. Η
ανάπτυξη όμως των παραγωγικών δυνάμεων από
τον 11οαι. και ιδίως από το 15ο ως το 18ο
αι. δίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε
σχηματίζεται στους μαθητές η εντύπωση ότι η
κοινωνία αλλάζει με την ανάπτυξη των
παραγωγικών δυνάμεων, ιδίως της τεχνολογίας
και με τις κοινωνικές επαναστάσεις, αφού
στην ύλη ακολουθεί η Γαλλική Επανάσταση.
Ο μαθητής όμως αδυνατεί να ξεχωρίσει ότι το
κύριο είναι η πάλη των τάξεων και οι
επαναστάσεις, οι οποίες ξεσπούν νομοτελειακά
όταν οι παλιές παραγωγικές σχέσεις ( στην
περίπτωση μας οι φεουδαρχικές και η
εμποροκρατία ) στέκονται εμπόδιο στην
ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (των
βιομηχανικών στην περίπτωσή μας.)
Κυριολεκτικά σιδερώνεται για ιδεολογικούς
λόγους η ιστορία του Βυζαντίου, για την
οποία δίνεται συνολικά διαστρεβλωμένη
εικόνα.
Πέρα από τη εξαφάνιση των αγώνων και των
κινημάτων των δούλων, των ελεύθερων αγροτών
των κοινοτήτων και των Coloni* ενάντια στο
κράτος και στους δυνατούς – γαιοκτήμονες, δε
φαίνεται πουθενά ο ρόλος της καθόδου των
Σλάβων στην καταστροφή του δουλοκτητικού
συστήματος. Πολλές εξεγέρσεις δούλων και
Coloni έγιναν μαζί με τους Σλάβους, στους
οποίους κυριαρχούσαν κοινοτικές σχέσεις,
γεγονός που συνέβαλλε στη διάδοση των
ελεύθερων κοινοτήτων των αγροτών. Το ίδιο
και στη Δύση, οι δούλοι και οι αγρότες
συμμαχούσαν με τα γερμανικά φύλα ενάντια στη
Ρώμη, γιατί οι μορφές εκμετάλλευσής τους από
τους βαρβάρους ήταν πολύ πιο ήπιες από αυτές
των Ρωμαίων.
Δε φαίνεται στα εγχειρίδια πουθενά η εξέλιξη
μέσα από την οποία προχώρησε ο
εκφεουδαρχισμός της βυζαντινής κοινωνίας με
κορύφωση τον 11ο αιώνα, ούτε αναλύεται η
σκληρή ταξική πολιτική του βυζαντινού
κράτους, το οποίο από τον 7ο αιώνα έπαψε να
είναι δουλοκτητικό, αποκεντρώνεται σχετικά
και γίνεται ολοένα και περισσότερο
φεουδαρχικό.
*Coloni Επί Ιουστινιανού κίνημα των
Σκαμνάρων στην Παιονία Ιλλυρικό Θράκη, λαϊκή
εξέγερση σε όλη τη Β. Αφρική το 536 μ.Χ.
στην Ιταλία το 541 μ.Χ, με το βασιλιά Τοτίλα
των Οστρογότθων, με τον οποίο συντάχτηκαν οι
δούλοι και οι Coloni, κινήματα τον 6ο αιώνα
σε Αίγυπτο Συρία Παλαιστίνη, κίνημα των
Circumcellioni ή αγωνιστικών: επιδίωκαν
απελεύθέρωση των δούλων, κατάργηση χρεών των
Coloni και απαλλαγή από τους τοκογλύφους.
Ιδεολογία τους ο Δονατισμός.
Οι αιτίες μεγάλων ιστορικών γεγονότων, όπως
η εικονομαχία, οι σταυροφορίες, η αγγλική
αστική επανάσταση με τον Κρόμβελ , η
Αναγέννηση – Μεταρρύθμιση, η οκτωβριανή
σοσιαλιστική επανάσταση, ο μικρασιατικός
πόλεμος, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος,
δίνονται ελλιπέστατα ή και διαστρεβλωμένα,
χωρίς να διακρίνονται τα κοινωνικά – ταξικά
συμφέροντα που συγκρούονται σε οικονομικό
και πολιτικό επίπεδο, οι επιδιώξεις των
τάξεων και του ταξικού κράτους. Ιδιαίτερα
υποβαθμίζεται ο κοσμοίστορικός ρόλος της
σοσιαλιστικής επανάστασης το 1917 στη Ρωσία.
Στη σύγχρονη ιστορία συγκαλύπτονται οι
επεμβάσεις και ο ρόλος των ιμπεριαλιστικών
δυνάμεων της Ε.Ε. , του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ και
η αντιδραστική πολιτική των κυρίαρχων τάξεων
της Ελλάδας και των πολιτικών εκφραστών
τους.
Ό, τι ισχύει για τα βιβλία ιστορίας του
Γυμνασίου ισχύει και για τα βιβλία του
Λυκείου, με ορισμένες διαφορές προς το
καλύτερο ή προς το χειρότερο.
Η διαίρεση των μεγάλων περιόδων της ιστορίας
γίνεται με χρονολογικούς όρους (προϊστορία ,
αρχαία, μεσαιωνική, νεότερη , σύγχρονη) και
όχι ανάλογα με τον οικονομικο-κοινωνικό
σχηματισμό (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα,
αρχαίο δουλοκτητικό, μεσαιωνικό φεουδαρχικό,
μεταβατικό, καπιταλιστικό, σοσιαλιστικό –
κομμουνιστικό).
Αγνοείται η επιστημονική έννοια «τρόπος
παραγωγής» (πρωτόγονος τρόπος παραγωγής,
δουλοκτητικός, φεουδαρχικός καπιταλιστικός,
σοσιαλιστικός – κομμουνιστικός) με συνέπεια
οι συγγραφείς των βιβλίων να μη μπορούν να
δώσουν καμιά ερμηνεία για την παρακμή του
αρχαίου κόσμου και τις αιτίες μετάβασης στη
φεουδαρχία και από εκεί στο σύστημα του
καπιταλισμού ή δίνουν γενικόλογες
«ερμηνείες» (Ιστορία Α΄ λυκείου).
Ο αρχαίος κόσμος παρήκμασε γιατί ο
δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής είχε
χρεοκοπήσει ιστορικά και δεν απέδιδε,
προκαλώντας βαθιά κρίση στην οικονομία αλλά
και στο εποικοδόμημα της κοινωνίας: στο
κράτος, στους θεσμούς, στη θρησκεία, στις
αντιλήψεις, στον πολιτισμό.
Η διαίρεση της προϊστορίας (λίθου – χαλκού)
γίνεται με βάση τα εργαλεία (τις παραγωγικές
δυνάμεις) και αγνοούνται οι παραγωγικές
σχέσεις (πρωτόγονες κοινοτικές).
Αγνοείται για την ερμηνεία της αστικής
γαλλικής επανάστασης η δράση του νόμου της
αντιστοιχίας των παραγωγικών σχέσεων στο
χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων που
προκάλεσε την επανάσταση μέσα από την πάλη
των τάξεων (αστική τάξη μαζί με τους αγρότες
και την εργατική τάξη ενάντια στους ευγενείς
και τον ανώτερο κλήρο).
Κρίνοντας συνολικά: η ίδια η ιστορία, η
ιστορική εξέλιξη των λαών για να μεταφερθεί
στα βιβλία της ιστορίας τεμαχίζεται με
τέτοιο τρόπο, επιλέγεται (ή δεν επιλέγεται),
και ερμηνεύεται με συγκεκριμένο κριτήριο
θεωρητικό – ιδεολογικό. Γι’ αυτό υπάρχουν
τέτοια κενά, ερμηνείες, ελλείψεις,
παραλείψεις ή αποσιωπήσεις και παραποιήσεις.
Η αποσπασματικότητα που διακρίνεται στα
εγχειρίδια δεν είναι τυχαία, υπακούει σε μια
συγκεκριμένη θεωρητική – ιδεολογική σύλληψη
και σε σκοπιμότητες.
Η ύλη κάθε εγχειριδίου οργανώνεται σε
ενότητες και οι ενότητες σε κεφάλαια πάλι με
συγκεκριμένο ιδεολογικό κριτήριο, το ίδιο
και η παράθεση των γεγονότων σε κάθε
κεφάλαιο.
Ανάμεσα στις μεγάλες περιόδους, στις
ενότητες, στα κεφάλαια και στα γεγονότα
άλλοτε δεν υπάρχει σύνδεση ή όταν υπάρχει
δεν είναι η αναγκαία και αιτιώδης ή είναι
επιφανειακή, εξωτερική – χρονολογική ή
ελλιπής. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις είναι
αιτιώδης με σχετική επάρκεια (Α΄ Παγκόσμιος
Πόλεμος Ιστορία Γ΄ γυμνασίου).
Τα γεγονότα, οι επιλογές και οι εξελίξεις
άλλοτε δε συνδέονται με τα συμφέροντα και
τις επιδιώξεις των κοινωνικών τάξεων άλλοτε
συνδέονται αλλά με τέτοιο τρόπο, με τέτοια
μέθοδο, ώστε να μην κατανοείται ότι η
κινητήρια δύναμη της εξέλιξης είναι η ταξική
πάλη , όπως αυτή εκδηλώνεται στο πολιτικό,
οικονομικό και ιδεολογικό επίπεδο. Και ότι η
πάλη των τάξεων, κάτω από ορισμένες
αντικειμενικές και υποκειμενικές
προϋποθέσεις, οδηγεί νομοτελειακά στις
κοινωνικές επαναστάσεις, που είναι οι
ατμομηχανές της Ιστορίας , κατά την έκφραση
του Κάρλ Μάρξ.
Στα εγχειρίδια Γυμνασίου – Λυκείου ο όρος «
πάλη των τάξεων», «ταξική πάλη» δεν
αναφέρεται πουθενά. Το δε κράτος σε καμιά
περίπτωση είτε δουλοκτητικό είτε φεουδαρχικό
είτε καπιταλιστικό δε φαίνεται ότι είναι
ταξικό, όργανο ταξικής κυριαρχίας, με το
οποίο η άρχουσα τάξη ασκεί την πολιτική
εξουσία και εξυπηρετεί τα οικονομικά της
συμφέροντα ενάντια στις εκμεταλλευόμενες
τάξεις.
Σε ορισμένα εγχειρίδια υπάρχει το
ερμηνευτικό σχήμα: αλλαγές στην οικονομία –
αλλαγές στην κοινωνία (στις τάξεις)-
πολιτικές αλλαγές. Το σχήμα αυτό,
μεθοδολογικά προβληματικό , υποκαθιστά το
επιστημονικό σχήμα «οικονομία – πολιτική» (
«Η πολιτική είναι συμπυκνωμένη έκφραση της
οικονομίας χωρίς να ταυτίζεται με αυτήν» Ι.
Β. Λένιν). Η πολιτική δηλαδή που ασκείται
κάθε φορά εκφράζει και υπηρετεί με σχετική
αυτοτέλεια συγκεκριμένα οικονομικά
συμφέροντα κοινωνικών τάξεων. Με το
ερμηνευτικό σχήμα των εγχειριδίων η σχέση
οικονομία – πολιτική συσκοτίζεται.
Πουθενά στην ιστορία, σε καμιά περίοδο, δε
γίνεται λόγος για ιδεολογία της κυρίαρχης ή
των κυρίαρχων τάξεων ή της εργατικής, παρά
μόνο για την ιδεολογία της αστικής τάξης στο
διαφωτισμό.
Οι αλλαγές στις Τέχνες, τα Γράμματα, στις
επιστήμες, στη θρησκεία και στις αντιλήψεις
δίνονται με χρονική σχέση με τις αλλαγές
στην οικονομία και στην κοινωνία, γιατί
αγνοείται θεωρητικά η διαλεκτική σχέση
«Οικονομική Βάση» της κοινωνίας (οι
παραγωγικές σχέσεις) και «Εποικοδόμημα»
(θεσμοί νομικοί - πολιτικοί, αξίες,
ιδεολογία, ηθική, δίκαιο, θρησκεία κ.α.).
Όταν αλλάζει η Βάση της κοινωνίας βαθμιαία
αλλάζει και το Εποικοδόμημα και
προσαρμόζεται στην Οικονομική Βάση (βλέπε το
Εποικοδόμημα της φεουδαρχίας και το
Εποικοδόμημα στον καπιταλισμό).
Η κοινωνική – ταξική σύγκρουση ανάμεσα στην
εργατική τάξη και την αστική κατά τον 18ο
αι. και τον 19ο αι. στις ευρωπαϊκές χώρες
έχει εξαφανιστεί από τα εγχειρίδια.
Στα εγχειρίδια αναφέρονται εκατοντάδες
πόλεμοι ανάμεσα στα κράτη από τους
ανατολικούς λαούς ως σήμερα. Δίνονται οι
αιτίες τους με λιγότερα ή περισσότερα
προβλήματα επιστημονικής εγκυρότητας. Το
ζήτημα δεν είναι μόνο αυτό. Οι μαθητές μετά
από τόσους πολέμους που μαθαίνουν δεν
μπορούν να κατανοήσουν γιατί ο αρχαίος
κόσμος (Ελλάδα – Ρώμη) είναι γεμάτος από
πολέμους, κατακτήσεις και επεκτατισμούς;
Ποιες είναι οι γενικές, για την εποχή,
αιτίες των πολέμων;
Το ίδιο ισχύει και για τον μεσαίωνα, τη
νεότερη και σύγχρονη εποχή. Είναι στη φύση
των ανθρώπων ο πόλεμος; Πάντα υπήρχαν και
στην πρωτόγονη εποχή; Ή είναι στη φύση μόνο
των ταξικών οικονομικών – κοινωνικών
σχηματισμών;
Υπάρχει εθνική ιδεολογία όταν μέσα σε κάθε
έθνος υπάρχει το έθνος των καταπιεζόμενων
και εκμεταλλευόμενων και το έθνος των
καταπιεστών και εκμεταλλευτών; (Ι.Β.Λένιν).
Τι έλεγε ο Πλάτωνας για τις δυο πόλεις μέσα
σε κάθε πόλη;
Την ιστορία τελικά ποιος τη δημιουργεί; Οι
πολλοί, οι μάζες, οι λαοί ή οι μεγάλες
προσωπικότητες; Οι λαοί φυσικά δημιουργούν
την ιστορία με την εργασία, με τους
πολιτικούς αγώνες, τους πολέμους και τις
επαναστάσεις. Οι μεγάλες προσωπικότητες
«δείχνουν το δρόμο», καθοδηγούν, πάντα όμως
μέσα στο πλαίσιο των συγκεκριμένων ιστορικά
συνθηκών και δυνατοτήτωνκαι εκφράζοντας τα
συμφέροντα των μαζών.
Σύγχυση υπάρχει στα εγχειρίδια, στην
ιστορική αφήγηση και στις πηγές, σχετικά με
τις έννοιες ιμπεριαλισμός, πολίτης, έθνος.
Στην ιστορία της Α΄ Γυμνασίου σελ. 16
χαρακτηρίζεται η πολιτική της Αιγύπτου
ιμπεριαλιστική! Κατά την ίδια λογική και ο
Αλέξανδρος ιμπεριαλιστής και οι Ρωμαίοι με
το Ιμπέριουμ και την Pax Romana, οι Οθωμανοί
και οι Βυζαντινοί ιμπεριαλιστές και ο
Ναπολέοντας!
Εμείς βέβαια γνωρίζουμε από το βιβλίο του
Λένιν «ο ιμπεριαλισμός» και από την ιστορία
της Γ’ λυκείου, την περσινή που αποσύρθηκε,
ότι ο ιμπεριαλισμός, ως τελευταίο στάδιο του
καπιταλισμού, δημιουργήθηκε στα τέλη του
19ου αι.- αρχές 20ου όταν η καπιταλιστική
οικονομία πέρασε από την περίοδο του
ελεύθερου ανταγωνισμού στο μονοπωλιακό
ανταγωνισμό με την εμφάνιση των μονοπωλίων
και των πολυεθνικών και άναψε η δίψα για νέα
διανομή των αγορών, των πλουτοπαραγωγικών
πηγών και των ζωνών πολιτικής επιρροής
ανάμεσα στα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη σε
παγκόσμιο επίπεδο. Και να ο Α’ παγκόσμιος
πόλεμος και ο Β’ παγκόσμιος, το Βιετνάμ, η
Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ κ.τ.λ.
Στα βιβλία αναφέρονται ως πολίτες οι υπήκοοι
των ανατολικών λαών (Α΄ λυκείου) και του
Βυζαντίου (Β΄ λυκείου) δηλ. σε πολιτικά
καθεστώτα θεοκρατικής μοναρχίας. Ενώ πολίτες
υπήρχαν μόνο στις αρχαίες ελληνικές
δημοκρατίες, στη Ρώμη – ταξικές βέβαια- και
ύστερα στη γαλλική επανάσταση, στην Αγγλία
και στη συνέχεια.
Τα δε έθνη υπάρχουν στα βιβλία σχεδόν σε
κάθε εποχή όπως και οι εθνικοί στρατοί!
Πάντως ιστορικά η δημοκρατία (ταξική) και το
έθνος είναι δημιουργήματα της αστικής τάξης
και η συγκρότηση των εθνών ολοκληρώθηκε με
την ίδρυση εθνικών κρατών.
Στο ιστορικό παρελθόν υπήρχαν φυλές και
ύστερα εθνότητες κι ας αυτοπροσδιορίζονταν
ως έθνη στην ορολογία. «Έθνος είναι η
ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα
ανθρώπων, που εμφανίστηκε πάνω στη βάση της
κοινής γλώσσας, του κοινού εδάφους, της
κοινής οικονομικής ζωής και της κοινής
ψυχοσύνθεσης, η οποία εκδηλώνεται στην κοινή
κουλτούρα».
Η ύλη της ιστορίας για να γίνει διδακτέα ύλη
στα εγχειρίδια «μοντάρεται», υφίσταται ένα
είδος ιδεολογικού μοντάζ, για να
προσαρμοστεί στα ιδεολογήματα της κυρίαρχης
αστικής ιδεολογίας.
Η γνώση στα εγχειρίδια της ιστορίας
υποτάσσεται στην κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία
εισδύει στη γνώση και μεταμφιέζεται σε
γνώση. Γνώση και ιδεολογία συνδέονται άμεσα
και στενά στην ιστορία και αποτελούν ενιαία
διαδικασία με δύο βασικές πλευρές χωρίς όμως
να συμπίπτουν παντού και πλήρως.
ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΦΥΣΙΚΗΣ
ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΛΥΚΕΙΟΥ
Στα εγχειρίδια της φυσικής γυμνασίου -
λυκείου η ιδεολογία δεν εισδύει άμεσα στη
γνώση, εκτός από δύο περιπτώσεις (Φυσική Γ’
Γυμνασίου «Μεγάλη Έκρηξη» – Γ’ Λυκείου Γ.Π.
« Εξαΰλωση») στις οποίες η «άποψη»
μεταμφιέζεται σε επιστημονική γνώση και
εξαπατά τους μαθητές απροκάλυπτα.
Η ιδεολογική επέμβαση στη γνώση γίνεται με
την οργάνωση της ύλης, τη σειρά με την οποία
διδάσκονται τα φαινόμενα, οι έννοιες και οι
νόμοι, με τον τρόπο που συνδέονται ή δε
συνδέονται, έτσι ώστε οι μαθητές να μην
κατανοούν ότι υπάρχουν και δρουν και οι
γενικοί νόμοι που διέπουν τη φύση και την
εξέλιξή της, οι οποίοι δεν εκφράζονται με
μαθηματικές έννοιες. Υπάρχει και μια
περίπτωση που αφαιρέθηκε από το νέο
εγχειρίδιο Φυσικής Β’ Γυμνασίου, ο δεύτερος
νόμος του Νεύτωνα, γεγονός που δυσκολεύει
τους μαθητές να κατανοήσουν την αιτιότητα.
Η ιδεολογία εισάγεται στην ύλη των
εγχειριδίων κυρίως «απ΄ έξω» , με κείμενα
των συγγραφέων των εγχειριδίων ή άλλων
φιλοσοφούντων, τα οποία εκφράζουν «απόψεις»,
όχι επιτεύγματα της επιστήμης, και τα οποία
παρεμβάλλονται ανάμεσα στα κεφάλαια,
ιδιαίτερα σε αυτά που αναφέρονται σε κρίσιμα
για την κατανόηση της φύσης ζητήματα.
Ο σκοπός αυτών των κειμένων, όπως και η
χρήση μεταφυσικής ορολογίας (π.χ. εξαΰλωση,
αποθήκευση ενέργειας, εξαφάνιση ηλεκτρονίου
κ.α.), πινάκων και σχεδιασμάτων εμβόλιμων, η
παράθεση φωτογραφιών με λεζάντες – σχόλια
είναι φανερός: να αμφισβητηθεί η υλιστική
αντίληψη που πάει να σχηματιστεί αυθόρμητα
στη συνείδηση των μαθητών από τη μελέτη των
φυσικών νόμων και της φυσικής εξέλιξης. Και
να διευκολυνθεί σε φιλοσοφικό – ιδεολογικό
επίπεδο, με τη συνδρομή και των
θρησκευτικών, η διαμόρφωση ιδεαλιστικής –
μεταφυσικής αντίληψης επενδυμένης με το
κύρος μάλιστα των φυσικών επιστημών.
Μέσα από τα εγχειρίδια, όπως ερμηνεύεται η
ενέργεια, υποκαθίσταται το παμπάλαιο σχήμα
«ύλη – πνεύμα με το νεόκοπο « ύλη –
ενέργεια», καθώς τίθενται δυο οντότητες, η
ύλη και η αϋλη ενέργεια. Η ενέργεια
προηγείται - υποτίθεται - οντολογικά και
δίνει κίνηση και ζωή στην ύλη «απ’ έξω» ως
εξωκοσμική δύναμη, ενώ τα ίδια τα εγχειρίδια
θεωρούν και σωστά στα αντίστοιχα κεφάλαια
ότι ύλη χωρίς κίνηση δεν υπάρχει όπως και
κίνηση χωρίς ύλη.
Ουσιαστικά με το σχήμα αυτό « ύλη – ενέργεια
» αμφισβητείται ότι η ύλη έχει την αιτία
στον εαυτό της.
Για την ενέργεια δηλώνεται στα εγχειρίδια με
κείμενο των συγγραφέων και απόψεις
φιλοσοφούντων ότι δεν μπορεί και δεν
χρειάζεται να δοθεί ορισμός (Φυσική Α’
Λυκείου σελ 241-243). Έτσι διευκολύνεται ο
σχηματισμός της ιδέας ότι η ενέργεια είναι
κάτι το αϋλο, είναι... πνεύμα. Ενώ η
ενέργεια, όπως η μάζα είναι μέτρο της
αδράνειας των σωμάτων , είναι μέτρο της
κίνησης και αλληλεπίδρασης των σωμάτων στο
μικρόκοσμο και μακρόκοσμο.
Με άλλα δυο εμβόλιμα κείμενα φιλοσοφούντων
του R. March (Φυσική Α’ Λυκείου) και του S.
Hawking (Φυσική Γ’ Λυκείου Γ.Π.) γίνεται
προσπάθεια να αμφισβητηθεί η αιτιοκρατία
(ντετερμινισμός), ιδιαίτερα με αναφορά στην
αρχή της απροσδιοριστίας του Χαϊζεμπεργκ, η
οποία επιστημονικά ως αρχή της μικροφυσικής
ισχύει.
Γίνεται όμως εκμετάλλευση από τη σχολή της
Κοπεγχάγης και άλλους, σε φιλοσοφικό
επίπεδο, ότι η αρχή αυτή αναιρεί, δήθεν, την
αιτιοκρατία (σχέση αιτίας – αποτελέσματος).
Η άποψη αυτή είναι αυθαίρετη, αφού στο
μικρόκοσμο η έννοια του φυσικού νόμου και
της αιτιότητας παίρνει στατιστικό χαρακτήρα,
εισάγεται δηλαδή η στατιστική ερμηνεία των
πιθανοτήτων σχετικά με τον προσδιορισμό της
κατάστασης του σωματιδίου (θέση και ορμή).
Η λαθροχειρία των φιλοσοφούντων βρίσκεται
στη διαστρέβλωση της στατιστικής ερμηνείας
με την επέκτασή της στην περιγραφή
μεμονωμένου σωματίου, ενώ έχει νόημα μόνον
όταν εξετάζεται ένα μεγάλο πλήθος από
σωμάτια, που όλα περιγράφονται από την ίδια
κυματοσυνάρτηση. Πρόκειται σε επίπεδο
μικροφυσικής για στατιστική συμπεριφορά ενός
πολυάριθμου συνόλου σωματίων. Στη Μαρξιστική
φιλοσοφία ονομάζεται «κβαντικός στατιστικός
καθορισμός».
Στην περίπτωση της μεγάλης έκρηξης big bang
(Φυσική Γ’ Γυμνασίου σελ. 345-347 και
λεζάντα φωτό σελ.346, Φυσική Γ’ Λυκείου Γ.Π.
λεζάντα φωτό σελ. 72, σχεδίασμα σελ. 83
«αρχαιολογία σύμπαντος» κ.α), μια «θεωρία»
που δεν έχει αποδειχθεί, ούτε αποτελεί
βάσιμη επιστημονικά υπόθεση, παρουσιάζεται
ως επιστημονική και ότι έχει επιβεβαιωθεί!
Ουσιαστικά με τη μυθολογία του big bang
υποστηρίζεται ότι πριν τη μεγάλη έκρηξη δεν
υπήρχε ούτε χώρος ούτε χρόνος ούτε κίνηση.
Δηλαδή υπήρχε ύλη χωρίς τη σύμφυτη με αυτήν
ιδιότητα, την κίνηση και χωρίς τους τρόπους
ύπαρξής της (χώρο και χρόνο). Ενώ στα
εγχειρίδια της φυσικής θεωρείται σωστά ότι
ύλη, κίνηση, χώρος και χρόνος υπάρχουν σε
ενότητα, όπως απέδειξε και ο Αϊνστάιν με τη
θεωρία του.
Υποστηρίζεται επίσης ότι η κίνηση «δόθηκε»
στην ύλη «απ’ έξω», από έναν εξωκοσμικό
παράγοντα, τη στιγμή της έκρηξης! Εδώ δεν
πρόκειται για επιστημονική θεωρία αλλά για
θεολογική ερμηνεία και ιδεολογική κατασκευή,
αφού χρησιμοποιούν ανοιχτά στα εγχειρίδια
τον όρο «δημιουργία» του σύμπαντος ή
«γέννηση»! Από τους ενεργειολόγους περάσαμε
στους δημιουργιστές φιλοσοφούντες…
Με τη μεγάλη έκρηξη θεωρείται αυθαίρετα και
αντιεπιστημονικά ότι η κίνηση, ο χώρος και ο
χρόνος έχουν αρχή (ο Ηράκλειτος έλεγε: ο
κόσμος ήταν, είναι και θα είναι αιώνιος),
ενώ με την επίσης αντιεπιστημονική θεωρία
του θερμικού θανάτου, που δίνεται με
εμβόλιμο κείμενο (φυσική Β΄λυκείου, σελ
80-82), θεωρείται ότι «η ύλη οδεύει προς την
καταστροφή» δηλαδή έχει τέλος(!), ενώ
υποστηρίζεται ότι «μόνο η ζωή αναπτύσσεται»
λες και υπάρχει ζωή χωρίς την ύλη.
Η σύγκρουση ενός ηλεκτρονίου με ένα
ποζιτρόνιο από την οποία παράγονται φωτόνια
δηλ. άλλες μορφές ύπαρξης της ύλης που δεν
εμφανίζουν τις ιδιότητες της μάζας,
ονομάζεται «εξαΰλωση» ή «αφυλοποίηση»
(Φυσική Γ.Π. Γ’ λυκείου σελ.80) λες και η
ύλη χάνεται, εξαφανίζεται – αυτό που
«χάνεται» είναι η μάζα του ηλεκτρονίου, το
οποίο μετατρέπεται μέσα από την
αλληλεπίδραση σε φωτόνιο, που είναι ύλη
χωρίς μάζα. Εδώ πρόκειται για σκόπιμη
σύγχυση ανάμεσα στη μάζα, που είναι έννοια
της φυσικής και στην ύλη που είναι κατηγορία
της φιλοσοφίας.
«Ταυτίζοντας μάζα και ύλη, ανάγοντας μια
επιμέρους ιδιότητα (όπως η μάζα) σε καθολικό
χαρακτηριστικό της ύλης και λέγοντας ότι η
ενέργεια δεν είναι υλική οντότητα, μπορεί
κάποιος να βγάλει το συμπέρασμα πως ό,τι δεν
έχει μάζα δεν είναι ύλη. Από εκεί ξεκινούν
εκφράσεις όπως «διάλυση της ύλης στην
ενέργεια», εξαΰλωση, αφυλοποίηση.»
Σε μια λεζάντα – σχόλιο στη φυσική Γ’
λυκείου Γ.Π. (σελ.80)- αναφέρεται «όταν ένα
ηλεκτρόνιο και ένα ποζιτρόνιο πλησιάζουν,
εξαφανίζονται και τα δύο και ελευθερώνεται
ένα αντίστοιχο ποσό ενέργειας. Σχεδόν αμέσως
η ενέργεια μετατρέπεται σε σωματίδια,
περίπου όπως σχηματίστηκε και η ύλη στα
πρώτα στάδια του σύμπαντος».
Πρώτο: Υποστηρίζεται ότι η ύλη εξαφανίζεται
(!), χάνεται ενώ στα εγχειρίδια γράφεται
σωστά ότι η ύλη ούτε γίνεται ούτε χάνεται.
Δεύτερο: Υποστηρίζεται ότι η ύλη
σχηματίστηκε από την ενέργεια, δηλ. ότι η
ύλη «γίνεται»!
Τρίτο: Ότι η ύλη μετατρέπεται σε ενέργεια
και η ενέργεια σε ύλη, ενώ απλά η ενέργεια
είναι μέτρο της κίνησης και αλληλεπίδρασης
των σωμάτων.
Το μόνο που δε γράφεται είναι ότι γίνονται
και θαύματα στη Φυσική!
Πάντως στα εγχειρίδια γράφεται σωστά πως η
ύλη ούτε φτιάχνεται ούτε χάνεται ούτε
αρχίζει από το μηδέν.
Ό,τι ισχύει για τα εγχειρίδια της Φυσικής,
για τις μεταφυσικές – ιδεαλιστικές απόψεις,
ισχύει πολύ περισσότερο για το εγχειρίδιο
της αστρονομίας Β’ λυκείου, στο οποίο
γράφεται, πέρα από τ’ άλλα, ότι απαιτείται
για την κατανόηση του Σύμπαντος και η ……
διαίσθηση(!), όπως αναφέρει και το δίδυμο
Δανέζη – Θεοδοσίου στο βιβλίο «Το σύμπαν που
αγάπησα»!
Κλείνοντας: Επειδή η Φυσική, η Χημεία, η
Βιολογία και η Γεωλογία ως επιστήμες
επιβεβαιώνουν την υλικότητα του κόσμου ( ο
κόσμος είναι υλικός, ενιαίος,
αντικειμενικός- υπάρχει ανεξάρτητα από την
συνείδηση και τη βούληση των ανθρώπων - και
άπειρος). επειδή οι επιστημονικές γνώσεις
της Φυσικής και των άλλων επιστημών δεν
μπορούν να μεταφερθούν στα εγχειρίδια
παραποιημένες. επειδή οι γνώσεις αυτές καθ’
εαυτές δεν έχουν ιδεολογία, επιβεβαιώνουν
όμως το διαλεκτικό υλισμό από τα πράγματα,
οι συγγραφείς των εγχειριδίων φροντίζουν με
τους τρόπους και τα μέσα που αναλύθηκαν
παραπάνω να εισάγουν στα εγχειρίδια και στη
συνείδηση των μαθητών ιδεαλιστικές –
μεταφυσικές αντιλήψεις.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Ε. Μπιτσάκη: Ιδεολογικά I, Επιστημολογικά
– Φιλοσοφικά, Gutenberg
- Βασίλι Ιβάνωφ: Ιδεολογία, Μπουλγκαριανς
Μποοκς, Αθήνα
- Θέματα Παιδείας, Περιοδικό , τεύχη
25,26,27,28,29,30
- Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 1, 2007
- Αποστόλη Χαρίση: Θρησκεία και πολιτική
στην Ελλάδα, Σύγχρονη Εποχή
- Ι. Β. Λένιν: Υλισμός και
εμπειριοκριτισμός, Σύγχρονη Εποχή
- Φ. Ένγκελς: Διαλεκτική της φύσης ,
Σύγχρονη Εποχή
- Οι Βασικές Αρχές της Μαρξιστικής Θεωρίας,
Σύγχρονη Εποχή
- Παγκόσμια ιστορία, ΕΣΣΔ, Μέλισσα, Αθήνα
Βασίλης Θεοδωρακόπουλος
Δ’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης
ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ 8ο
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΟΛΜΕ,
Τρίτη, 03 Ιουνίου 2008